Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΓΚΕΡΛΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ ΕΙΔΑ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ


ΓΚΕΡΛΑ, Μάιος 1963
ΕΓΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟΣ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, τρομερά αδύνατος, μόλις πού στέκεται στα πόδια του δεν μπορεί να αρθρώσει δυο λέξεις, όλη την ήμερα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με μια κουρελιασμένη κουβέρτα, βυθισμένος στην προσευχή, ό π. Χαραλάμπιε προσμένει το θάνατο.

Που και που όμως βρίσκει τον τρόπο και το κουράγιο να απαντά όταν τον ρωτούν κάτι. Ως μοναχός, φτάνει στο τέλος του επίγειου ταξιδιού του γεμάτος γαλήνη, αλλά όχι δίχως φροντίδες. Ως σώφρων άνθρωπος, πού ετοιμάζεται για το άλλο, το μεγάλο ταξίδι, ξέρει πως για ένα τέτοιο ταξίδι πρέπει κανείς να φροντίσει για όλα από πριν, να ετοιμάσει τα απαραίτητα και να εφοδιαστεί με τη σκέψη ότι εκεί όπου θα πάει θα είναι καλύτερα να περισσέψει παρά να λείψει κάτι, όταν φτάσει στο τέρμα. Αφιερώνει και σ' εμένα λίγο χρόνο.

 Τον κοιτάζω, του μιλάω και μέσα μου πλημυρίζει ή πεποίθηση πώς ό πόνος τελικά έχει νόημα, πώς ή ζωή ολόκληρη δεν μπορεί να μην έχει νόημα. "Όπως πάντα με βασανίζει ή φράση πού είπε κάποτε ό Σαρτρ: «Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι», φράση ή όποια δεν στερείται δύναμης ούτε και αλήθειας, ακόμα και θεολογικής. Ό Μερλώ Ποντύ συμπληρώνει: «Είμαστε καταδικασμένοι να δίνουμε στα πράγματα νόημα. Ό Σορίν Βασίλιε είπε: «Σημασία δεν έχει ή πραγματικότητα άλλα ή αλήθεια (η οποία είναι άλλο πράγμα) και το νόημα». Ό πατριάρχης Αθηναγόρας τέλος είπε «Από τί πράγμα πεινάει ό σημερινός άνθρωπος; από αγάπη και από νόημα στη ζωή του».
Στον π. Χαραλάμπιε —σαν σε άγιο— σκέφτομαι να εκμυστηρευθώ (θα είναι ό πρώτος) δυο όνειρα πού είχα δει σης φυλακές της Ζιλάβας, εδώ και ενάμιση  χρόνο στο κελί είκοσι πέντε.
Την πρώτη φορά είδα στο όνειρο μου τη μητέρα (πήγαινε πάντοτε στην  εκκλησία του χωριού και μιλούσε τόσο τέλεια και γοητευτικά τα ρουμανικά) να με  παίρνει από το χέρι και να με οδηγεί σ' έναν τοίχο μιας εκκλησίας του Κυρίου έναν τοίχο πελώριο ζωγραφισμένο ολόκληρο με αγίους και καλυμμένο με εικόνες.  Με οδηγούσε προς τις ζωγραφισμένες μορφές και τις εικόνες και με προέτρεπε  να τις ασπαστώ.
Το δεύτερο όνειρο ήταν πιο συγκλονιστικό, και το λέω όνειρο, διότι δεν τολμώ να το πω αλλιώς.
Ήταν χειμώνας του '62, ένας χειμώνας πολύ άγριος με το βοριά να λυσσομανά  και τα χωριά αποκλεισμένα από το χιόνι. Ό συγγραφέας Όντομπέσκου στο
βιβλίο του Κυρία Κιάζνα γράφει κάποια στιγμή: «Είναι θλιβερός και άγριος ο χειμώνας στην επαρχία». Άγριος και θλιβερός ήταν και ό χειμώνας στις φύλακα  της Ζιλάβας. Στο κελί εικοσιπέντε, στον δεύτερο τομέα, έκανε πολύ κρύο.

Ή μικρή ξυλόσομπα έχει ξεχαρβαλωθεί, δεν γίνεται να ανάψουμε ούτε μια τόση δα μικρή φωτίτσα με τα δυο τρία ξυλαράκια πού καταφέραμε να βρούμε από της 15 Δεκεμβρίου έως την 1η Μαρτίου. Ή καπνιά μέσα στο κελί τυλίγει τα πάντα με ένα παχύ στρώμα, με μια παγωμένη μαυρίλα, ή όποια συνεχίζει να απλώνεται και να σε  τραβάει κοντά της. Τρεμουλιάζουμε από το κρύο, νιώθουμε πνιγμένοι από την   βρόμα και πεινάμε φοβερά. Εξαιτίας του χιονιού έχει διακοπεί ό ανεφοδιασμός της φυλακής. Μας δίνουν ένα μικρό κομμάτι παγωμένη σούπα μια φορά την ήμερα και αυτό όποτε το θυμούνται. Νερό δεν υπάρχει άλλο. Το μικρό βαρέλι που χρησιμοποιούμε για τουαλέτα είναι ξεχειλισμένο.

