Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Η Προσευχή του Μύστη της Χάριτος Αγίου Γρηγορίου Παλαμά – Γράφει ο Λότσιος Ιωάννης


''Οι λόγοι σου Πάνσοφε καί τά σεπτά συγγράμματα, δρόσος ουρανία μέλι, πέτρας άρτος Αγγέλων τοίς εντυγχάνουσι, νέκταρ αμβροσία γλυκασμός, ήδυσμα Γρηγόριε καί πηγή ζώντος ύδατος''. Κυριακή β’ Νηστειών της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και στον απόηχο της Κυριακής της ορθοδοξίας, υπάρχει η μεγάλη εορτή στην ευλογημένη πόλη της Θεσσαλονίκης, μια πόλη που κατέχει ως πολύτιμο θησαυρό τα χαριτόβρυτα λείψανα του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά[1], όπως αναφέρεται στην υμνογραφία:«Κοινόν σε Διδάσκαλον, γνωρίζει γή καί θάλασσα στήλην ιεράν Ορθοδοξίας καί οπλοθήκην θείων δογμάτων σεπτήν σοφόν θεολόγον ιερόν, σύσκηνον συμμέτοχον Αποστόλων ομότροπον».
Την ημέρα αυτή, εξέρχεται η ιερά λάρνακα του Αγίου από το παρεκκλήσιο, στο μέσο του νου και γίνεται λιτανεία στην πόλη με την συμμετοχή των ιερέων, τοπικών αρχών και του ευσεβούς λαού:«Ο στύλος τής Πίστεως τής Εκκλησίας ο πρόμαχος, ο μέγας Γρηγόριος, ανευφημείσθω μοι, ο πανάριστος ποιμήν Θεσσαλονίκης ο κόσμος τού τάγματος Ιεραρχών αληθώς».
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δέχεται μια σφοδρή επίθεση ενάντια στην εμπειρία της εν Χριστώ ζωής τον 14ον αιώνα.Αυτή η απειλή ονομάζεται Ορθολογισμός και εμπνευστής του ήταν ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός[2]. Αυτό που πραγματικά απειλεί την ζωή και την πίστη μας, δεν είναι η απιστία στην ύπαρξη του Θεού. Αυτό αποτελεί το σύνθημα ενός ξεπερασμένου αθεϊσμού. Ο σύγχρονος αθεϊσμός, ωστόσο βρίσκεται στην αλλαγή, την παραποίηση και την διαφθορά της πίστης προς τον Θεό. Ως εκ τούτου, ο κίνδυνος για την πίστη δεν είναι πια οι ιδεολογίες και οι εξωτερικές πιέσεις, αλλά μάλλον ο βαθμός  της καθαρότητας της πίστης και εμπειρίας[3]. Αν κοιτάξουμε την κατανόηση της αμαρτίας μας, και αυτό είναι ένα σημαντικό ζήτημα για τη σχέση μας με τον Θεό και τη σωτηρία μας, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η κατανόηση  απειλείται από τον ορθολογισμός του Βαρλαάμ.

Ο Ησυχασμός[4] είναι η άσκηση που αποβλέπει σε μια εσωτερική ηρεμία μέσω της συνεχούς χρήσης των σύντομων, επαναλαμβανόμενων προσευχών, όπως η προσευχή του Ιησού σε συνδυασμό με ορισμένες άλλες αρετές. Ο απώτερος στόχος είναι να μπορέσει ο ασκούμενος να αντιληφθεί την παρουσία του Θεού μέσα του.

Άγιον Πνεύμα και Εκκλησία στην Πατερική Παράδοση Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήση



Εκ του βιβλίου:
  Πρωτοπρεσβύτερος  Θεόδωρος Ζήση
1.Η εκτός της Εκκλησίας δράσις του Αγίου Πνεύματος.

α'. Άγιον Πνεύμα και Εκκλησία.

