Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γιά τούς κεκοιμημένους


  Ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λό­γο του για τους κοιμηθέντας γράφει:
«Μην αρνεί­σαι να προσφέρης λάδι και να ανάβης κεριά στον τάφο του, επικαλούμενος Χριστόν τον Θεόν, και αν ακόμα ο κοιμηθείς τελείωσε ευσεβώς τη ζωή του και τοποθετήθηκε στον ουρανό.
 Γιατί αυτά είναι ευπρόσδεκτα από το Θεό και προσκομίζουν μεγάλη την ανταπόδοσή του, γιατί το λάδι και το κερί είναι θυσία και η θεία λειτουργία εί­ναι εξιλέωση. Η δε αγαθοεργία φέρνει τελικά προσαύξηση σε κάθε αγαθή ανταπόδοση. Ο σκο­πός του προσφέροντος για την ψυχή κοιμηθέντος είναι ίδιος με τα όσα κάνει όποιος έχει μικρό παιδί άρρωστο και αδύναμο, για το οποίο προ­σφέρει στον ιερό ναό κεριά, θυμίαμα και λάδι με πίστη και τα χαρίζει όλα για το παιδί του.
Τα κρατάει και τα προσφέρει με τα χέρια του σαν να τα κρατάει και να τα προσφέρη το ίδιο το παιδί, ακριβώς δηλ. όπως γίνεται όταν στο βάπτισμα αποκηρύσσεται ο σατανάς από τον ανάδοχο για λογαριασμό του νηπίου. Παρομοίως πρέπει να θεωρείται και όποιος πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι κρατάει και προσφέρει τα κεριά και το λάδι, και όλα όσα προσφέρονται για τη λύτρωσή του.Έτσι με τη χάρη του Θεού η προσπάθεια που γί­νεται με πίστη δε θα πάει χαμένη. Να είστε σίγουροι ότι οι θείοι απόστολοι και οι θεοδίδακτοι διδάσκαλοι και οι θεόπνευστοι πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με το θείο και φωτίσθηκαν καθόρισαν με τρόπο θεάρεστο τις λειτουργίες, τις προσευχές και τις ψαλμωδίες, που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη εκείνων πού πέθαναν.
Και όλα αυτά μέχρι σήμερα, πάντα με τη χάρη του φιλανθρώπου Θεού, αυξάνονται και συμπληρώνονται σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντος για να δοξάζεται και να εξυμνείται ο Κύριος των κυρίων και Βασι­λεύς των βασιλευόντων».
Αλλά έρχεται ο αντίθετος και λέει: «Εάν έτσι έχουν τα πράγματα θα σωθούν όλοι και κα­νείς δε θα χαθή».
Μακάρι να συμβή αυτό. Αυτό είναι που επιθυ­μεί, που επιδιώκει, που θέλει, και αυτό είναι που ευχαριστεί τον πανάγαθο Κύριο, να μη στερηθή κανένας τις δωρεές του. Σάμπως τα βραβεία και τα στεφάνια τα ετοίμασε για τους αγγέλους; Γι’ αυτούς ήρθε από τον ουρανό και πήρε σάρκα από την Παρθένο, έγινε άνθρωπος και έπαθε; Στους αγγέλους πάλι θα πη «ελάτε ευλογημένοι του πα­τέρα μου να κληρονομήσετε την ετοιμασμένη βα­σιλεία»; (Ματθ. 25, 34).
Δεν μπορεί να υπάρχη άλλη γνώμη. Αυτός που έπαθε για τον άνθρωπο, για τον άνθρωπο ετοίμασε και τα βραβεία. Εξ άλλου ποιος καλεί φίλους και δεν χαίρεται να του έρθουν όλοι και να χαρούν μαζί του; Γιατί για ποιον έκανε τις ετοιμασίες; Αν αυτό το θέ­λουμε εμείς φανταστείτε πόσο περισσότερο το θέλει ο μεγαλόδωρος και από τη φύση του πανά­γαθος και φιλάνθρωπος Θεός, που χαίρεται πε­ρισσότερο μοιράζοντας και παρέχοντας δώρα, α­πό όσο χαίρεται εκείνος που τα λαμβάνει.
Όσοι αμφισβητούν τα παραπάνω να προ­σέξουν. Τον κάθε άνθρωπο που φρόντισε και έκανε έστω μικρά ζύμη από αρετές και δεν πρόλαβε να τη μεταβάλη σε άρτο, ήθελε σίγουρα, ήταν στην επιθυμία του, αλλά είτε από αμέλεια, είτε α­πό τεμπελιά, είτε από ατολμία, είτε από αναβολή, σήμερα – αύριο, και τον πρόλαβε και τον θέρισε ο θάνατος απρόσμενα, χωρίς να το περιμένη, αυτόν δεν πρόκειται να τον λησμονήσει ο δίκαιος Κριτής και Δεσπότης.
Στην περίπτωση αυτή θα παρακίνηση, μετά το θάνατό του, τους δικούς του φίλους και συγγενείς και θα συγκίνηση τις ψυχές τους για να τον βοηθήσουν. Τότε αυτοί παρακινημένοι από το Θεό, που θα τους ανάψει τις ψυχές να αγαπήσουν, αυτοί θα τρέξουν να καλύψουν το κενό εκείνου που πέθανε.
Και αντιθέτως για εκείνον που έζησε μέσα στην αμαρτία, σε μια ζωή γεμάτη με αγκάθια και βρωμιές, που δεν άκουσε ποτέ τη φωνή της συνει­δήσεώς του, που κυλιόταν χωρίς φόβο και ντρο­πή στις δυσωδίες των ηδονών με μόνη φροντίδα να ικανοποιή τις ορέξεις της σαρκός του, με κα­νένα ενδιαφέρον για την ψυχή, με φρόνημα καθα­ρά σαρκικό και κοσμικό, σ’ αυτόν, όταν έρθη η ώρα του θανάτου, κανένας δε θα δώση χέρι βοη­θείας.
Όλα θα εξελιχθούν έτσι ώστε να μη τον βοηθήση ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του, ούτε οι φίλοι του και συγγενείς, ούτε κανένας αφού ο Θεός δεν τον έχει μετρημένο με τους δι­κούς του. Εύχομαι, αν είναι δυνατόν, να με βοηθήσουν οι φίλοι μου να μην αφήσω κανένα υστέρη­μα.
Εάν όμως φτάσω στο τέλος χωρίς να είμαι έ­τοιμος και ως άνθρωπος αφήσω κανένα υστέρη­μα, παρακαλώ τον Κύριο να συγκίνηση τις ψυχές των φίλων και συγγενών, να ζεστάνει τις καρδιές τους για να με βοηθήσουν μετά το θάνατό μου με έργα αρεστά στο Θεό.
Κύριε, Θεέ των θαυμάτων και βοηθέ των απόρων σε ικετεύω, την ώρα εκεί­νη να μη βρεθώ με κανένα υστέρημα, σε τίποτε λειψός τόσο εγώ όσο και όσοι πιστεύουν σε σέ­να.
Αλλά ας ακούσομε τί λέει, τί διδάσκει ο ιε­ρός Χρυσόστομος, που τον ανέφερα και νωρίτερα:
«Εάν δεν πρόλαβες να ρυθμίσεις όλα τα ζη­τήματα της ψυχής όσο ζούσες, τότε φρόντισε, έ­στω και στα τελευταία σου, να αφήσης εντολή στους δικούς σου να σου στείλουν όλα τα δικά σου μαζί σου και να σε βοηθήσουν. Εννοώ βε­βαίως τις ελεημοσύνες και τις προσφορές. Έτσι θα μαλακώσεις τον Λυτρωτή απέναντί σου, αφού με αυτά ευχαριστιέται και τα δέχεται».

Και αλλού γράφει ο ίδιος: «Στη διαθήκη σου βάλε να σε κληρονομήση μαζί με τα παιδιά σου και ο Δεσπότης Χριστός. Βάλε στο χαρτί και το όνομα του Κριτή και μη παραλείπης τους φτω­χούς. Και εγώ εγγυώμαι γι αυτούς.
Αυτό δεν ση­μαίνει πως έχετε το δικαίωμα να δικαιολογείσθε για να μην κάνετε ελεημοσύνες όσο είστε ζωντα­νοί, δεν είναι αφορμή για να αφήνετε τις ελεημο­σύνες για μετά το θάνατο. Μια τέτοια σκέψη εί­ναι εντελώς απαράδεκτη, ντροπιαστική και ξένη από το θέλημα του Θεού. Ίσα-ίσα είναι πολύ κα­λό και πολύ αρεστό στο Θεό και καλοδεχούμενο απ’ αυτόν να στολίζη ο κάθε θεοσεβής και θεοφο­βούμενος χριστιανός τον εαυτό του με όλες τις α­γαθοεργίες. Να απομακρύνεται από κάθε ακαθαρ­σία πνευματική.
Να ακολουθεί τις φωτεινές εντο­λές του Θεού για να μπορή να του πη θαρρετά, όταν θα βρεθή μπροστά του, «η καρδιά μου είναι έτοιμη, Θεέ μου, η καρδιά μου είναι έτοιμη» (Ψαλμ. 107, 2). Και έτσι ετοιμασμένος να μπόρε­ση να υποδεχθή τους αγγέλους που κατεβαίνουν να τον παραλάβουν».
Αυτό όμως λίγοι το κάμνουν και το πετυχαί­νουν, κατά το λόγιο: «λίγοι είναι αυτοί που σώζονται» (Λουκ. 13, 23). Βεβαίως αυτό δεν το είπε τυχαία η Σοφία του Θεού, αλλά με κάποιο, θα έ­λεγα, παράπονο ότι «λίγοι είναι όσοι σώζονται».
Πράγματι γνωρίζομε ότι πολύ δύσκολο να βρε­θούν σ’ αυτή την κατηγορία άνθρωποι. Αναγκα­στικά λοιπόν πηγαίνομε στη δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τη διδασκαλία των αποστόλων και των πατέρων. Ώστε οι κεκοιμημένοι, με τη βοή­θεια του Θεού, να ωφελούνται. Η φιλανθρωπία να αυξάνεται. Να επιβεβαιώνεται η ελπίδα της α­ναστάσεως.
Να δυναμώνη η προσευχή στον Θεό. Να πυκνώνη το εκκλησίασμα στους ιερούς ναούς και να είναι πιο θερμό. Και να παίρνη όλο και πιο μεγάλες διαστάσεις η αγαθοεργία προς τους φτωχούς.