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΠΣΚΩΦ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΧΗ


Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού!
Το όνομα Σου προσκυνούν άγγελοι και άνθρωποι.
Το όνομα Σου τρέμουν οι δυνάμεις του Άδου.
Το όνομα Σου είναι έμπιστο όπλο προς εκδίωξη των εχθρών.
Το όνομα Σου καταφλέγει αμαρτίες και πάθη.
Το όνομα Σου παρέχει δύναμη στους αγώνες, επανασυγκροτεί τον διασκορπισμένο νου στην ακεραιότητα του και τον πλουτίζει με αρετές προς εκπλήρωση των εντολών Σου.
Το όνομα Σου επιτελεί θαύματα και μας ενώνει μαζί Σου, χαρίζει ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω και στην αιώνια ζωή τη Βασιλεία των Ουρανών.
Χάριν αυτού εγώ, ο ανάξιος δούλος Σου, σε ικετεύω: αποδίωξε από εμάς την πνευματική άγνοια, φώτισε με την επίγνωση της θεϊκής Αληθείας και δίδαξε μας απλανώς εν ταπεινώσει, μετά προσοχής, με αίσθημα μετανοίας και συντριβής με τα χείλη, τον νου και την καρδιά κατά τη μοναχική υπόσχεση να κάνουμε αδιαλείπτως την προσευχή αυτή.
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό/ή».
Διότι Συ είπες, Κύριε, με τα Άχραντα χείλη Σου: «ό,τι αν αίτήσητε εν τω ονόματι μου, τούτο ποιήσω».
Ούτως, πρεσβείαις της Μητρός Σου (απαριθμούμε όσους αγίους επιθυμούμε) και όλων των οσίων Πατέρων μας εν τω ονόματι Σου ζητώ την ευχή του Παναγίου και Παντοδυνάμου Ονόματος Σου: επάκουσόν μου, Συ, που υποσχέθηκες να ακούς όλους, όσους σε επικαλούνται εν αληθεία.
Διότι είναι δικό Σου το να ελεείς και να σώζεις και να χαρίζεις την ευχή στον ευχόμενο προς δική Σου δόξα, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι. Αμήν.

ΠΑΝΙΣΧΥΡΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΟΝ ΑΡΓΧΑΓΓΕΛΟ




Σύμφωνα με τη ρωσική παράδοση, ο άνθρωπος που θα διαβάσει αυτήν την προσευχή, από την ημέρα εκείνη, δεν θα τον αγγίζει ούτε διάβολος, ούτε κακός άνθρωπος και με κολακεία δεν θα προσβληθεί η καρδιά του. Καί αν πεθάνει, τότε και κόλαση η ψυχή του δεν θα πάρει.
Κύριε Θεέ, Βασιλεύ Μέγα, Άναρχε! Απόστειλον, Κύριε, τον Σον Αρχάγγελον Μιχαήλ, επί τον δούλον Σου (όνομα) ίνα ρύσης με από εχθρών ορατών και αοράτων.
«Αρχάγγελε Κυρίου Μιχαήλ, δος ειρήνην και ευημερίαν τω Σω δούλω (όνομα).
Αρχάγγελε Κυρίου Μιχαήλ, των δαιμόνων μαχητά, πολέμησον τους εχθρούς τους πολεμούντας με, ποίησον αυτούς ώσπερ αμνούς και απόστρεψον αυτούς ως ο άνεμος την κόνιν.
Ω Μέγα Αρχάγγελε Κυρίου Μιχαήλ! Αρχιστράτηγε, Πρώτε των εξαπτερύγων Χερουβείμ και Σεραφείμ και πάντων των Αγίων, γενού μοι προστάτης και βοηθός εν ταίς θλίψεσι και ταίς στενοχωρίαις μου, εν τη ερήμω, εις τας οδούς, εις τους ποταμούς, και εν τη θαλάσση γενού μοι γαλήνιος λιμήν.
Σώσον με, Αρχάγγελε Μιχαήλ, από των πονηριών του διαβόλου, όταν ακούσης με, τον αμαρτωλόν δούλον (όνομα), καλούντα το όνομά Σου το Άγιον. Γενού μοι βηθός ταχύς και επάκουσον της προσευχής μου.
Ω Μέγα Αρχάγγελε Μιχαήλ! Νίκα πάντας τους εναντίους μου τη δυνάμει του Τίμιου και Ζωοποιού Ουράνιου Σταυρού του Κυρίου, ευχαίς της Υπεραγίας Θεοτόκου, των Αγίων Αγγέλων, των Αποστόλων, του Αγίου Προφήτου Ηλιού, του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού, του Αγίου Ανδρεου του διά Χριστόν Σαλού, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Νικήτα και Ευσταθίου και πάντων Σου των Αγίων.
Ω Μέγα Αρχάγγελε Μιχαήλ! Βοήθει με τον αμαρτωλόν δούλον Σου (όνομα), σώσον με από σεισμού, πλημμύρας και πυρός, από αοράτων ενθρών, από ανοήτου θανάτου, από παντός κακού και από πονηρών δαιμόνων, Μέγα Μιχαήλ Αρχάγγελε Κυρίου, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΟΦΑΓΙΑ

Όλη η Ορθοδοξία στο Διαδίκτυο.
Ελάτε σε απευθείας επικοινωνία με τους αρθρογράφους μέσω του authors@ekklisiaonline.gr
Διεύθυνση: Δεκελείας 28Β, Αττική 14578
Τηλ: 2108074387
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν. Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος ελέησον ημάς. (τρεις φορές)
Παναγία τριας, ελέησον ημάς. Κύριε ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών. Δέσποτα, συγχώρισον τας ανομίας ημίν. Άγιε, επισκεψε και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματός σου.
Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον.
Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου, ελθέτω η βασιλεία Σου, γεννηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανό και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον, και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών, και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.
Δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου. Ευλογημένη Συ εν γυναιξί, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου, ότι Σωτήρα έτεκες, των ψυχών ημών.
Βαπτιστά του Χριστού, πάντων ημών μνήσθητι, ίνα ρυσθώμεν των ανομιών ημών, σοι γαρ εδόθη χάρις, πρεσβεύειν υπέρ ημών.
Βίον ένθεον, καλώς ανύσας, σκεύος τίμιόν του Παρακλήτου, ανεδείχθης θεοφόρε Αρσένιε, και των θαυμάτων την χάριν δεξάμενος, πάσι παρέχεις ταχείαν βοήθειαν, πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι, ημίν το μέγα έλεος.
Δεύτε προσκυνήσομεν και προσπέσωμεν τω Βασιλεί ημών Θεώ.
Δεύτε προσκυνήσομεν και προσπέσωμεν Χριστό τω Βασιλεί ημών Θεώ.
Δεύτε προσκυνήσομεν και προσπέσωμεν Αυτώ Χριστώ τω Βασιλεί και Θεώ ημών.
Ψαλμός 73
ΙΝΑΤΙ απώσω, ο Θεός, εις τέλος; ωργίσθη ο θυμός σου επί πρόβατα νομής σου; 2 μνήσθητι της συναγωγής σου, ης εκτήσω απ ἀρχῆς· ελυτρώσω ράβδον κληρονομίας σου, όρος Σιών τούτο, ο κατεσκήνωσας εν αυτώ. 3 έπαρον τας χείράς σου επί τας υπερηφανίας αυτών εις τέλος, όσα επονηρεύσατο ο εχθρός εν τοις αγίοις σου.
4 και ενεκαυχήσαντο οι μισούντές σε εν μέσω της εορτής σου, έθεντο τα σημεία αυτών σημεία και ουκ έγνωσαν. 5 ως εις την έξοδον υπεράνω, 6 ως εν δρυμώ ξύλων αξίναις εξέκοψαν τας θύρας αυτής επί το αυτό εν πελέκει και λαξευτηρίω κατέρραξαν αυτήν. 7 ενεπύρισαν εν πυρί το αγιαστήριόν σου, εις την γην εβεβήλωσαν το σκήνωμα του ονόματός σου. 8 είπαν εν τη καρδία αυτών αι συγγένειαι αυτών επί το αυτό· δεύτε και καταπαύσωμεν πάσας τας εορτάς του Θεού από της γης.
9 τα σημεία αυτών ουκ είδομεν, ουκ έστιν έτι προφήτης, και ημάς ου γνώσεται έτι. 10 έως πότε, ο Θεός, ονειδιεί ο εχθρός, παροξυνεί ο υπεναντίος το όνομά σου εις τέλος; 11 ινατί αποστρέφεις την χείρά σου και την δεξιάν σου εκ μέσου του κόλπου σου εις τέλος; 12 ο δε Θεός βασιλεύς ημών προ αιώνων, ειργάσατο σωτηρίαν εν μέσω της γης. 13 συ εκραταίωσας εν τη δυνάμει σου την θάλασσαν, συ συνέτριψας τας κεφαλάς των δρακόντων επί του ύδατος. 14 συ συνέθλασας την κεφαλήν του δράκοντος, έδωκας αυτόν βρώμα λαοίς τοις Αιθίοψι. 15 συ διέρρηξας πηγάς και χειμάρρους, συ εξήρανας ποταμούς Ηθάμ. 16 ση εστιν η ημέρα, και ση εστιν η νυξ, συ κατηρτίσω φαύσιν και ήλιον.
17 συ εποίησας πάντα τα ωραία της γης· θέρος και έαρ, συ έπλασας αυτά. 18 μνήσθητι ταύτης· εχθρός ωνείδισε τον Κύριον, και λαός άφρων παρώξυνε το όνομά σου. 19 μη παραδώς τοις θηρίοις ψυχήν εξομολογουμένην σοι, των ψυχών των πενήτων σου μη επιλάθη εις τέλος. 20 επίβλεψον εις την διαθήκην σου, ότι επληρώθησαν οι εσκοτισμένοι της γης οίκων ανομιών.
21 μη αποστραφήτω τεταπεινωμένος και κατησχυμένος· πτωχός και πένης αινέσουσι το όνομά σου. 22 ανάστα, ο Θεός, δίκασον την δίκην σου· μνήσθητι του ονειδισμού σου του υπό άφρονος όλην την ημέραν. 23 μη επιλάθη της φωνής των ικετών σου· η υπερηφανία των μισούντων σε ανέβη δια παντός.
Ευαγγέλιο
Κατά Ματθαίον, Κεφάλαιο 12/33-37
Η ποιήσατε το δένδρον καλόν, και τον καρπόν αυτού καλόν, η ποιήσατε το δένδρον σαπρόν, και τον καρπόν αυτού σαπρόν· εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται. 34 γεννήματα εχιδνών, πως δύνασθε αγαθά λαλείν πονηροί όντες; εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα λαλεί. 35 ο αγαθός άνθρωπος εκ του αγαθού θησαυρού εκβάλλει αγαθά, και ο πονηρός άνθρωπος εκ του πονηρού θησαυρού εκβάλλει πονηρά. 36 λέγω δε υμίν ότι παν ρήμα αργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, αποδώσουσι περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως· 37 εκ γαρ των λόγων σου δικαιωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση.
Κομβοσχοίνι: Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» & «Άγιε Αρσένιε, πρέσβευε υπέρ ημών».
Δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Ύπάρχουν πολλά είδη προσευχής, όπως μέ τήν γλώσσα, μέ τόν νου καί μέ τήν καρδιά.