Η ζωή και η ύπαρξις της Εκκλησίας συνδέονται στενώτατα προς την εν αυτή παρουσίαν του Αγίου Πνεύματος. Η Πεντηκοστή, κατά την οποί­αν απεστάλη το Άγιον Πνεύμα εις τους αποστόλους, ίνα μένη εις τον αιώνα μετ' αυτών και οδηγή αυτούς εις πάσαν την αλήθειαν, αποτελεί την γενέθλιον της Εκκλησίας ημέραν· "ει μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκ­κλησία, ει δε συνίσταται η Εκκλησία, εύδηλον ότι το Πνεύμα πάρεστιν", παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος εις ομιλίαν του εις την Πεντηκοστήν[1]. Η εσωτέρα υφή και δομή της Εκκλησίας, η όλη υπόστασις αυτής είναι πνευ­ματική.

Ως προς την ιδιαιτέραν θέσιν, ην εν τη Εκκλησία έχουν ο Χριστός και το Άγιον Πνεύμα, διδάσκεται υπό των Πατέρων και υπό νεωτέρων περί Εκ­κλησίας και Πνεύματος καθορισμών ότι ο Χριστός αποτελεί την κεφαλήν, το δε Άγιον Πνεύμα την ψυχήν της Εκκλησίας, την ζωοποιούσαν το σώμα αυτής και συνδέουσαν τα μέλη προς την κεφαλήν και προς άλληλα[2].

Ιδιάζουσα ενέργεια του Πνεύματος εν τη Εκκλησία είναι η συνέχισις του απολυτρωτικού έργου του Κυρίου και η εις έκαστον των μελών αυτής μετάδοσις των καρπών της απολυτρώσεως. Άνευ της δράσεως του Αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία η υπό του Χριστού πρόσληψις της ανθρωπίνης φύσεως, η αποκάθαρσις, η αφθαρτοποίησις και η θέωσις αυτής θα παρέμενον ψιλόν επίτευγμα άνευ σωτηριώδους αντικρύσματος ή, διά να χρησιμοποιήσωμεν άριστα εν προκειμένω αρμόζουσαν συνήθη φράσιν, θα παρέμενον "δώρον άδωρον". Η διά του Χριστού επιτευχθείσα νίκη κατά του θα­νάτου και της αμαρτίας θα παρέμενεν απρόσιτον διά τον ασθενή άνθρωπον κατόρθωμα, εάν δεν διηγείρετο και δεν ενεδυναμούτο υπό του Πνεύματος. Αυτήν την έννοιαν έχει και ο αποκλεισμός της δυνατότητος της σωτηρίας εκτός της Εκκλησίας, το exrta ecclesiam nulla salus, ιδέα αναπτυχθείσα υπό πολλών Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων. Χαρακτηριστικώς αναφέρομεν την γνώμην του Ωριγένους παρατηρούντος ότι αφ' εαυτού, άνευ της ενεργείας των αγιαστικών της Εκκλησίας μέσων, ουδείς σώζεται, αλλά περιπίπτει εις τον θάνατον[3].

Διά τούτο και η περίοδος εν τη οποία εκδιπλούται η ζωή της Εκκλη­σίας χαρακτηρίζεται ως ο ιδιαίτερος χρόνος της ενεργείας του Αγίου Πνεύ­ματος· Ubi enim Ecclesia, ibi et Spiritus Dei, et ubi Spiritus Dei, illic Ecclesia et omnis gratia, κατά τον Άγιον Ειρηναίον[4]. Εκκλησία και Άγιον Πνεύμα συν­δέονται οντολογικώς θα έλεγέ τις λαμβάνων μάλιστα υπ' όψιν την εικόνα του σώματος και της ψυχής, και ως προς την εν τη ιστορία έκφανσίν των το εν προσδιορίζει την παρουσίαν του ετέρου.

Ήδη εις την Καινήν Διαθήκην η παρουσία του Άγιου Πνεύματος εμφα­νίζεται ως συνέπεια της υπό του Χριστού τελειώσεως του έργου της σωτη­ρίας· "συμφέρει υμίν, ίνα εγώ απέλθω· εάν γάρ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς"[5]. Προ του Σταυρού και της δόξης του Χριστού δεν είχε δοθή το Άγιον Πνεύμα· "ουδέπω γαρ ην Πνεύμα άγιον, ότι Ιησούς ουδέπω εδοξάσθη"[6]. Η αφαίρεσις του σκέποντος τον άνθρωπον Πνεύματος εν τω παραδείσω ωφείλετο εις την εκ του Θεού αυτεξούσιον απομάκρυσιν αυτού· μένων εν τω Θεώ ο πρωτόπλαστος εσκέπετο υπό της Θ. Χάριτος. Έπρεπε διά τούτο να προηγηθή η διά του Χριστού επαναπροσέγγισις Θεού και ανθρώπου και εν συνεχεία να δοθή το Άγιον Πνεύμα ως "καταλλαγής τεκμήριον" κατά τον Χρυσόστο­μον[7].

Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας




Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ: Ο Νικόλαος Καβάσιλας γεννήθηκε το 1322 στη Θεσσαλονίκη, σε μια εποχή πολιτικής παρακμής του Βυζαντίου, αλλά, αντιθέτως, και σε μια εποχή ανόδου και άνθισης των θεολογικών γραμμάτων. Την εποχή εκείνη, η ορθόδοξη Θεολογία βρισκόταν σε πολύ μεγάλη ακμή μέσα από τις λεγομενες ησυχαστικές έριδες. Η ησυχαστική διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά, που τότε άρχισε να κυριαρχεί, εστίαζε στη δυνατότητα του ανθρώπου να γίνει κοινωνός του άκτιστου Θείου φωτός, διά της ενώσεώς του με το Θεό και με τις άκτιστες θείες ενέργειές Του, χάρη στην καθαρή καρδιά και την καρδιακή προσευχή. Η ησυχαστική διδασκαλία συμπύκνωνε το πραγματικό νόημα της ορθόδοξης πίστης περί της θέωσης του ανθρώπου. Την διδασκαλία αυτή εκπροσώπησε, μεταξύ άλλων, και ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ο οποίος είναι γνωστότερος και ως «ο τελευταίος των Μυστικών».
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ήταν ανιψιός του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Νείλου Καβάσιλα. Το πατρικό του επώνυμο ήταν Χαμαετός, αλλά ο Νικόλαος κράτησε τελικά το επώνυμο του αδερφού της μητέρας του. Έκανε σπουδές Ρητορικής, Θεολογίας, Φιλοσοφίας και φυσικών Επιστημών στην Κωνσταντινούπολη, έμεινε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κοντά στον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά στο Άγιο Όρος, ενώ αναμείχθηκε και σε θέματα πολιτικής και δικαιοσύνης. Για ένα διάστημα διετέλεσε σύμβουλος του Κατακουζηνού, ο οποίος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, εκάρη μοναχός στη Μονή των Μαγγάνων.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΩΣ ΘΕΣΜΟΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ

 


   Α΄. Γάμος· αρχή της οικογένειας.
   Αν ανοίξουμε κάποιο εγκυκλοπαιδικό λεξικό, θα δούμε ότι οικογένεια λέγεται· «Ομάς ανθρώπων συνδεδεμένων δια φυσικών δεσμών (γονείς, τέκνα και αδελφοί) διαβιούσα υπό την αυτήν στέγην». Ή πιο συγκεκριμένα· «Οικογένειαν καλούμεν σήμερον ομάδα αποτελουμένην αφ’ ενός μεν εκ δύο ετεροφύλων προσώπων, συνημμένων δια του δεσμού του γάμου, αφ’ ετέρου εκ του κοινού γάμου τέκνων. Αύτη στηρίζεται επί της αμοιβαίας πίστεως και της προθέσεως ισοβίου συμβιώσεως. Πας άλλος δεσμός μη στηριζόμενος εις τον γάμον, αποκλείων της κοινότητος ταύτης τα τέκνα και μη ών μακράς ή κατά πρόθεσιν τουλάχιστον ισοβίου διαρκείας, δεν είναι οικογένεια. Αύτη βεβαίως είναι η έννοια της μονογαμικής οικογενείας και ουχί της πολυγαμικής»1, η οποία προσιδιάζει στα άλογα ζώα μάλλον παρά στον άνθρωπο.
   Εκείνο το οποίο πρέπει να επισημάνουμε και να τονίσουμε από τα πιο πάνω λεχθέντα για την οικογένεια είναι, ότι η έννοια της οικογένειας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και συνυφασμένη με την έννοια του γάμου. Όπως όμως υπογραμμίζει το λεξικό, «δεσμός μη στηριζόμενος εις τον γάμον δεν είναι οικογένεια». Κι όπως λέγει ο Χρήστος Ανδρούτσος στην Ηθική του, «η οικογένεια ιδρύεται δια του γάμου, της ισοβίου συζεύξεως δήλα δη ανδρός και γυναικός επί τη βάσει της του γένους σχέσεως»2.
   Συνεπώς, για να μελετήσουμε το θέμα «Η οικογένεια ως θεσμός εν Χριστώ», πρέπει να αναλύσουμε με δυο λόγια το θέμα του γάμου. Τι είναι γάμος, ποια είναι η σχέση που έχει με την Εκκλησία και ποιοι είναι οι σκοποί του.