Δείτε με πόσους τρόπους η υπόθεση γί­νεται επικερδής και ωφέλιμη και από πόσα επιβεβαιώνεται η βοήθεια προς τους κεκοιμημένους. Γιατί γίνεται αφορμή σωτηρίας και των καταλεγόντων. Επειδή αν σβήσεις την αιτία χάνεις και τα αποτελέσματα. Ποια ανάγκη θα έπειθε τους μι­κρόψυχους να προθυμοποιηθούν και να την τελέ­σουν εάν δεν ήταν σίγουροι ότι θα απαλλάξουν τους δικούς τους από τα παραπτώματα; Τότε πια δεν θα γράφονται στις διαθήκες μερίδια για τους πτωχούς.
Θα σταματήσουν οι λειτουργίες υπέρ των νεκρών, οι ψαλμωδίες και οι άλλες τελετές και τα μνημόσυνα που γίνονται στις τρεις μέρες, στις εννέα, στις σαράντα, στο χρόνο, όλα δηλ. αυτά που όχι τυχαία τα καθιέρωσαν οι διδάσκα­λοι. Μακάρι όμως να μη συμβή κάτι τέτοιο ή να παραλείψουμε κάτι από αυτά.
Υπάρχει όμως το ερώτημα: Τί γίνεται με τους ξένους, τους πτωχούς και γενικά μ’ εκείνους που δεν έχουν δικούς τους για να βοηθήσουν και να τρέξουν, ούτε μπορούν να αφήσουν κληρονο­μιά ή να τελέσουν λειτουργίες, ή ελεημοσύνες;
Άραγε επειδή δεν έχουν ανθρώπους να τους συ­μπονέσουν θα χάσουν την ευκαιρία της σωτη­ρίας; Μήπως είναι άδικος ο Θεός να δίνη σε ό­σους έχουν και μπορούν και να στερή όσους δεν έχουν; Βγάλτε αυτό από το μυαλό σας, γιατί είναι δίκαιος ο Θεός και Δεσπότης, ή για να πούμε την ακρίβεια αυτός είναι η ίδια η δικαιοσύνη, είναι η σοφία, η αγαθότητα και η μόνη δύναμη.
Η δι­καιοσύνη του θα μέτρηση σωστά στον άπορο τα όσα έχει ο πλούσιος. Η σοφία του θα κάνη τα πράγματα έτσι που θα καλυφθούν οι ελλείψεις.
Η δύναμή του θα αποδυνάμωση τον δυνατό και θα ενισχύση τον αδύνατο. Η αγαθότητά του θα σώση το πλάσμα του, εάν βεβαίως αυτό δεν είναι από την μερίδα που συχαίνεται την ορθή πίστη και που η αριστερή πλάστιγγά του βαραίνει πολύ.
Γιατί λένε οι φωτισμένοι από το Θεό άνδρες, ότι η κατάσταση της τελευταίας στιγμής και οι πράξεις ζυγίζονται σε μια ζυγαριά. Και εάν η ζυ­γαριά κλίνη προς τα δεξιά είναι φανερό ότι την ψυχή αυτή θα την πάρουν οι δεξιοί άγγελοι.
Εάν η ζυγαριά ζυγιάζεται στα ίσα τότε νικάει η φι­λανθρωπία του Θεού. Αλλά κατά τους θεολόγους και αν η ζυγαριά γέρνη λίγο προς τα αριστερά τότε το λίγο έλλειμμα το αναπληρώνει η ευσπλα­χνία του Θεού.
Έχομε τρεις λοιπόν θείες κρίσεις του Δεσπότου. Δίκαιη η πρώτη. Φιλάνθρωπη η δεύτερη. Υπεράγαθη η τρίτη. Υπάρχει όμως και μια τέταρτη. Είναι όταν οι πονηρές πράξεις είναι κατά πολύ βαρύτερες. Τότε αλλοίμονο, αδελφοί μου. Όμως και εδώ η κρίση του Θεού είναι δί­καιη, αφού αποδίδει με δικαιοσύνη όσα ανήκουν στον καθένα.
Μερικοί επικαλούνται τα λόγια του μακα­ρίου και ουρανοφάντορα Βασιλείου: «Μη πλανιέ­στε, ο Θεός δεν κοροϊδεύεται» (Γαλ. 6, 7). «Ο νε­κρός δεν μπορεί να θυσιάζη και να κάνη προσφο­ρές. Σάμπως μπορείς με αποφάγια να στρώσης τραπέζι στους λαμπρούς απεσταλμένους του βα­σιλέως; Γιατί αν εκείνος που προσφέρει από το περίσσευμά του δεν γίνεται δεκτός, εσύ θα προσφέρης στον ευεργέτη ό,τι σου περίσσεψε μετά από μια ζωή;»
Σ’ αυτούς απαντάμε έτσι: Καλά τα λέει ο Μέγας Βασίλειος. Πρέπει όμως να δούμε σε ποιον τα λέει. Τα λέει στους πλεονέκτες, στους σκληρούς άρπαγες, στους άσπλαχνους και άπονους. Να πως τους ονομάζει:
«Μιλάμε σε πέ­τρινη καρδιά. Όταν ζούσες μέσα στις ηδονές, στην καλοπέραση, στην καλοζωή σου τότε δεν καταδεχόσουν ούτε ένα βλέμμα να ρίξης στους πτωχούς. Όταν θα πεθάνης ποιος μισθός σου ο­φείλεται;»…

Και πάλι αλλού λέει ο ίδιος: «Δεν μου επιτρέπει το σπίτι του γείτονα να έχω θέα»… «Ο άρπαγας δε σέβεται ούτε το χρόνο ούτε έχει φραγμούς, αλλά όλα σαν φωτιά τα αγκαλιάζει και τα εκμεταλλεύεται και σαν το ορμητικό ποτάμι παρασύρει τα πάντα μπροστά του».
Πολλά τέτοια γράφει στο βιβλίο του το ιερό και είναι φανερό ότι απευθύνεται σ’ αυτούς που όχι μόνο δεν έδω­σαν κάτι για τους πτωχούς, αλλά φρόντιζαν να αρπάζουν και όσα ανήκαν σ’ αυτούς.
Και να μην ακούσω κανέναν να λέη: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι με πλούτο και να μη λυπούνται τους πτωχούς; Και βεβαίως υπάρχουν, όπως έχει λεχθή σε πολλές εποχές, αλλά και στα χρόνια του αξέχαστου και οσιωτάτου Ιωάννου του Ελεήμονος, ο Πέτρος ο τελώ­νης που από άσπλαχνος μεταστράφηκε σε ελεή­μονα και άγιο. Λέγεται στην ιστορία του ότι ήρ­θε σε έκσταση και είδε να ζυγίζονται οι πράξεις του. Παρατήρησε τότε ότι στη δεξιά πλάστιγγα της ζυγαριάς υπήρχε καθαρό καινούργιο σιτάρι, που το είχε πετάξει με μανία στο πρόσωπο ενός πτωχού.
Το σπουδαίο είναι ότι του πέταξε σιτάρι γιατί δεν είχε πρόχειρη πέτρα. Από την οπτασία αυτή ο μακάριος Πέτρος μεταστράφηκε σε μεγά­λη θεοσέβεια. Νομίζω ότι φάνηκε σε ποιους σκληρούς α­πευθύνεται ο Μ. Βασίλειος. Γιατί στον καιρό του έπεσε μεγάλη πείνα. Και οι πλούσιοι έγιναν πιο σκληροί με την τσιγγουνιά τους, τη στιγμή που οι πτωχοί πέθαιναν από την πείνα.
Τότε ο άρι­στος αυτός ποιμένας με τα λόγια του, και ας ήταν σκληρά, άνοιξε τις αποθήκες σε όσους τους ήσαν περιττές και δεν τις είχαν ανάγκη. Αν δεν μιλού­σε έτσι με τα σκληρά του λόγια δε θα μπορούσαν να τραφούν οι πτωχοί, ούτε και οι πλούσιοι θα γίνονταν συμπονετικοί. Ε, αυτός έτσι έκανε.
Είναι ανάγκη να στρέψουμε την προσοχή μας όλη προς την ημέρα εκείνη της φρικτής πα­ρουσίας, δηλ. της δευτέρας του Κυρίου και αυτή να κατευθύνη τις ενέργειές μας, φοβούμενοι μή­πως κατηγορηθούμε από τους συγγενείς μας ότι δεν ενεργήσαμε σωστά, και μάλιστα όσοι πήραμε απ’ αυτούς εντολές και μας δώσανε για φύλαξη και διαχείριση περιουσίες. Και μη νομίσει κα­νείς ότι στη παγκόσμια εκείνη συγκέντρωση δεν θα αναγνωρισθούμε μεταξύ μας, δηλ. μην περά­σει από το μυαλό κανενός ότι μπορεί να αποφύγουμε ανεπιθύμητες συναντήσεις εκεί και θα μεί­νουμε αγνώριστοι μεταξύ μας.
Η αλήθεια είναι ότι θα αναγνωρισθούμε όλοι όχι από την εξωτε­ρική μορφή, αλλά με το εσωτερικό μας μάτι, το διορατικό μάτι της ψυχής μας. Ίσως τώρα ρωτάς από πού το ξέρουμε αυτό; Άκουσε τον ίδιο τον Κύριο να μιλάη με την παραβολή του πτωχού Λαζάρου και να διδάσκη:
«Σηκώνοντας τα μάτια του ο πλούσιος γνώρισε τον πτωχό Λάζαρο που αναπαυόταν στους κόλπους του πατριάρχη Αβρα­άμ» (Λουκ. 16, 2), γνώρισε δηλ. τον πτωχό Λάζα­ρο και τον πατριάρχη Αβραάμ. Και δε θέλω να πη κανείς ότι η ιστορία είναι παραβολική και η υπόθεση αναπόδεικτη. Γιατί οι θείες παραβολές του Σωτήρος αναφέρονται σε θέματα υπαρκτά, δυνατά και αποδεδειγμένα.
Για το ίδιο θέμα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυ­σόστομος μας λέει: «Όχι μόνο τους γνωστούς μας απ’ αυτό τον κόσμο θα αναγνωρίσουμε, αλλά και αυτούς που ποτέ δεν συναντήσαμε και δεν γνωρίσαμε. Δεν έχεις δει τον Αβραάμ, ούτε τον Ι­σαάκ, ούτε τον Ιακώβ, ούτε τους προπάτορες, ού­τε τους προφήτες και τους αποστόλους και τους μάρτυρες. Όμως όταν τους δης σε εκείνη τη συ­γκέντρωση θα τους αναγνώρισης όλους και θα πης: Να ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ και οι άλλοι πατριάρχες. Να ο Πέτρος και ο Παύλος και όλοι οι άλλοι απόστολοι. Να ο προπάτορας Δαβίδ και οι τόσοι προφήτες. Να ο Πρόδρομος, ο πρωτομάρτυς Στέφανος και το πλήθος των α­γίων».
Αλλά και ο Βασίλειος, που είναι σπουδαίος στα πνευματικά πράγματα όταν απευθύνεται στους πλεονέκτες λέει:
«Δε θα φανταστής μπρο­στά στα μάτια σου το μεγάλο δικαστήριο του Χριστού όπου θα στέκονται γύρω σου και θα σου φωνάζουν όλοι όσους αδίκησες! Γιατί όπου και να στρέψης τα μάτια σου θα βλέπης τις εικόνες των κακών. Εδώ πτωχούς που έδειρες, εκεί ορφα­νά και χήρες, τους υπηρέτες που χτύπησες και τους γείτονες που έκανες να θυμώσουν», και όσα τέτοια λέει εκεί.