Ή ύψηλότερη προσευχή είναι ή προσευχή τής καρδιάς, πού συνοδεύεται μέ ταπείνωσι, συντριβή καί δάκρυα. Νά μή άποδίδουμε περισσότερο βάρος στήν προσευχή τών Αναγνώσεων, δηλ. στήν προφορική προσευχή. Αύτή είναι ή πλέον άδύνατη προσευχή, διότι δέν ένώνει τόν νου μέ τήν καρδιά.
Ή νοερά προσευχή είναι άνώτερη άπό τήν προφορική διότι συμμετέχει σ’ αύτήν καί ή σκέψις, δηλ. ή προσοχή τοΰ νου.

Αύτός πού προσεύχεται μέ τήν προσοχή τής διανοίας του, σέ όσα άπαγγέλει, αύτός προσεύχεται νοερά, άλλά αύτό δέν είναι ή τελειότης τής προσευχής. «Αγιοι Πατέρες λέγουν ότι ή νοερά προσευχή είναι προσευχή μέ ένα πόδι, δηλ. μισή προσευχή, διότι παραμένει στό κεφάλι καί δέν συμμετέχει σ’ αύτήν καί ή καρδιά. ‘Αλλά όταν στήν προσευχή ένωθή ό νους μέ τήν καρδιά, δηλ. οί νοερές σκέψεις νά κατέβουν μέ τήν Χάρη του Θεού στήν καρδιά, τότε γίνεται ή κυοφορία τής πνευματικής προσευχής, δηλ. έφθάσαμε στήν ύψηλότερη προσευχή, πού ονομάζεται καρδιακή προσευχή. Τά σημεία ότι έφθάσαμε σ’ αύτό τό ύψηλό είδος τής προσευχής είναι:
Μία δυνατή θέρμη στό μέρος τής καρδιάς, ένας παντοτεινός πόθος καί ζήλος γιά τόν Θεό, μία Ανέκφραστη άγάπη γιά τούς άνθρώπους καί γιά όλη τήν κτίσι, μία άπερίγραπτη πνευματική χαρά, μία πραότης, μία πηγή δακρύων πού προκαλούν ταπείνωση καί φέρνουν τήν άφοβία τοϋ θανάτου.
Ποιός είναι ό καλύτερος διδάσκαλος τής προσευχής;
Είναι αύτή ή ιδια ή προσευχή, όπως λέγη ό άγιος Μακάριος ό Μέγας: «Έγώ ξέρω ότι δέν γνωρίζεις νά προσεύχεσαι, άλλά προ­σευχήσου όπως μπορείς καί συχνότερα καί μόνη της ή προσευχή θά σέ διδάξει νά προσεύχεσαι». Συνεπώς λοιπόν, νά προσευχώμεθα ό­πως μπορούμε καί όσο συχνότερα είναι δυνατόν καί βλέποντας ό Θεός τόν ζήλο μας θά μάς βοηθήση νά άποκτήσουμε τήν άληθινή τής καρδιάς προσευχή καί τό δώρο τών δακρύων.
Πηγή: Από το βιβλίο Πνευματικοί Διάλογοι μέ τόν Ρουμάνο ήσυχαστή π. Κλεόπα (Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτη.