Είμαστε οπαδοί του Χριστού ή μαθητές του Χριστού; Ποια η διαφορά; ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΒΛΑΧΟΥ


Μαθητές και οπαδοί


Ο Χριστός, όταν άρχισε επισήμως το έργο Του, προσεκάλεσε τους πρώτους μαθητές και σχημάτισε την αποστολική Του ομάδα, γιατί πρώτα έπρεπε να μάθουν στην πράξη την νέα ζωή που έφερε στον κόσμο και έπειτα να την διδάξουν στους ανθρώπους, σε όλα τα έθνη. Τούς ονόμασε δε μαθητές και έτσι τιτλοφορούνται από τον Χριστό και τους Ευαγγελιστές.
Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Ουκ έστι μαθητής υπέρ τον διδάσκαλον» (Ματθ. ι’ 24). Είναι γεμάτο το Ευαγγέλιο με αυτήν την προσηγορία, όπως: «προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού» (Ματθ. ε’ 1) «ηκολούθησαν αυτώ οι μαθηταί αυτού» (Ματθ. η’ 23) «τότε λέγει τοίς μαθηταίς αυτού» (Ματθ. θ’ 37) «καί εκτείνας την χείρα αυτού επί τους μαθητάς αυτού έφη ιδού η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου» (Ματθ. ιβ’ 49) κλπ.
Μετά την Πεντηκοστή και την συγκρότηση της πρώτης Εκκλησίας με το Βάπτισμα, το Χρίσμα και την θεία Ευχαριστία, όλα τα μέλη της Εκκλησίας ονομάσθηκαν μαθητές του Χριστού. Στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων συναντά κανείς πολλές τέτοιες εκφράσεις, όπως: «πληθυνόντων των μαθητών» (Πράξ. ς’ 1) «τό πλήθος των μαθητών» (Πράξ. ς’ 2) «εμπνέων απειλής και φόνου εις τους μαθητάς του Κυρίου» (Πράξ. θ’ 1) «επειράτο κολλάσθαι τοίς μαθηταίς και πάντες εφοβούντο αυτόν, μη πιστεύοντες ότι εστί μαθητής» (Πράξ. θ’ 26) «χρηματίσαι τε πρώτον εν Αντιοχεία τους μαθητάς Χριστιανούς» (Πράξ. ια’ 26) «οι δε μαθηταί επληρούντο χαράς και Πνεύματος Αγίου» (Πράξ. ιγ’ 52) «κυκλωσάντων δε αυτόν των μαθητών» (Πράξ. ιδ’ 20) «επιστηρίζοντες τάς ψυχάς των μαθητών» (Πράξ. ιδ’ 22) κλπ.
Η λέξη μαθητής προέρχεται από το ρήμα «μαθητεύω» και δείχνει κάποιον που επιλέγει έναν δάσκαλο, θέτει τον εαυτό του στην υπακοή του για να εκπαιδευθή στην γνώση που εκείνος διαθέτει, ώστε να μεταδοθή και σε αυτόν η εμπειρία του και οι γνώσεις του.
Η μαθητεία συνδέεται με την αγάπη προς το πρόσωπο του διδασκάλου, κυρίως σε ό,τι εκείνος εκφράζει, την επιλογή που γίνεται με την ελευθερία και φυσικά την συστηματική εκπαίδευση για την μύηση των αληθειών.