Ο Εφραίμ που είναι ο καλύτερα ενημερω­μένος για τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου έτσι μας διδάσκει:
«Τότε και τα τέκνα θα κατακρίνουν τους γονείς, αν δεν έχουν πράξει καλά έργα. Την ώρα εκείνη βλέπουν και οι κακοί τους γνωστούς τους. Και αν συμβή να καταριθμηθούν στα δεξιά μέρη, τότε στην ώρα του χωρισμού θρηνούν τη συγκέντρωση».

Πάλι ο συνώνυμος της Θεολογίας λέει: «Τότε θα δω τον Καισάριο (Δηλ. τον αδελφό του) λα­μπρό, δοξασμένο, να χαίρεται, όπως μου φανερώ­θηκες και στον ύπνο πολυαγαπημένε αδελφέ μου».
Αλλά και ο περίφημος στο βίο και στο λόγο θεμέλιος της Εκκλησίας του Θεού, ο Αθανάσιος γράφει για τους κεκοιμημένους που ήταν αφοσιω­μένοι στον Κύριο:
«Και αυτό ακόμα δώρισε ο Κύριος σε εκείνους που θα σώζονται: Το ότι δηλ. θα είναι όλοι μαζί μέχρι την κοινή ανάσταση και θα χαίρονται και έτσι θα περιμένουν μαζί όλοι τα θεϊκά δώρα που μέλλουν να τους δοθούν. Αντίθε­τα οι αμαρτωλοί δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Στην πανανθρώπινη εκείνη συνάντηση με ξέσκεπες όλες τις πράξεις όλων των ανθρώπων θα είναι αναγνωρίσιμα τα πρόσωπα όλων μέχρι να γίνη ο τελικός αποχωρισμός και πάη ο καθέ­νας στο μέρος που ετοίμασε για τον εαυτό του.

Δηλ. οι δίκαιοι θα πάνε με το Θεό και μεταξύ τους, ενώ οι αμαρτωλοί σε μέρη απομακρυσμένα, αλλά μπορεί να είναι και κοντά ο ένας με τον άλλον, αλλά δεν θα γνωρίζονται μεταξύ τους. Γιατί μέσα στην τιμωρία είναι και αυτό, να μην έχουν αυτή την παρηγοριά της γνωριμίας». Άραγε τότε ποια ντροπή θα τους γίνεται αν δεν είναι γνωστοί με όλους; Γιατί τότε είναι μεγάλη και φοβερή η ντροπή όταν κανείς και γνωρίζει και γνωρίζεται, και ντρέπεται κανείς τους γνωστούς του.
Σε έναν άγνωστο μεταξύ αγνώστων δεν δημιουργείται αίσθημα ντροπής. Ε­πομένως είναι πέρα από κάθε αμφιβολία και α­ντίρρηση ότι θα γνωρίζουμε πολύ καλά όλοι ό­λους. Και τότε ο έλεγχος όλων όσων έζησαν με ασέβεια και ανομία θα γίνεται με τα μάτια.
Αλλοίμονο και ουαί σε όλους εκείνους που είναι σαν εμένα και αλλοίμονο σε εκείνους, που, σύμφωνα με τον θείο Εφραίμ, θα κληρω­θούν στα αριστερά του Κυρίου.
Μακάριοι και ευ­τυχείς εκείνοι που ο Κύριος θα τους βάλη στα δε­ξιά του και θα ακούσουν την ευλογημένη φωνή (Ματθ. 25, 34), την οποία εύχομαι ν’ αξιωθούμε να ακούσουμε όλοι όσοι διαφυλάξουμε την πίστη ορθόδοξη και ν’ απολαύσουμε όλα τα αγαθά, των οποίων την ωραιότητα δεν την είδε μάτι ανθρώπι­νο, ούτε ποτέ την άκουσε αυτί, αλλ’ ούτε και μπόρεσε να την σκεφθή καρδιά ανθρώπου (Α’ Κορινθ. 2, 9). Αμήν.
 Από  psigmataorthodoxias.blogspot.gr

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΣΤΟΝ ΠΑΝΟΡΜΙΤΗ


Μέ ἰδιαίτερη μεγαλοπρέπεια καί μεγάλη κοσμοσυρροή ἑορτάστηκε καί ἐφέτος στήν Ἱερά Μονή Πανορμίτου τό Σάββατο καί τήν Κυριακή 8 & 9 Ἰουνίου, ἡ μεγάλη Ἑορτή τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἄλλωστε γιά ἐθνικούς λόγους καί τήν δεύτερη Πανήγυρη τῆς Ἱ. Μονῆς.
Τό ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου περί ὥρα 19:00 ἐτελέσθη ὁ Μέγας Πανηγυρικός Ἑσπερινός, προεξάρχοντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Χρυσοστόμου, συμπαραστατουμένου ὑπό τοῦ Πανοσ. Ἡγουμενεύοντος Ἀρχιμανδρίτου π. Ἱεροθέου Κοενάκη, τοῦ Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Αἰδεσ. π. Στεφάνου Μακρῆ καί τοῦ Πρωθιερέως π. Νήφωνος Ἀλεξίου, φιλοξενουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Πανορμίτου.
Ἡ ἑσπερινή Ἀκολουθία ἐτελέσθη εἰς τό κατάμεστο Καθολικό, ἐνῶ πρό τῆς Ἀπολύσεως, ἔλαβε χώρα ἡ Λιτή, κατά τήν διάρκεια τῆς ὁποίας πραγματοποιήθηκε ἡ περιφορά τῆς ἱ. Εἰκόνος πέριξ τοῦ Καθολικοῦ καί ἡ Ἀρτοκλασία εἰς τό προαύλιο τῆς Μονῆς. Ἐκεῖ, ὁ Σεβ. δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας, ὁμίλησε ἐπικαίρως εἰς τούς εὐλαβεῖς προσκυνητάς περί τοῦ ἱστορικοῦ τῆς καθιερώσεως τῆς Ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς ὡς δευτέρας Πανηγύρεως τοῦ Πανορμίτη κατά τούς χρόνους τῆς Ἰταλικῆς κατοχῆς τῆς Δωδεκανήσου, ἐπισημαίνοντας τέλος τήν θεμελιώδη σημασία πού ἔχει γιά τήν ἱστορική μας συνέχεια, ἡ τήρησις τῶν ἱερῶν θεσμίων καί παραδόσεών μας.
Μεταφέρουμε ἐδῶ ἕνα μικρό σχετικό ἀπόσπασμα ἀπό τήν μελέτη «Τά Πανηγύρια τῆς Σύμης» (σ. 54) τῆς κ. Ἑλένης Ζαχαρίου-Μαμαλίγκα Δρ. Φιλοσοφίας ἐκ Σύμης, ἡ ὁποία ἀναφέρεται ἐπακριβῶς στό γεγονός καί τό περιγράφει μέ τήν συνήθη της ἐπιστημονική πρακτική καί ἀκρίβεια: «Οἱ Ἰταλοί κατακτητές τῆς Δωδεκανήσου στή μάταιη προσπάθειά τους νά ἐξιταλίσουν τούς Δωδεκανησίους ἄρχισαν νά ἐπεμβαίνουν στήν παιδεία ἀπό τό 1926 καί τό 1930 ἐτόλμησαν νά ἀποκόψουν τά ἑλληνικά σχολεῖα ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού, μέ τήν κρυφή οἰκονομική ἐνίσχυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Προξενείου τῆς Ρόδου, εἶχε τήν εὐθύνη γιά τήν συντήρηση καί τήν λειτουργία τους, καί τά ὑπήγαγαν στούς Δήμους καί τίς ἑλληνικές Κοινότητες. [Βλ. Φωτεινή Κλαδάκη-Μενεμενλῆ καί ἀδ. Τιμόθεο Φρέρη, «Ἀπό τήν ἐκπαιδευτική ἱστορία τῆς Ρόδου (1889-1989)», Ἐκδ. Δήμου Ροδίων, Σύρος 2002, σσ. 54-55 καί 129-133].
Οἱ Ροδίτες προσπάθησαν μέ ἐπιμονή νά ἐξεύρουν πόρους γιά τήν λειτουργία τῶν ἑλληνικῶν Σχολείων τῆς Ρόδου, χωρίς νά προσφύγουν στίς φασιστικές ἰταλικές Ἀρχές καί νά ἔχουν ὡς ἐκ τούτου ἐξάρτηση ἀπ’ αὐτές. Σέ συνεργασία μέ τόν τότε Μητροπολίτη Ρόδου Ἀπόστολο Τρύφωνος οἱ Ροδίτες ἀποφάσισαν νά ὀργανώσουν τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 1930 προσκυνηματική ἐκδρομή στήν Ἱ. Μ. Πανορμίτη γιά τήν τέλεση πανηγυρικῆς Ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας στό Καθολικό τῆς Ἱ. Μονῆς καί τά ἔσοδα ἀπό τήν πανήγυρη αὐτή νά τά διαθέσει ἡ Ἱ. Μ. Πανορμίτη στούς Δήμους καί τίς Ἑλληνικές Κοινότητες Ρόδου γιά τήν κάλυψη τῶν δαπανῶν τους γιά τή λειτουργία τῶν ἑλληνικῶν Σχολείων. (Μαρτυρία Γεωργίου Ἰ. Ζουρούδη, ἐπιτ. Διευθυντῆ τοῦ Ἰωαννιδείου Παρθεναγωγείου Σύμης).
Ἔτσι ἀπό τό 1930 ὥς καί τό 1936 μεγάλος ἀριθμός Ροδιτῶν μέ ἐπικεφαλῆς πάντοτε τόν τότε Μητροπολίτη τους Ἀπόστολο Τρύφωνος, πραγματοποιοῦσε τήν προσκυνηματική αὐτή ἐκδρομή στήν Ἱ. Μ. Πανορμίτη τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Στήν προσκυνηματική αὐτή ἐκδρομή συμμετεῖχε ἐνεργά ὁ Γαβριήλ Μίσιος μέ τόν Σύλλογο Ποδοσφαιριστῶν Πανωγιαννιῶν τῆς πόλεως Ρόδου. (Μαρτυρία Ὀνουφρίου Ἐμμ. Τσαβαρῆ, Δασκάλου καί ἀργότερα Γραμματέα τῆς Ἱ. Μ. Πανορμίτη).
Μέ τό κλείσιμο τῶν ἑλληνικῶν Σχολείων στά Δωδεκάνησα τό 1937 ἀπό τόν Ἰταλό Διοικητῆ Δωδεκανήσου Caesare Maria De Vecci ἐξέλιπαν οἱ λόγοι πραγματοποίησης τῆς πανήγυρης αὐτῆς. Ἐντούτοις ἡ πανήγυρη τῆς Πεντηκοστῆς ἐξακολούθησε καί ἐξακολουθεῖ νά πραγματοποιεῖται κάθε χρόνο μέχρι σήμερα, ὡς ἡ δεύτερη Πανήγυρη τῆς Ἱ. Μ. Πανορμίτη μέ ἀθρόα προσέλευση πανηγυριωτῶν ὄχι μόνο ἀπό τή Ρόδο καί τή Σύμη, ἀλλά καί ἀπό τήν Κάλυμνο καί τήν Κῶ. Τά ἔσοδα βέβαια ἀπό τήν πανήγυρη τῆς Πεντηκοστῆς παραμένουν πιά στήν Ἱ. Μ. Πανορμίτη γιά τίς ἀνάγκες λειτουργίας τῆς Ἱ. Μονῆς καί τήν ἄσκηση τοῦ φιλανθρωπικοῦ της ἔργου».
Τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς καί ὥραν 07:00 πραγματοποιήθηκε ἡ ἔναρξις τοῦ Ὄρθρου καί ἀκολούθησε ἡ Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία. Μετά τήν ἀπόλυσιν αὐτῆς, εὐθύς ἀμέσως ἐτελέσθη ὁ Ἑσπερινός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τήν διάρκειαν τοῦ ὁποίου ὁ Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Χρυσόστομος, ἀνέπεμψε τίς κατανυκτικές εὐχές τῆς Γονυκλισίας. Τήν Ἱερά Μονή κατέκλυσαν πλῆθος προσκυνητῶν ἀπό τήν Σύμη καί πολλοί ἄλλοι πού ἔφθασαν μέ τά ἡμερόπλοια ἀπό τήν Ρόδο, τήν Κῶ, ἀλλά καί ἄλλα μέρη τῆς Πατρίδος μας.
Συλλογή εικόνων:

Τρίτη 26 Μαΐου 2015

ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ

ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ
NA EΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΜΕ ΠΙΣΤΗ ΤΟ ΘΕΟ


Μη νομίζεις, λοιπόν,
ότι θα προκόψεις στο δρόμο του Θεού,
μην ελπίζεις ότι θα κληρονομήσεις τον παράδεισο,
αν δεν περάσεις πρώτα μέσ΄από τη φωτιά των θλίψεων κι αν δεν σηκώσεις το σταυρό των δοκιμασιών και των πειρασμών,
που τον σήκωσαν όλοι οι άγιοι.
Θα πεις ίσως,
ότι ο σταυρός αυτός είναι βαρύς,
δυσβάσταχτος.
Ναι, είναι βαρύς,
αλλά για κείνους που δεν έχουν πίστη και ελπίδα.
Για σένα όχι, γιατί η παρουσία και η ενίσχυση του Κυρίου σου τον κάνει ελαφρύ. "
Όλα τα κατορθώνω με τη δύναμη που μου δίνει ο Χριστός" έλεγε ο απόστολος Παύλος
Αυτό μπορούμε να το πούμε και να το βιώσουμε όλοι οι χριστιανοί. Μπορείς κι εσύ.
Έτσι, και τις θλίψεις θα σηκώνεις ευκολότερα, αλλά και την αιώνια δόξα θ΄απολαύσεις, όπως λέει ο απόστολος: "
Οι θλίψεις μας, που περνούν γρήγορα και γι΄αυτό είναι ελαφριές, μας προετοιμάζουν για ολοένα και μεγαλύτερο πλούτο αιώνιας δόξας";
Και όσα υποφέρουμε τώρα, δεν ισοσταθμίζουν τη δόξα που μας επιφυλάσσει ο Θεός στο μέλλον";
Τόση είναι η ευσπλαχνία του Θεού,
πού,
με τούτα τα μικρά και πρόσκαιρα βάσανα,
μας φέρνει στη βασιλεία Του,
όπου θα γευθούμε τα ανεκλάλητα και αιώνια αγαθά.Αμήν
  • Χριστέ μου...
    Φώτισε τα σκοτάδια της ζωής μου, πάρε με στην αγκαλιά σου
    να νιώσω την ζεστασιά και την αγάπη Σου.
    Δίδαξε μου από την αρχή την Αγάπη, την Ταπείνωση, την Πραότητα,
    την Υπομονή, την Μακροθυμία.
    Σβήσε όσα έχω κάνει χωρίς εσένα, σβήσε την προηγούμενη ζωή μου
    και φτιάξε με όπως θέλεις ΕΣΥαπό την αρχή.
    Οδήγησε τα πόδια μου στο δρόμο σου.
    Οδήγησε το νου μου σε αγαθούς και θείους λογισμούς.
    Οδήγησε τα λόγια μου στην Αγάπη Σου.
    Κλείσε μου το στόμα στα περιττά λόγια και στην κατάκριση και
    μάθε με να μιλώ με την ψυχή μου.
    Μάθε με να προσεύχομαι και να στρέφω το βλέμμα μου στον ουρανό Σου.
    Μάθε με να απλώνω τα χέρια μου σε όσους χρειάζονται βοήθεια.
    Μάθε με να πονώ για τον άρρωστο και τον αδικημένο.
    Μάθε με να σωπαίνω.
    Μάθε με να είμαι ταπεινός στα λόγια και στα έργα.
    Μάθε με να ΑΓΑΠΩ!
    Σε Εσένα εμπιστεύομαι τη ζωή μου.
    Εγώ έχω απογοητευθεί από τα λάθη και τα πάθη μου.
    Εγώ επιθυμώ το μάταιο και το φθαρτό.
    Τα δοκίμασα όλα και με πόνεσαν, με πλήγωσαν, με μπέρδεψαν,
    μου θόλωσαν το νου. . .
    Μόνο ΕΣΥ μπορείς να με αλλάξεις.
    Θα με βοηθήσεις ; ; ;
  • ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ...
    Σε μακαρίζουν οι γενεές όλης της γης Κυρία,
    κι ευλαβικά σε προσκυνούν γλυκειά μας Παναγία.

    Βασίλισσα των χερουβείμ,αγγέλων υπερτέρα,
    σ' όλης της γης τα πέρατα, είσαι ενδοξοτέρα.

    Δεν είχες πλούτη και τιμές,τίτλους της γης, βραβεία,
    ούτε προστάτες ισχυρούς, κι ανθρώπων μεγαλεία.

    Είχες την κάθε αρετή κι όλη την σωφροσύνη,
    άδολη σκέψη, αγνότητα κι άγια ταπεινοσύνη.

    Αυτά είναι τα στολίδια σου, που βράβευσε ο θεός σου,
    και τον υιόν Του σούδωσε νάναι και γιός δικός σου.

    Μάνα προσφέρθηκες εσύ να γίνεις του Θεού σου,
    προστάτιδα και πρέσβυρα του ταπεινού λαού σου...!!!
  • Ο ΙΗΣΟΥΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ
    Με συγκινεί πολύ που ο Χριστός μας
    έτρωγε με ¨αμαρτωλούς, τελώνες και πόρνες¨.
    Αυτοί ήταν οι φίλοι Του, οι άνθρωποί Του, οι κοντινοί Του.
    Μ’ αυτούς πέρναγε το απόγευμά Του, και τις νύχτες Του.
    Πριν πέσει μπρούμυτα στο όρος των Ελαιών
    για την ολονύκτια προσευχή Του,
    έπινε κι έτρωγε μαζί τους,
    και πήγαινε στη Γεθσημανή
    ήδη μεθυσμένος απ’ την αγάπη Του
    για τα ¨παιδιά του δρόμου¨
    που Τον λάτρευαν.
    Τους άγγιζε χωρίς να σιχαίνεται ή να αποστρέφεται κανέναν,
    χωρίς να προσβάλει ή να διορθώνει ενοχλητικά,
    χωρίς ζόρισμα και υψωμένο δάκτυλο διδασκαλίας.
    Και έλεγε δημόσια,
    χωρίς ντροπή, ότι ήρθε γι’ αυτούς!
    Να τους καλέσει σε μετάνοια.
    Σε αλλαγή σκέψης.
    Σε έμπνευση ζωής.
    Δεν τους κάλεσε σε κατάθλιψη,
    μα σε μια αισιόδοξη οπτική
    και ζωογόνο προοπτική ζωής.
    Και κυρίως,
    ο Χριστός μας,
    τραγούδησε τη χαρά της ζωής!
    Λουλούδια, θάλασσες,
    ποτάμια και πουλιά,
    όλα,
    έκαναν ¨ποιητή¨,
    τον Ποιητή των πάντων!
    Γι’ αυτό όλοι Τον ερωτεύτηκαν.
    Άντρες – γυναίκες.
    Δεν τους τρόμαζε
    ο υιός της Παρθένου.
    Διότι η Μορφή Του δεν έβγαζε μομφή.
    Ο Ιησούς:
    Που μαγνητίζει
    τους όμορφους αμαρτωλούς.
    Εσένα. Εμένα.
    Όλους μας.
Για πολλούς Χριστιανούς
ο δρόμος προς την Βασιλεία των Ουρανών
μοιάζει ανηφόρα απότομη,
που με φορτίο έναν ασήκωτο σταυρό,
ανεβαίνουν όλο δυσκολία,
ανάμεσα σε πολλά αγκάθια,
μέχρι να φτάσουν στον θρόνο του Θεού!
Για όσους όμως νιώθουν ΣΑΝ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ
και εμπιστεύονται και αγαπούν τον Θεό Πατέρα τους,
τον Σταυρό τους τον νιώθουν τόσο ελαφρύ,
σαν μια αγκαλιά πανέμορφα λουλούδια,
που πρόθυμα κρατούν σφιχτά,
καθώς ανεβαίνουν ανάλαφρα
ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Οι σωτήριες συνέπειες της Αναλήψεως του Χριστού



Οι σωτήριες συνέπειες της Αναλήψεως του Χριστού
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
ΟΙ ΣΩΤΗΡΙΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἡ ἐπισφράγησις τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου ἦταν τό γεγονός τῆς Ἀναλήψεως. Μέ τήν Σάρκωσί Του ὁ Θεός Λόγος προσέλαβε τήν ἀνθρωπίνη φύσι καί μέ τήν Ἀνάληψί Του ἐξῆλθε τοῦ κόσμου τούτου πρός τόν Οὐρανό ''πλουσιώτερος'', συναποκομίζοντας τήν ἀνθρωπίνη φύσι. Σέ αὐτήν ἐμπεριέχεται ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα. Ἔτσι, συναπεκόμισε ὅλα τά λάφυρα-ἀνθρώπους πού ἅρπαξε ἀπό τον Διάβολο καί δυνάμει τούς ἀνέβασε στόν Οὐρανό. Αὐτό γιά νά γίνη καί ἐνεργείᾳ ἐξαρτᾶται ἀπό ἐμᾶς. Νά γίνη δηλαδή γεγονός, ὅταν θά ξαναέλθη ὁ ἀναληφθείς Χριστός ὡς ἄνθρωπος κατά τήν τελική Κρίσι.
 Ὁ ἀναληφθείς Χριστός δέν ἀπέβαλε τήν ἀνθρωπίνη Του φύσι, ἀλλά τήν ἐπῆρε ἀχωρίστως μαζί Του καί δέν νοεῖται πλέον χωρίς τήν ἀνθρωπίνη Του φύσι, καθ᾽ ὅτι οἱ δύο Του φύσεις δέν ''σπάζουν'' καί δέν διαχωρίζονται ποτέ μεταξύ τους.
Ὅταν τά τροπάρια λέγουν «οἱ οὐρανοί ἡτοίμασαν τόν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τήν ἐπίβασιν αὐτοῦ», ἐννοοῦν ὅτι ἑτοιμάσθηκε ὁ θρόνος διά τήν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Χριστοῦ, διότι ὡς Θεός ἦτο πάντα κυρίαρχος.
Λέγοντας ὁ Χριστός «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς», ἀνεφέρετο στήν ἀνθρωπίνη Του φύσι, καθ᾽ ὅτι ὡς Θεός πάντα εἶχε ἀπεριόριστη ἐξουσία. Ὁ Χριστός ἀνέβασε τήν ἀνθρωπίνη μας φύσι στό ὕψος τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τῆς προσέδωσε διαστάσεις πού ἔχει ἡ Θεότητα.
Ὅταν ὁ Χριστός ἀνήρχετο στόν Οὐρανό, εὐλογοῦσε διαρκῶς, ἕως ὅτου οἱ Ἀπόστολοι τόν ἔχασαν ἀπό τά μάτια τους. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἀπό τόν Οὐρανό εὐλογεῖ διαρκῶς τήν Ἐκκλησία Του, πού τόσο ταλαιπωρεῖται μέσα στό ἱστορικό γίγνεσθαι.
Ὁ Χριστός εὐλογεῖ τούς πραγματικούς πιστούς, πού ὑποφέρουν γιά τό ὄνομά Του ἀλλά παραμένουν πιστοί, καί θά βάλη σέ αὐτούς τήν ἰδική Του αἰωνία σφραγίδα, ὅταν, ἐρχόμενος ὡς ἄνθρωπος ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως, θά τούς πῆ «δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου...».
Τί ἀσύλληπτη ἑπομένως ἀξία προσδίδει ὁ Χριστός στό ἀνθρώπινο σῶμα, πού κάθε ἄλλο παρά φυλακή τῆς ψυχῆς εἶναι...!