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΝΔΡΕΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟ


Ο Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος
 


Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.



Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.



Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί.

Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν καί καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.




Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)



Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.



Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.



Ψαλμός ρμβ΄ (142)



Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού
ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.


Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.


Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.


Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.


Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.


Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.


Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.


Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.




Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.




Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.


Του Πρωτοκλήτου τω ναώ νύν προσδράμωμεν, οι εν ταις νόσοις και δεινοίς κατεχόμενοι, από βαθέων κράζοντες καρδίας αυτώ˙ ένδοξε Πρωτόκλητε, ώ Ανδρέα Θεόπτα, πρόφθασον και ίασαι, νοσημάτων παντοίων, και εκ κινδύνων λύτρωσαι ημάς, τους τη ση σκέπη θερμώς καταφεύγοντας.



Θεοτοκίον.


Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι εἰ μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.



Ψαλμός ν΄ (50)



Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημα μου επί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μοῦ καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διαπαντός. Σοί μόνω ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον
ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου καί τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλης ἄπ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου αγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἀν ολοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν, καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριον
σού μόσχους.

 


Ωδή α’. ήχος πλ. δ’.
Υγράν διοδεύσας ωσεί.




Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.



Δεσμείν τε και λύειν παρά Χριστού, λαβών εξουσίαν, αμαρτίας με του δεσμού, λύσον ώ Ανδρέα Θεηγόρε˙ και γαρ αυτή μοι, την νόσον επήνεγκεν.

Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.



Εν νόσοις και πόνοις παντοδαποίς, τρυχόμενος μάκαρ, εκ καρδίας σε δυσωπώ, τούτων παρασχείν μοι την ταχείαν, απαλλαγήν και τελείαν υγείωσιν.



Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
.

Ξενωθείς αφρόνως της εντολής, Θεού παρεδόθην, τη δικαία αυτού οργή˙ όν περ εκδυσώπει ώ Ανδρέα, ιλεώ όμματι μάκαρ προσβλέψαι με.



Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Απόρθητον τείχος και αρραγές, γενού μοι Παρθένε, καταφεύγοντι ευλαβώς, τη σκέπη σου κόρη Θεομήτορ, πλήν σου γαρ άλλην, ελπίδα ού κέκτημαι.

 
 


Ωδή γ’. Ουρανίας αψίδος.


Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Ικεσίαις Ανδρέα, συ δραστικαίς Άγιε, τους εν τω ναώ σου φοιτώντας, και αιτουμένους σε, πάντας εξάρπασον, εκ συμφορών και κινδύνων, πάσης περιστάσεως, ψυχής και σώματος.

Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Δεομένους εκ πόθου, και εκ θερμής πίστεως, τους κατακειμένους εν κλίνη δεινού νοσήματος, ροπή ανάστησον, της ισχυράς σου πρεσβείας˙ έχεις γαρ ιαμάτων πλούτον αδάπανον.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.


Εν νυκτί και ημέρα, πόνοις πολλοίς τρύχομαι, τοις εκ νοσημάτων, παντοίων, κατακεντούμενος˙ διο τη σκέπη σου, νύν καταφεύγω Ανδρέα˙ μη δη ούν παρίδης με, μύστα Πρωτόκλητε.


Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Τη τεκούσα Σωτήρα, και λυτρωτήν Άχραντε, τον τας βροτών ασθενείας πάσας ιώμενον˙ όν αγνή πάναγνε, συ ακραιφνώς μιμουμένη, νόσω με κρατούμενον, ίασαι Δέσποινα.



Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου ώ Ανδρέα˙ ότι πάντες μετά Θεόν, εις σε καταφεύγομεν, ως έτοιμον ρύστην και πολιούχον.

Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐ πῖ τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.




Προς το Πρεσβεία θερμή.
Προστάτης Πατρών, φρουρός ο ασφαλέστατος, απαύστως φρουρείν μη διαλύσης ένδοξε, Ανδρέα Πρωτόκλητε, τους σε θερμώς καθικετεύοντας˙ άλλ’ εκ κινδύνων λύτρωσε τη σην, ήνπερ εξόχως ποίμνην πεπίστευσαι.

 



Ωδή δ’.
 Εισακήκοα Κύριε.


Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Συνεχόμενον θλίψεσι, και στενοχωρούμενον νόσω σώματος, ελευθέρωσόν με δέομαι, θεία σου εντεύξει ώ Πρωτόκλητε.

Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Ικετεύω σε ένδοξε, σάλω και βυθώ δεινών περιστάσεων, μη παρίδης ποντούμενον˙ άλλ’ ανάγαγέ με, σαις δεήσεσιν.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.


Νοσημάτων απάλλαξον, τους εν τω ναώ σου θερμώς προστρέχοντας και προστάτην σε θερμότατον, επικαλουμένους Παναοίδιμε.

Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Ανακαίνισον Άχραντε, πεπαλαιωμένον με δεινοίς πταίσμασιν, η τον καινουργόν κυήσασα, αρεταίς ενθέοις βελτιώσασα.