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Ἡ μετάνοια πρέπει νὰ εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ὁλότελα ἐλεύθερη

monk near water«Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν καὶ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν. Ἐὰν ὁμολογῶμεν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι καὶ δίκαιος, ἵνα ἀφῇ ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας καὶ καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀδικίας».
(Α´ Ἰω. α´ 8-9)
. Εἶπες στὸν Κύριο μὲ συντετριμμένη καρδία τὶς ἁμαρτίες σου κι ἐξαφανίστηκαν· στέναξες καὶ λυπήθηκες γι’ αὐτὲς καὶ διαλύθηκαν σὰν καπνός. «Λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς» (Ἡσ. μγ´ 26). Ὅπως ἔρχονται, ἔτσι φεύγουν. Ὀνειροπολήματα καὶ χίμαιρες. Ἀναγνώρισες ὅτι δὲν εἶναι παρὰ μόνο ὀνειροπολήματα, παραλογισμὸς κι ἀνοησία καὶ σκέφτηκες πὼς στὸ μέλλον θὰ ζεῖς μὲ ἐπιμέλεια κι εὐσυνειδησία -καὶ ἰδοὺ ὁ Θεὸς σὲ καθάρισε μέσῳ τοῦ διακονοῦντος λειτουργοῦ Του καὶ μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια.
Ἡ μετάνοια
. Ἡ μετάνοια πρέπει νὰ εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ὁλότελα ἐλεύθερη καὶ νὰ μὴ εἶναι κατὰ κανένα τρόπο ἀποτέλεσμα ἐξαναγκασμοῦ ἀπὸ τὸ στοιχεῖο τοῦ χρόνου ἤ ἀπὸ τὸν ἐξομολόγο πνευματικό. Ἀλλοιῶς δὲν θὰ πρόκειται γιὰ μετάνοια. Ἔχεῖ λεχθεῖ: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. δ´ 17). Ἤγγικε, πλησίασε· δηλαδὴ ἦρθε ἡ ἴδια ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν σὲ σᾶς καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη καμιά νὰ τὴν ἀναζητεῖτε γιὰ πολὺ καιρό· σᾶς ἀναζητεῖ ἐκείνη· ἀναζητεῖ τὴν ἐλεύθερή σας διάθεση· δηλαδή, σεῖς οἱ ἴδιοι μετανοεῖστε μὲ καρδία συντετριμμένη. «Ἐβαπτίζοντο (ὅσοι βαφτίζονταν ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή) καὶ ἐξομολογοῦνταν τὶς ἁμαρτίες αὐτῶν» (Μτθ. γ´ 6), δηλαδὴ οἱ ἴδιοι ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας τους. Κι ἐπειδὴ ἡ προσευχή μας κατὰ κύριο λόγο εἶναι μετάνοια καὶ ἱκεσία γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ εἶναι πάντοτε εἰλικρινὴς καὶ ὁλότελα ἐλεύθερη καὶ ὄχι ἀκούσια, ἀποτέλεσμα ἀναγκασμοῦ ἀπὸ τὸ ἔθιμο, ἤ τὴν συνήθεια. Τέτοια πρέπει νἆναι ἡ προσευχή μας κι ὅταν εἶναι ἔκφραση τῆς εὐχαριστίας μας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ δοξολογίας Του. Ἡ εὐγνωμοσύνη προϋποθέτει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ εὐεργετηθέντος εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἕνα ἐλεύθερο, ζωντανὸ συναίσθημα ποὺ ἐλεύθερα ξεχειλάει ἀπὸ τὰ χείλη του: «Ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ» (Ματθ. ιβ´ 34). Ἡ δοξολογία προϋποθέτει ἐνθουσιασμὸ ἐκπλήξεως καὶ θαυμασμοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ θεᾶται τὰ ἔργα τῆς ἄπειρης ἀγαθότητας, τὴς σοφίας καὶ τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ στὸν ἠθικοπνευματικὸ καὶ ὑλικὸ κόσμο καὶ γι’ αὐτὸ κατὰ φυσικὸ λογο πρέπει νὰ εἶναι ἐκδήλωση κι ἐνέργεια ὁλότελα ἐλεύθερη καὶ λογική. Γενικά, Ἡ προσευχὴ πρέπει νὰ εἶναι ἕνα ἐλεύθερο καὶ ὁλότελα συνειδητὸ ξεχείλισμα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου μπροστὰ στὸ Θεό: «Ἐκχεῶ ἐναντίον αὐτοῦ (τοῦ Κυρίου) τὴν δέησίν μου» (Ψαλμ. ρμα´ 2).
. Στὴν μετάνοια βοηθᾶνε ἡ συναίσθηση, ἡ μνήμη, ἡ φαντασία, τὸ συναίσθημα καὶ ἡ θέληση. Καθὼς ἁμαρτάνουμε μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, ἔτσι καὶ ἡ μετάνοιά μας πρέπει νὰ εἶναι ὁλόψυχη. Ἡ μετάνοια ποὺ γίνεται μὲ λόγια μονάχα, δίχως πρόθεση γιὰ διόρθωση καὶ δίχως τὸ συναίσθημα τῆς συντριβῆς, ὀνομάζεται ὑποκριτικὴ μετάνοια. Ἡ συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν συσκοτίζεται καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ καθαριστεῖ γιὰ νὰ τὶς βλέπουμε· τὸ αἴσθημα καταπνίγεται καὶ ἐξασθενεῖ· πρέπει νὰ τὸ ξυπνήσουμε· Ἡ θέληση ἀπαμβλύνεται καὶ ἀποδυναμώνεται καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι χρήσιμη γιὰ τὴν διόρθωσή μας· ἔτσι, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν βιάζουμε: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται» (Μτθ. 11, 12). Ἡ ἐξομολόγησή μας πρέπει νὰ εἶναι ἐγκάρδια καὶ εἰλικρινής, βαθιὰ καὶ πλήρης.
. Ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος τὴν χριστιανικὴ ἐλευθερία τὴν θεωρεῖ δουλεία. Γιὰ παράδειγμα, θεωρεῖ δουλεία τὴν παρουσία καὶ συμμετοχὴ στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες, τὶς νηστεῖες, τὴν προπαρασκευὴ γιὰ τὴν Θεία Μετάληψη, τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴν Ἁγία Κοινωνία καὶ ὅλα τὰ ἱερὰ Μυστήρια καὶ δὲν γνωρίζει ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπαίτηση τῆς φύσεώς του καὶ ἀνάγκη του πνευματική.
. Ὅποιος συνηθίζει νὰ δίνει λόγο γιὰ τὴν ζωή του κατὰ τὴν ἐξομολόγηση ἐδῶ στὸν κόσμο δὲν θὰ τοῦ εἶναι φοβερὸ νὰ δώσει λόγο γιὰ τὴν ζωή του ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ποὺ καθιερώθηκε ἐδῶ τὸ ἐπιεικὲς κριτήριο τῆς μετάνοιας. Σκοπὸς εἶναι, ἀφοῦ καθαρθοῦμε καὶ διορθωθοῦμε μέσῳ τῆς μετάνοιάς μας ἐδῶ, νὰ μποροῦμε νὰ δώσουμε ἀνεπαίσχυντα λόγο στὸ φοβερὸ Κριτήριο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι μιὰ πρώτη παρότρυνση κι ἐλατήριο γιὰ εἰλικρινῆ μετάνοια κι ἐξομολόγηση, ποὺ πρέπει ἐπίσης νὰ γίνεται ὁπωσδήποτε κάθε χρόνο. Ὅσο περισσότερος ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖο μένουμε χωρὶς τὴν μετάνοια-ἐξομολόγηση, τόσο τὸ χειρότερο γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους, τόσο πιὸ πολὺ ἐμπλέκονται μεταξύ τους τὰ δεσμὰ τῶν ἁμαρτιῶν καὶ αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς τόσο δυσκολώτερο γίνεται νὰ δώσουμε λόγο τῆς ζωῆς μας. Ἕνα δεύτερο ἐλατήριο εἶναι ἡ ἠρεμία: Ὅσο πιὸ ἤρεμη ἡ ψυχή, τόσο εἰλικρινέστερη καὶ ἐγκαρδιώτερη εἶναι ἡ ἐξομολόγηση. Οἱ ἁμαρτίες εἶναι μυστικὰ φίδια, ποὺ κατατρώγουν τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλη του τὴν ὕπαρξη· νὰ ἡσυχάσει δὲν τὸν ἀφήνουν κι ἀδιάλειπτα ἀπομυζοῦνε τὴν καρδιά του· οἱ ἁμαρτίες εἶναι πολυάγκαθα, ποὺ ἀσταμάτητα γδέρνουν καὶ τραυματίζουν τὴν ψυχή· οἱ ἁμαρτίες εἶναι ἕνα σκοτάδι πνευματικό. Ὅσοι μετανοοῦν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους πρέπει νὰ φέρουν καὶ καρποὺς μετανοίας.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης,
«Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ»
Επιμέλεια:ΝΟΤΑ ΧΑΡΑΣ

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ

crying woman's eye, black and white image, low key, selective focus
Αυτό που μας προσφέρει ο Θεός δεν είναι μία ζωή χωρίς πόνο, αλλά μία ζωή με την προοπτική της υπέρβασης του πόνου.
Το να χρησιμοποιήσεις τον πόνο που θα έρθει στην ζωή σου με τέτοιο τρόπο ώστε ο πόνος να γίνει αρετή, το φαινομενικό κακό να γίνει ουσιαστικά κάτι το αγαθό.
Ο σταυρός να γίνει δόξα, να γίνει αγάπη, υπομονή, πραότητα, θυσία, συγχώρεση…ανάσταση.
Σταυρός θα υπάρξει, πόνος θα υπάρξει, φόβος, όπως και στην ζωή των Αποστόλων, των Μαρτύρων, των Οσίων όμως διαμέσου της πίστης όλα αυτά αλλάζουν, παίρνουν ένα νόημα βαθύ, παίρνουν αξία. Διότι δεν σε καταβάλουν, δεν σε οδηγούν στην απόγνωση αλλά σε φέρνουν πιο κοντά στην αυτογνωσία.
Ο πόνος σε βαπτίζει στα νερά την κάθαρσης, αρκεί να τον αντιμετωπίσεις όπως ο Εσταυρωμένος.
Η χριστιανική ζωή δεν είναι μια ζωή χωρίς πόνο και δοκιμασίες το αντίθετο, είναι μια ζωή που εάν θέλεις να την ζήσεις, όπως λέγει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, θα πρέπει να είσαι έτοιμος για τον πειρασμό. Διότι τελικά η χριστιανική ζωή είναι μια σταυρική ζωή, η οποία όμως μεταμορφώνει τον σταυρό σε οίκο Ανάστασης και Ζωής διαμέσου της πίστης, της εμπιστοσύνης και της αγάπης μας προς τον Θεό.
αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος
Πηγή  Ιστολόγιο: Με παρρησία

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ, Ο ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΙ





Ο Σταυρός συμβολίζει τον αδιάλειπτο αγώνα και τα πνευματικά αθλήματα, με τα οποία » σταυρώνομεν την σάρκα συν τοις παθήμασιν και ταις επιθυμίαις «.
Η δια Σταυρού σωτηρία του ανθρώπου αποτελεί και το μέτρο της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Ο Χριστός είναι ένας και δεν μπορούμε να διαχωρίζουμε την αγάι Του Ανάσταση απο την σεπτή Σταύρωσή Του. Κια τα δύο αποτελούν δύο φάσεις της αυτής αγάπης.
Οι άγιοι εκαυχώντο στον Σταυρό του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος εκήρυττε » Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον » Ο ίδιος έλεγε : » Εμοί δε μή γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω Σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω» ( Γαλ. 6, 14 ).
Οι Χριστιανοί θεωρούσαν σαν υπέρτατη τιμή να μαρτυρήσουν για τον Χριστό. Αυτό το πιστοποιεί ο απόστολος Παύλος λέγοντας :» Οτι υμίν εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνον το εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν » ( Φιλιπ. 1, 29 ).
Η Ορθοδοξία μας είναι όχι μόνον Εκκλησία της Αναστάσεως αλλά και της Σταυρώσεως.Η Ανάσταση όχι μόνο δεν καταργεί την Σταύρωση, αλλά την προυποθέτει. Ανάσταση χωρίς Σταύρωση δεν υπάρχει.
Είναι απαραίτητο να αντιληφθούμε ότι η Εκκλησία μας είναι Εκκλησία σταυροφόρων. Ο Σταυρός ως σταύρωσή μας στον κόσμο, είναι ο μόνος δρόμος σωτηρίας μας.
Σταυρός είναι οι θλίψεις για Χριστό, είναι πόνοι και δάκρυα. Εάν δεν θλιβούμε για τον Χριστό, θα θλιβούμε απο τον Σατανά και από τα πάθη μας με συνέπεια τον αιώνιο θάνατο. Ο Σταυρός όμως του Χριστού είναι γλυκύς, πνευματικός, αγιαστικός, ζωοποιός και σωτήριος. Ας αγαπήσουμε τον Σταυρωθέντα Χριστό, ας σηκώσουμε με χαρά τον Σταυρό μας, και ας ζήσουμε ως εσταυρωμένοι.
Εάν αναλύσουμε τις εντολές του Χριστού, όλη την διδασκαλία της Εκκλησίας, την πνευματική παράδοση και την θεολογία μας τελικώς θα βρεθεί » ότι ο Χριστός έπαθεν υπέρ ημών, υπολιμπάνων υπογραμμόν ημίν, ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν αυτού» (Α’ Πέτρ. 2, 21 ).
ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΝΤΙΔΟΤΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ «

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Για τη συνείδηση Αββά Δωρόθεου


Όταν ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, έβαλε μέσα του ένα θείο σπέρμα, σαν ένα είδος λογισμού πιο θερμού και φωτεινού, να έχει τη θέση της σπίθας, για να φωτίζει το νου και να του δείχνει να ξεχωρίζει το καλό από το κακό.  Αυτό ονομάζεται συνείδηση, και είναι ο φυσικός νόμος. Αυτός είναι τα πηγάδια που άνοιγε ο Ιακώβ, όπως ακριβώς είπαν οι Πατέρες, και τα παράχωναν οι Φιλισταίοι. Μ’ αυτό το νόμο, δηλαδή με τη συνείδηση, συμμορφώθηκαν οι Πατριάρχες και όλοι οι άγιοι που έζησαν πριν από το γραπτό νόμο και ευαρέστησαν στο Θεό. Επειδή όμως αυτή παραχώθηκε και καταπατήθηκε από τους ανθρώπους με την προοδευτική εξάπλωση της αμαρτίας, χρειαστήκαμε το γραπτό νόμο, χρειαστήκαμε τους αγίους Προφήτες, χρειαστήκαμε την ενανθρώπηση του ίδιου του Δεσπότη μας Ιησού Χριστού, για να την ξαναφέρει στο φως και να την αναστήσει, για να ξαναδώσει ζωή, με την τήρηση των αγίων εντολών του Θεού, σ’ εκείνη την σπίθα που ήταν παραχωμένη. Τώρα λοιπόν, είναι στο χέρι μας ή να την παραχώσουμε πάλι ή να την αφήσουμε να λάμπει και να μας φωτίζει, αν συμμορφωνόμαστε με τις υποδείξεις της. Γιατί όταν η συνείδησή μας μας υπαγορεύει να κάνουμε αυτό και αδιαφορούμε, και πάλι μας λέει να κάνουμε εκείνο και δεν το κάνουμε, αλλά σταθερά και αδιάκοπα την καταπατούμε, έτσι τη θάβουμε και δεν μπορεί πια να φωνάξει δυνατά μέσα μας, από το βάρος που τη σκεπάζει. Όπως ακριβώς το λυχνάρι που δίνει θαμπό φως, έτσι και αυτή αρχίζει να μας δείχνει όλο και πιο θολά, όλο πιο σκοτεινά τα πράγματα, όπως συμβαίνει και με το θολωμένο από τα πολλά χώματα νερό, που δεν μπορεί να δει κανείς μέσα το πρόσωπό του. Έτσι σιγά – σιγά καταντάμε να μην αισθανόμαστε εκείνα που μας υπαγορεύει η συνείδησή μας και να φτάνουμε στο σημείο να νομίζουμε ότι δεν την έχουμε καθόλου. Όμως δεν υπάρχει κανένας που να μην έχει. Γιατί αυτό είναι κάτι θεϊκό, όπως ήδη είπαμε, και δεν χάνεται ποτέ, αλλά πάντα μας θυμίζει εκείνο που οφείλουμε να κάνουμε. Εμείς όμως δεν την αισθανόμαστε γιατί, όπως είπα, την καταφρονούμε και την καταπατούμε.
Γι’ αυτό ο Προφήτης θρηνεί τον Εφραίμ και λέει: «Καταδυνάστευσε ο Εφραίμ τον αντίπαλό του και κατέπνιξε τη φωνή του» (Ως. 5,11). Αντίπαλο ονομάζει τη συνείδηση. Γι’ αυτό και στο Ευαγγέλιο λέει: «Να έχεις καλές σχέσεις με τον αντίπαλό σου, όσο περπατάτε ακόμα μαζί στο δρόμο, μήπως κάποτε σε παραδώσει στον κριτή, και ο κριτής στους υπηρέτες και σε βάλουν στη φυλακή. Αληθινά σου λέω, δεν θα βγεις από εκεί μέχρις ότου ξεπληρώσεις και την τελευταία δεκάρα του χρέους σου» (Ματθ. 5,25-26). Γιατί όμως ονομάζει τη συνείδηση αντίπαλο; Αντίπαλος λέγεται, επειδή εναντιώνεται πάντοτε στο θέλημα το κακό, και μας ελέγχει γι’ αυτά που πρέπει να κάνουμε και δεν τα κάνουμε. Γι’ αυτό την ονομάζει αντίπαλο, και μας παραγγέλει λέγοντας: «Να έχεις καλές σχέσεις με τον αντίπαλό σου, όσο περπατάτε ακόμα μαζί στο δρόμο». Ο δρόμος είναι, όπως λέει ο Μ. Βασίλειος, αυτός ο κόσμος.
Ας φροντίσουμε λοιπόν, αδελφοί μου, να φυλάμε τη συνείδησή μας σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να την προκαλούμε να μας ελέγξει για κάποιο πράγμα, χωρίς να την καταπατούμε σε τίποτα απολύτως ούτε και στο ελάχιστο. Γιατί ξέρετε καλά ότι από τα μικρά αυτά και ασήμαντα, όπως λένε, φτάνουμε να καταφρονούμε και τα μεγάλα. Γιατί όταν αρχίσει κανείς να λέει: «Τι σημασία έχει, αν πω αυτό το λόγο; Τι σημασία έχει αν φάω λιγάκι; Τι σημασία έχει αν δώσω προσοχή σ’ αυτό εδώ το πράγμα»; Από το «τι σημασία έχει αυτό και τι σημασία έχει εκείνο», αποκτάει κανείς κακή και διεστραμμένη διάθεση και αρχίζει να καταφρονεί και τα μεγάλα και βαρύτερα, και να καταπατεί την ίδια την συνείδησή του. Και έτσι προχωρώντας σιγά – σιγά κινδυνεύει να πέσει και σε τέλεια αναισθησία.
Γι’ αυτό, προσέξτε, αδελφοί μου, να μην αμελήσουμε τα μικρά, προσέξτε να μη καταφρονήσουμε αυτά τα ασήμαντα. Δεν είναι μικρά, γιατί απ’ αυτά τρέφεται η ψυχή, απ’ αυτά δημιουργείται η κακή συνήθεια. Ας αγρυπνήσουμε, ας φροντίσουμε τα ελαφρά, όσο ακόμη είναι ελαφρά, για να μη γίνουν βαριά. Και η πρόοδός μας στην αρετή και η αμαρτία, ξεκινάνε από τα μικρά και καταλήγουν σε μεγάλα είτε καλά είτε κακά. Γι’ αυτό μας προτρέπει ο Κύριος να φυλάμε τη συνείδησή μας, σαν να θέλει να κάνει κάποιον ιδιαίτερα προσεκτικό και του λέει: «Πρόσεξε τι κάνεις, ταλαίπωρε, ξύπνα, δημιούργησε καλές σχέσεις με τον αντίπαλό σου, όσο ακόμα βρίσκεσαι στο δρόμο μαζί του». Και προσθέτει το φόβο και τον κίνδυνο που έχει η υπόθεση, λέγοντας: «Μήπως κάποτε σε παραδώσει στον κριτή και ο κριτής στους υπηρέτες και σε βάλουν στη φυλακή». Και τι άλλο; «Αληθινά σου λέω, δεν θα βγεις από εκεί, μέχρις ότου ξεπληρώσεις και την τελευταία δεκάρα του χρέους σου». Γιατί η συνείδηση μας ελέγχει, όπως είπα, για το καλό και για το κακό, και μας υποδεικνύει τι να κάνουμε και τι όχι. Και αυτή πάλι θα μας κατηγορήσει και στη μέλλουσα ζωή. Γι’ αυτό λέει: «Μήπως κάποτε σε παραδώσει στον κριτή κτλ».
Η προσπάθειά μας να φυλάξουμε τη συνείδησή μας άγρυπνη και να συμμορφωνόμαστε με τις υποδείξεις της, παίρνει πολλές και ποικίλες μορφές. Γιατί πρέπει να ενεργεί κανείς «κατά συνείδηση» και προς το Θεό και προς τον πλησίον και προς τα πράγματα. Προς μεν το Θεό, για μην καταφρονεί τις εντολές Του, και όταν δεν τον βλέπει άνθρωπος και όταν κανείς δεν απαιτεί τίποτα από αυτόν. Αυτός ενεργεί «κατά συνείδηση» απέναντι του Θεού μυστικά. Να, τι θέλω να πω: Αμέλησε την προσευχή, ανέβηκε στην καρδιά του «εμπαθής λογισμός» και δεν πρόσεξε και δεν πίεσε τον εαυτό του αλλά συγκατατέθηκε. Είδε τον πλησίον του να λέει ή να κάνει κάτι και κατά τη φαντασία του υποψιάστηκε και τον κατέκρινε. Και με λίγα λόγια, σε όσα γίνονται εσωτερικά, μυστικά, που κανένας δεν ξέρει, παρά μόνον ο Θεός και η συνείδησή μας σ’ αυτά πρέπει να συμμορφωνόμαστε με τη φωνή της συνειδήσεως. Αυτό σημαίνει το να τηρούμε τη συνείδησή μας προς το Θεό.
Να ενεργεί κανείς «κατά συνείδηση» προς τα υλικά πράγματα σημαίνει να μην κάνει κατάχρηση κανενός πράγματος, να μην αφήνει κάτι να καταστραφεί ή να πεταχτεί. Αλλά και αν ακόμα δει κάτι πεταμένο, να μην το αγνοήσει έστω και αν είναι ασήμαντο, αλλά να το μαζέψει και να το βάλει στη θέση του. Να μην χρησιμοποιεί απρόσεκτα τα ρούχα του. Γιατί, ας υποθέσουμε ότι μπορεί να φορέσει κανείς το ρούχο του άλλη μια ή δυο εβδομάδες και πηγαίνει και το βάζει και το πλένει, πριν της ώρας του, και το φθείρει. Και αντί να το χρησιμοποιήσει άλλους πέντε μήνες ή και περισσότερο, με το πλύνε – πλύνε το παλιώνει και το αχρηστεύει. Και αυτό γίνεται «παρά συνείδηση».
Το ίδιο συμβαίνει και με το στρώμα. Πολλές φορές μπορεί κανείς να βολευτεί μ’ ένα παπλωματάκι και ζητάει παχύ στρώμα. Άλλοτε πάλι έχει τρίχινο και θέλει να το αλλάξει και να πάρει άλλο καινούργιο και όμορφο από ματαιοδοξία ή από ακηδία1. Μπορεί ν’ αρκεστεί σ’ ένα παλιόρουχο και ζητάει μάλλινο και δημιουργεί ζητήματα, αν δεν του το δώσουν. Αν δε και αρχίσει να προσέχει τον αδελφό του και αρχίσει α του λέει: «Γιατί αυτός έχει αυτό και εγώ δεν έχω»; Ε, αυτός είναι μακάριος! Τότε πρόκοψε! Άλλοτε πάλι απλώνει κανείς το ρούχο του ή το σκέπασμά του στον ήλιο και αμελεί να το μαζέψει και το αφήνει και καίγεται. Και αυτό είναι «παρά συνείδηση».
Παρόμοια και με τα φαγητά. Μπορεί κανείς να βολευτεί με μικρό λάχανο ή λίγα όσπρια ή λίγες ελιές, και δεν το σηκώνει, αλλά ζητάει άλλο φαγητό πιο γευστικό και πιο πολυτελές. Όλα αυτά είναι «παρά συνείδηση».
Οι Πατέρες όμως λένε ότι δεν πρέπει ο μοναχός ν’ αφήσει ποτέ τη συνείδησή του να τον κατατυραννεί για οποιοδήποτε θέμα. Πρέπει λοιπόν, αδελφοί μου, ν’ αγρυπνούμε πάντοτε και να φυλαγόμαστε απ’ όλα αυτά, για να μην πέσουμε σε κίνδυνο. Και ο ίδιος ο Κύριός μας το προείπε, όπως το ξανάπαμε. Ο Θεός να δώσει να τ’ ακούμε και να τα τηρούμε, για να μην μας κατακρίνουν οι λόγοι των Πατέρων μας. Αμήν.