 
 


Ωδή ε’.
 Φώτισον ημάς.


Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Νέμοις μοι ροπήν, σου της θείας αντιλήψεως, και καταψύξαις την καρδίαν μου, φλογιζομένην, και πυρέσσουσαν Απόστολε.

Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Δώρον ειληφώς, των ιάσεων το δώρημα, δώρησαι ιάσεως χρήζον της καχεξίας την κατάπαυσιν βραβεύων μοι.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.


Ρύσαι πειρασμών, χριστομίμητε Πρωτόκλητε, κινδύνων και ποικίλων θλίψεων, επερχομένων, αδοκήτως τοις ικέταις σου.

Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Έχουσα αγνή, ευσπλαγχνίας μέγα πέλαγος, νύν μοι κινδυνεύοντι Πανάμωμε, επικάμφθητι, δια σπλάγχνα σης χρηστότητος.


 
 

Ωδή στ΄.
 Την δέησιν εκχεώ.


Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Ακέστορα σε πλουτούμεν Άγιε, και θερμόν εν περιστάσεσι πρέσβυν, ρύστην φρουρόν και προστάτην Ανδρέα, ως εις κοινόν ιατρείον προσφεύγομεν. Θεράπευσον ούν συμπαθώς, τας ημών ασθενείας και μάστιγας.

Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Ακούσας μου της ευχής Απόστολε, επιτάχυνον οικτείραί με μάκαρ˙ ιδού γαρ νύν η ζωή μου εκλείπει, ως εις αέρα καπνός σκεδαννύμενος˙ άλλ’ εύροιμί σε αρωγόν, χριστομίμητον οία περ πέλοντα.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.


Νηχόμενος τοις του βίου κύμασι, περιπίπτω καθ’ εκάστην ανάγκαις, ταις την ψυχήν και το σώμα στροβούσαις˙ ως δ’ εις γαλήνιον όρμον Πρωτόκλητε, τον σον ναόν προσπεφευγώς, διασώζομαι πρεσβείαις σου.

Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Το μέγιστον των πιστών προσφύγιον, το κοινόν των ασθενών ιατρείον, χριστιανών την στερράν προσδοκίαν, των δεομένων την θείαν αντίληψιν˙ την Δέσποιναν του ουρανού˙ και της γης δυσωπήσαι οικτείραί με.



Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου ώ Ανδρέα ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν, ως έτοιμον ρύστην και πολιούχον.


Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

 
 



Προστασία των Χριστιανών.



Πρασπίζειν της ποίμνης της σης Παμμακάριστε, και πρεσβεύειν απαύστως Χριστώ και Δεσπότη σου, μη αποκάμης εκτενώς δεόμενος αυτού˙ αλλά πρόφθασον ως μιμητής των σταυρικών αυτού παθών, υπέρ των δεομένων σου˙ κόπασον πειρασμούς τε και λύσον τας περιστάσεις, των προστρεχόντων σοι θερμώς Ανδρέα Πρωτόκητε.



Προκείμενον. Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών.


Στίχ. Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού.



Ευαγγέλιον 
κατά Ματθαίον (δ’ 18- 23)


Τω καιρώ εκείνω, περιπατών ο Ιησούς παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, Σιμωνα τον λεγόμενον Πέτρον, και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν, (ήσαν γαρ αλιείς) και λέγει αυτοίς˙ Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ. Και προβάς εκείθεν είδεν άλλους δύο αδελφούς, Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου, και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, εν τω πλοίω μετά του Ζεβεδαίου του πατρός αυτών, καταρτίζοντας τα δίκτυα αυτών, και εκάλεσεν αυτούς. οι δε ευθέως αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών, ηκολούθησαν αυτώ. Και περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς, διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το Ευαγγέλιον της βασιλείας, και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ταῖς τού Πρωτοκλήτου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
 
 


Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.



Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.


Ανδρέα Πρωτόκλητε, του Κορυφαίου ομαίμων, Αποστόλων καύχημα, Μαθητών προβάθμιε, αγλαότιμε, απαρχή αγία, του Ευαγγελίου, του Κυρίου εχρημάτισας. Ως ούν γινώσκοντες, έξοχον πρεσβείαν πλουτούντά σε, σοι πάντες καταφεύγομεν˙ και νύν εκτενώς σου δεόμεθα, ίασαι τας νόσους, τους πόνους και τας μάστιγας ημών, και ρύσαι πάσης κακώσεως, ποίμνην την τιμώσάν σε.

 
 


Ωδή ζ’.
 Οι εκ της Ιουδαίας.

Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Ως ποτέ της χρονίας, ασθενείας ερρύσω μάκαρ τον Σώσιον, αφή χειρός σου μόνη ούτω της νύν τηκούσης, καμέ νόσου απάλλαξον, σου αοράτω θερμή Ανδρέα επισκέψει.

Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Νεκρόν ως εξεγείρω, επικαμφθείς, Ανδρέα μητρός τοις δάκρυσι, καμέ νύν ημιθνήτα, βραχύ τι κεκτημένον, ζωής λείψανον έγειρον, ως ακραιφνής μαθητής, του τους νεκρούς ζωούντος.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.


Νόσων παντοίων και κινδύνων, Ιατρός φανείς, Ανδρέα τρισμάκαρ˙ της ψυχής μου διο, θεράπευσον την νόσον, και ευρωστίαν δώρησαι, ταις ενθέοις σου πρεσβείαις.


Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Ουρανών πλατυτέρα, ανεδείχθης Παρθένε Χριστόν κυήσασα˙ στενούμενον ούν νόσοις, και θλίψεσι παντοίαις, πρεσβειών σου ευρύτητι κατάστησόν με αγνή, εις υγείας πλάτος.

 



Ωδή η’. 
Τον Βασιλέα των Ουρανών.



Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.



Υπό την σκέπην των πρεσβειών σου Ανδρέα, προσδραμών δέομαί σου, ρυσθήναι των περιστοιχούντων, δεινών με ανενδότως.

Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Μετανοείν με, από ψυχής και καρδίας, εξαιτώ επαμύναι Ανδρέα, ταίς πανευπροσδέκτοις προς Κύριον λιταίς σου.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.


Οδυνωμένω, υπό μακράς ασθενείας, ιατρός πρόστηθί μοι Ανδρέα, ως απορουμένων και ορφανών προστάτης.


Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Νενεκρωμένον, των προσβολών ταίς ακίσι, δυσωπώ ζ
ωώσαί με Παρθένε, τον Ζωοδότην Χριστόν αποτεκούσα.


 


Ωδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον.


Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Αυγαίς ταις της Τριάδος, λάμπρυνον Ανδρέα, τα της ψυχής και καρδίας μου όμματα, ίνα σε πόθω γεραίρω, ενθέοις άσμασιν.



Άγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.


Χριστομιμήτως μάκαρ, τας ανυψωθείσας επί σταυρού πριν παλάμας σου έπαρον, προς τον Σωτήρα πρεσβεύων, υπέρ της ποίμνης σου.



Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.


Οχύρωμα και σθένος, σκέπη τε και φύλαξ, γενού Ανδρέα και τείχος απόρθητον, τοις καταφεύγουσι πίστει, τη θεία σκέπη σου.


Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Υπέραγνε Παρθένε, συν τω Πρωτοκλήτω, τον σον Υιόν εισαεί καθικέτευε, όπως ρυσθείημεν πάντες, φρικτής κολάσεως.

 
 
 


Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.


Δεύτε τον Πρωτόκλητον μαθητήν, εν ύμνοις ασμάτων, ευφημήσωμεν οι πιστοί, τον του Αιγεάτου, το θράσος καθελόντα, και του Χριστού το πάθος, εκμιμησάμενον.

Δεύτε τον Πρωτόκλητον μαθητήν, και των Αποστόλων, τον προβάθμιον αγωγόν, τον της Αχαΐας και των Πατρών προστάτην, Ανδρέαν τιμήσωμεν.



Χαίροις ο Πρωτόκλητος μαθητής, χαίροις σωφροσύνης, και ανδρείας στήλη λαμπρά˙ χαίροις ο του πάθους, κοινωνός του Κυρίου, Απόστολε Θεόπτα Ανδρέα πάντιμε.

Χαίροις των Πατέρων μέγας φρουρός, πρόμαχος και ρύστης, πολιούχος και βοηθός˙ χαίροις της σης ποίμνης, υπερμαχών απαύστως, και περισκέπων ταύτην, Ανδρέα ένδοξε.

Σκέπε, φρούρει, φύλαττε εκ δεινών, τους εν τω ναώ σου, ανυμνούντάς σε ευλαβώς˙ και ρύσαι κινδύνων και πάσης άλλης βλάβης, την σε τιμώσαν ποίμνην, Ανδρέα ένδοξε.


Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ Δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τῷ σωθῆναι ἠμᾶς.

 
 Τό Τρισάγιον


Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)


Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.


Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.



Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.



Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.



Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.


Απολυτίκιον.

Απόστολε Άγιε Ανδρέα, πρέσβευε τω ελεήμονι Θεώ ίνα πταισμάτων άφεσιν παράσχη ταις ψυχαίς ημών.
 
 

Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν.


Πάντων Αποστόλων και μυστών, ένδοξε Πρωτόκλητε μύστα, τους προσκυνούντας θερμώς, την σεπτήν εικόνα σου, βλάβης εξάρπασον, ορατών αοράτων τε, εχθρών και παντοίων νόσων, ελευθέρωσον ψυχής και σώματος˙ ίνα ευχαρίστοις εν ύμνοις, ως παντοδαπόν ευεργέτην, και θερμόν προστάτην σε γεραίρωμεν.



Ἦχος πλ. δ΄.

Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.



Ἦχος β΄.

Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.