Ο ΑΝΑΣΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΩΣ Η ΑΠΑΡΧΗ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ


Η ένδοξος Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί το θριαμβευτικό πέρας του επί γης σωτηριώδους έργου Του. Η Ενανθρώπησή Του είναι η ευλογημένη αρχή της πραγματώσεως του έργου της σωτηρίας του κόσμου. Η Ανάστασή Του είναι η επιτυχής ολοκλήρωσή του. Η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία μας, μόνη Αυτή, σε αντίθεση με τις άλλες χριστιανικές ομάδες, ενστερνίστηκε και ζει έντονα το μυστήριο της θείας οικονομίας χαρακτηρίζεται δε ως η Εκκλησία της Αναστάσεως, διότι εορτάζει συνεχώς, κάθε Κυριακή, και όχι μόνο την εορτή του Πάσχα, το γεγονός της Αναστάσεως του θείου Αρχηγού Της. «Η Ορθοδοξία είναι απ' άκρου εις άκρον κατηυγασμένη από το φως της Αναστάσεως. Η Ανάστασις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Χριστού, με το θεολογικόν και λειτουργικόν της περιεχόμενον, σφραγίζει όλην την σκέψιν και όλον τον βίον της Εκκλησίας» (Β. Μουστάκης, Θ.Η.Ε. τομ. 2, στ. 591).