Ὁ Ἱερεύς: Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Το γράμμα της μάνας, πριν από τα Χριστούγεννα, στο φυλακισμένο της παιδί…

********************

(κείμενο ενός φυλακισμένου παιδιού, που συγκλονίζει με τα λόγια του, αλλά και με το γράμμα της μητέρας του, που παραθέτει)


22 Δεκέμβρη 2010
.
Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Εἶναι τά δεύτερα Χριστούγεννα πού περνῶ μέσα σέ πηχτό σκοτάδι, μέσα σέ νύχταδίχως σύνορα. Ὁ χρόνος δέν μέ ἀπασχολεῖ, δέν τόν μετρῶ. Δέν χρειάζομαι ρολόι οὔτε ἡμερολόγιο. Ζῶ σέ ἔγκαταβαθιά, δέν ξεχωρίζω τίς ὧρες, τίς μέρες, τούς μῆνες, τά χρόνια. Μέ τή μυρωδιά νιώθω τά Χριστούγεννα κι ὄχι μέ τά μάτια. Τά νιώθω στόν ἀέρα.
Κάθομαι μέ τό βλέμμα καρφωμένο στό ταβάνι καί νιώθω ἄδειος. Δέν ἔχω τίποτε νά ἐλπίζω, δέν περιμένω κάτι ν’ ἀλλάξει. Σέρνομαι στό κενό, λιμνάζω…Καί θά σερνόμουν γιά πολύ καί θά λίμναζα… ἄν…
Ἄν τοῦτο τό πρωΐ δέν ἐρχότανε ἕνα γράμμα ἀπό τή μάνα! Ἀπ’ τή μιά στιγμή στήν ἄλλη στό κελί μου ἔπεσε φῶς. Μόλις τό εἶδα δάκρυα χαρᾶς γέμισαν τά μάτια. Γιά μιά στιγμή ἔνιωσα μπροστά μου τά γράμματα νά χορεύουν τρελό χορό κι ἡ ἀγωνία δέν μέ ἄφηνε ν’ ἀναγνωρίσω τίς λέξεις. Ἔχωσα τό κεφάλι μου μέσα στό χαρτί καί βυθίστηκα στή γλυκιά μυρωδιά τῆς μάνας. Ἡ ζωή λοιπόν ὑπάρχει καί γιά μένα, κι ἀλήθεια μέ περιμένει! Τά λόγια της ἀντηχοῦν στ’ αὐτιά μου συνεχῶς…
«Γιέ μου, γλυκό μου ἀγόρι. Τήν ἴδια τή στιγμή πού μοῦ ἔφυγες κόπηκε ἡ ἀναπνοή μου, ἔσπασε ἡ ψυχή μου. Τό σπίτι μας βυθίστηκε στή σιωπή, δύο χρόνια τώρα, καί βουβάθηκε ἡ ζωή μας.Τίποτε δέν εἶναι πιά τό ἴδιο.
Τώρα ἔρχονται πάλι τά Χριστούγεννα κι οὔτε μιά στάλα χαρᾶς δέ χώρεσε στίς καρδιές μας. Τό μαράζι σου μᾶς λιώνει μέρα τή μέρα.
»Στό γιορτινό τραπέζι δέν θά ’σαι πάλι πλάι μας. Ἡ θέση σου θά εἶναι ἀδειανή, ὅπως καί οἱ ἀγκαλιές μας. Δέν θέλω νά σέ φορτώσω μέ βαριά λόγια, μάτια μου, μά ἦταν μέσα μου καιρό καί δέν ἄντεξα στό θέατρο πού ἔπαιζα μπροστά στόν πατέρα καί τόν αδερφό σου. Βλέπεις, κάποτε τά λόγια ἀδυνατοῦν νά μένουν χωμένα βαθιά μας. Ζητοῦν διέξοδο καί δέ νοιάζονται γιά τό συναίσθημα πού θά προκαλέσουν.
»Κάνε ὑπομονή, ἀκριβέ μου. Δέν μπορεῖ, θά ’ρθουν καλύτερες μέρες γιά ὅλους μας. Τό ἄστρο τῆς γιορτῆς ἴσως ζεστάνει τίς ζωές μας. Σοῦ στέλνω ὅλη μου τήν ἀγάπη καί τήν ἔγνοια! Καί νά θυμᾶσαι: τά πράγματα στή ζωή κάποτε ἀλλάζουν. Κάνε σύμμαχό σου τήν ἐλπίδα καί προχώρα δίχως πίσω νά κοιτᾶς! Γιά μᾶς θά εἶσαι πάντα ὁ μικρός μας Φλοριάν…
Σέ φιλῶ γλυκά,
Ἡ μαμά σου».
Ἀπό τό Γυμνάσιο Φυλακῶν  Ἀνηλίκων Βόλου
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ-ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2012 5
Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
από το περιοδικό Φίλοι Φυλακισμένων ,του Συλλόγου Συμπαραστάσεως Κρατουμένων ο  Ονήσιμος 
.
για την αντιγραφή των κειμένων Alexia-momyof6