Πολλά είναι τα σωτήρια αποτελέσματα του γεγονότος της Αναστάσεως του Χριστού. Η απόδειξη της θεότητός Του (Ρωμ.1,4). Η νίκη κατά του διαβόλου (Α΄Κορ.15,55), η κατάργηση του ’δου και του θανάτου (Ωσηέ13,14), Η απελευθέρωση των πνευμάτων από τα δεσμά του ’δου (Α΄Πετρ.3,18), κλπ. είναι μια σπουδαία σωτηριολογική παράμετρος της Αναστάσεως του Κυρίου είναι η απαρχή της αναστάσεως και ημών των ανθρώπων. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ο κύριος και ο χορηγός της ζωής, διότι είναι ο ίδιος η ζωή (Ιωάν.1,4. 5,24,26). Κατά τη διάρκεια της επί γης ζωής Του απέδειξε ότι Αυτός είναι ο διαχειριστής της ζωής ανασταίνοντας από τους νεκρούς την κόρη του Ιάειρου (Ματθ.5,21-42), το γιο της χείρας στην πόλη Ναϊν (Λουκ.7,11-17), το Λάζαρο (Ιωάν. κεφ. 11). Διαβεβαίωσε πως αυτός που θα πιστεύει σε Αυτόν «καν αποθάνει ζήσεται» (Ιωάν.11,25) διότι Αυτός είναι ο « ζωήν διδούς τω κόσμω» (Ιωάν.6, 33).
Ο παλαιός άνθρωπος της αμαρτίας και της φθοράς, ο οποίος προσωποποιήθηκε στους άρχοντες των Ιουδαίων, επιχείρησε να καταργήσει τη ζωή στο πρόσωπο του Χριστού. Η όντως ζωή όμως δεν πεθαίνει, διότι συνυπάρχει με την ανάσταση. « Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή» (Ιωάν.11,25) δήλωσε κατηγορηματικά ο Κύριος. Γι' αυτό και ανέστη θριαμβευτικά εκ νεκρών καταργώντας ταυτόχρονα το θάνατο για τους πιστεύοντας σ' Αυτόν. «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν άδου την καθαίρεσιν», ψάλλει θριαμβευτικά ο ιερός υμνογράφος της Αναστάσεως, ( τροπ. ζ' ωδής του κανόνος του Πάσχα).
Η Ανάσταση του Κυρίου έγινε «απαρχή των κεκοιμημένων» (Α΄Κορ.15,20).
Σύμφωνα με την παύλειο θεολογία ο αναστάς Χριστός έκαμε την αρχή της αναστάσεως στον εαυτό Του. Κατά τον ίδιο τρόπο θα αναστήσει μελλοντικά και τα μέλη του σώματός Του, τους πιστούς όλων των εποχών. «Ο εγείρας τον Χριστόν εκ των νεκρών , ζωοποιήση και τα θνητά σώματα υμών δια το ενοικούν αυτού Πνεύμα υμίν» (Ρωμ.8,11). Δια «της φωνής του υιού του Θεού» (Ιωάν.5,25) θα εγερθούν οι νεκροί και θα ζήσουν.
Εάν ο Χριστός δεν θα είχε αναστηθεί θα «ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, όν ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ούκ εγείρονται. Ει γαρ νεκροί ουκ εγείρονται , ουδέ Χριστός εγήρεται, ει δε Χριστός ουκ εγήρεται, ματαία η πίστις υμών, ότι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών, άρα οι κοιμηθέντες εν Χριστώ απώλοντο» (Α΄Κορ.5,15-18). Ο Χριστός όμως αναστήθηκε όντως σε πείσμα των αρνητών Του. Ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει πανηγυρικά ότι «Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο» (Α΄Κορ.15,20).
Ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο εξαιτίας της παρακοής του πρώτου ανθρώπου του Αδάμ (Γεν. 3o κεφ.). Ο θάνατος καταργήθηκε με την υπακοή, το πάθος και την ανάσταση του δευτέρου Αδάμ, του Χριστού ( Φιλιπ.2,8). «Επειδή γαρ δι' ανθρώπου ο θάνατος, και δι' ανθρώπου ανάστασις νεκρών.Ωσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται»(Α' Κορ.15,21-23).
Το μήνυμα της Αναστάσεως του Κυρίου είναι το πιο ελπιδοφόρο ευαγγέλιο στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους, διότι χάρη στην Ανάσταση του Χριστού νικήθηκε ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος, και έτσι ο άνθρωπος έγινε αθάνατος και αιώνιος! Κατά συνέπεια ο πιστός ζώντας αυτή την μακάρια αλήθεια αποβάλλει το άγχος του θανάτου, το οποίο βασανίζει ανελέητα τον άπιστο. Κατάργηση βέβαια του θανάτου σημαίνει κατάργηση της αμαρτίας, διότι « το δε κέντρον του θανάτου (είναι) η αμαρτία»(Α' Κορ.15,55). Για να καταργηθεί ο θάνατος μέσα σε κάθε άνθρωπο χρειάζεται ο ίδιος να συσταυρωθεί με το Χριστό «ταις του βίου ηδοναίς», για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί μαζί Του (Κολ.3,1). Η Ανάσταση του Χριστού δεν έχει καμιά πρακτική αξία για τον άνθρωπο που δεν έχει αυτή τη διάθεση.
Το απλό βιολογικό συμβεβικός του θανάτου δεν αίρει τα παραπάνω, διότι αυτό πλέον δεν είναι θάνατος με την οντολογική σημασία του όρου, αλλά σπορά του φθαρτού σώματος στη γη, για να βλαστήσει αυτό κατόπιν, όπως ο σίτος (Ιωάν.12,24), άφθαρτο και αθάνατο (Α΄Κορ.15,42).
Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον μέγιστο θεολόγο του αιώνα μας, την σύγχρονη πατερική μορφή της Σερβικής Ορθοδοξίας, π. Ιουστίνο Πόποβιτς, «κατεδίκασαν τον Θεόν εις θάνατον, ο Θεός όμως διά της αναστάσεως Του «καταδικάζει» τους ανθρώπους εις αθανασίαν»! ( Ι. Πόποβιτς, ’νθρωπος και Θεάνθρωπος, Αθήναι 1970, σελ. 40).Έτσι δια της ενδόξου Αναστάσεως του Κυρίου μας οι όροι διάβολος, φθορά, θάνατος και άδης ανήκουν στο προχριστιανικό παρελθόν και στο εξωχριστιανικό παρόν. Οι ακτίνες του αναστάσιμου ανέσπερου φωτός φωτίζουν ολόκληρη τη δημιουργία, μέχρι και τα «καταχθόνια», τον κόσμο των πνευμάτων, τα οποία αναμένουν εναγωνίως και τη δική τους, εν Χριστώ, ανάσταση.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ «ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΣΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΔΕΣΠΟΤΑ» του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού αποτελεί έναν σπουδαίο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού έτους. Στις 14 Σεπτεμβρίου σύμπασα η Ορθοδοξία τιμά τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το «καύχημά» Της και η «δόξα» Της. Πηγές της εκκλησιαστικής μας ιστορίας αναφέρουν ότι η εορτή της Παγκόσμιας Ύψωσης είχε καθιερωθεί από τα αρχαία χρόνια, ίσως μάλιστα να είχε καθιερωθεί και από αυτόν τον Μέγα Κωνσταντίνο, κατά προτροπή προφανώς της μητέρας του αγίας Ελένης, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Ξύλου στα Ιεροσόλυμα, γύρω στο 330 μ.Χ.
Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία με τα οποία ο μέγας απόστολος εξαίρει τον ρόλο του Σταυρού στην διαδικασία της σωτηρίας του κόσμου. Πρώτος ο Παύλος ομίλησε για την καύχηση του Σταυρού του Χριστού. Οι αποστολικοί Πατέρες ομιλούν και αυτοί με σεβασμό και τιμή προς το ιερό σύμβολο, μέσω του οποίου έγινε η καταλλαγή με το Θεό και επιτεύχθηκε η σωτηρία με την απολυτρωτική θυσία του Χριστού.
Οι κατακόμβες είναι γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς. Οι διωκόμενοι χριστιανοί από τους φανατικούς ειδωλολάτρες θεωρούσαν τους εαυτούς τους τύπους του αδίκως παθόντος Κυρίου Ιησού Χριστού. Πίστευαν ότι εξαιτίας της πίστεώς τους στο Χριστό έφεραν και αυτοί το δικό τους σταυρό, γι' αυτό το ιερό αυτό σύμβολο ήταν τόσο αγαπητό σε αυτούς. Αυτό τους εμψύχωνε και τους έδινε τη δύναμη του μαρτυρίου.
Η δύναμη του Τιμίου Σταυρού φάνηκε στο θαυμαστό όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στα 312, ενώ βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου κοντά στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος εξέφραζε την νέα εποχή, σε αντίθεση με τους συναυτοκράτορές του, οι οποίοι εξέφραζαν και προσπαθούσαν να συντηρήσουν τον παλιό κόσμο, που κατέρρεε ραγδαία. Ο μεγάλος αυτοκράτορας είδε στον ουρανό, ημέρα μεσημέρι, το σημείο του σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», επίσης σχηματισμένη με αστέρια. Ήταν η 28η Οκτωβρίου 312. Από εκείνη την ώρα έδωσε διαταγή το σημείο αυτό να γίνει το σύμβολο του στρατού του. Χαράχτηκε παντού, στις ασπίδες των στρατιωτών, στα κράνη, στα λάβαρα, και αλλού.
Ο εχθρός κατατροπώθηκε και ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτωρ του απέραντου κράτους. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η δύναμη του Σταυρού του είχε χαρίσει αυτή την περήφανη νίκη, γι' αυτό προσέγγισε τη νέα ανερχόμενη θρησκευτική πίστη των χριστιανών. Κατάλαβε ο μεγάλος και διορατικός εκείνος άνδρας ότι το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκε στον Χριστιανισμό, όπως και έγινε. Έτσι έδωσε αμέσως διαταγή να σταματήσουν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, καθώς και όλων όσων διώκονταν για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Με το γνωστό «Διάταγμα των Μεδιολάνων» κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκία στο κράτος. Παράλληλα υιοθέτησε τις ευαγγελικές αρχές για να γίνουν η βάση του δικαίου και της νομοθεσίας του (κατάργηση δουλείας, κοινωνική πρόνοια, αργία Κυριακής, κλπ). Για να είναι δίκαιος με όλους τους υπηκόους παρέμεινε προστάτης και της εθνικής θρησκείας (Μέγας Αρχιερεύς).
Το 326 αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους η ευσεβής χριστιανή μητέρα του αγία Ελένη. Με την γενναία επιχορήγηση του Κωνσταντίνου άρχισε το κτίσιμο λαμπρών ναών επί των ιερών προσκυνημάτων. Επίκεντρο ήταν ο Πανάγιος Τάφος του Κυρίου. Στο σημείο εκείνο ο αυτοκράτορας Αδριανός είχε κτίσει το 135, κατά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ναό της Αφροδίτης.
Πρώτη ενέργεια της αγίας Ελένης ήταν η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος είχε ριχτεί από τους ρωμαίους σε παρακείμενη χωματερή. Σύμφωνα με την παράδοση οδηγήθηκε εκεί από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, το γνωστό μας βασιλικό. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές τελικά βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών. Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός του Κυρίου εντοπίσθηκε ύστερα από θαύμα, τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε!
Η πιστή βασιλομήτωρ, με δάκρυα στα μάτια παρέδωσε τον Τίμιο Σταυρό στον Πατριάρχη Μακάριο, ο οποίος στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 335 τον ύψωσε στον φρικτό Γολγοθά και τον τοποθέτησε στον πανίερο και περικαλλή ναό της Αναστάσεως, τον οποίο είχε ανεγείρει η αγία πάνω από τον Πανάγιο Τάφο και ο οποίος σώζεται ως σήμερα. Το σημαντικό αυτό γεγονός σημάδεψε την ζωή της Εκκλησίας και γι' αυτό άρχισε να εορτάζεται ως λαμπρή ανάμνηση. Έτσι καθιερώθηκε η μεγάλη εορτή της Παγκόσμιας Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Όμως την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη ύψωση. Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. Η παράδοση αναφέρει ότι άπειρα θαύματα γινόταν εκεί. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Τίμιο Ξύλο μαγικό και γι' αυτό το φύλασσαν και το προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα! Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ. Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 626.
Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Παυλίνος αναφέρει στην ενδέκατη επιστολή του ότι η τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και γι' αυτό αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία. Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια, κυρίως στις ιερές μονές του Αγίου Όρους. Μια εσχατολογική προφητεία λέγει πως ένα από τα συγκλονιστικά γεγονότα του τέλους του κόσμου θα είναι και η επανένωση του Τιμίου Σταυρού!
Οι ορθόδοξοι πιστοί τιμούμε με ιδιαίτερο τρόπο την αγία ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού του Κυρίου μας. Η ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ έχει θεσπισθεί αυστηρή νηστεία. Κατακλύζουμε του ιερούς ναούς προκειμένου να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό και να αντλήσουμε δύναμη και χάρη ουράνια από αυτόν. Παίρνουμε μαζί μας κλώνους βασιλικού ως ευλογία και τον εναποθέτουμε στα εικονίσματα ως ελιξίριο κατά του κακού. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας Χριστού και όχι ειδωλολατρική πράξη, όπως κακόβουλα μας κατηγορούν οι ποικιλώνυμοι αιρετικοί. Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημά μας, το νικηφόρο λάβαρο κατά του μεγαλύτερου εχθρού μας, του διαβόλου, το αήττητο όπλο κατά του πολυπρόσωπου κακού. Με ένα στόμα και με μια καρδιά ψάλλουμε τον υπέροχο παιάνα – τροπάριο της μεγάλης εορτής: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου…».

"To νόημα του Σταυρού" Του Πρωτοπρεσβύτερου Dimitru Staniloae


To νόημα του Σταυρού

Του Πρωτοπρεσβύτερου Dimitru Staniloae


Απόσπασμα ομιλίας από το βιβλίο Victory of the Cross, εκδ. S. L. Press 1970,
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΙΩΒ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ
Μετάφραση από τα αγγλικά: π. Βασίλειος Θερμός
Πηγή: Σύναξη Νο 26 Απριλίου – Ιουνίου 1988 σελ. 7-12.


Η λειτουργία του Σταυρού είναι να αποκαλύπτει ότι ο Θεός υπερτερεί από όλα τα δώρα Του. Γι' αυτό μπορεί επίσης να δοθεί και στον άνθρωπο, που είναι σχετικά ενάρετος -και τότε συμπληρώνει την πλήρη του λειτουργικότητα. Έχουμε πει πώς, μετά την πτώση, ο σταυρός έχει ένα νόημα εξαγνισμού για όλους, γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος ολοκληρωτικά αθώος. Άλλα πάντοτε πρέπει να αναγνωρίζουμε ότι συχνά το βάρος του Σταυρού, που μερικοί έχουν να σηκώσουν, δεν είναι ανάλογο προς τις αμαρτίες τους. Αυτή η κατάσταση έχει κάνει πολλούς να μιλούν για το μυστήριο του πάθους, αφού συνήθως εκείνοι που είναι περισσότερο ενάρετοι φαίνεται να έχουν ένα βαρύ μερίδιο ταλαιπωρίας.
Για το μυστήριο αυτό γίνεται λόγος στο βιβλίο του Ιώβ. Ο Ιώβ ευχόταν να ήξερε την αιτία της ταλαιπωρίας του, ήθελε να δει πίσω από το σταυρό που του είχε δοθεί, ήθελε να αντικρύσει τα λάθη του παρελθόντος του, έτσι ώστε να μπορέσει να καταλάβει το νόημα του Σταυρού του. Ο Ιώβ δεν υποκρίνεται πώς δεν έχει διαπράξει αμαρτία. Αλλά, από την άλλη, δεν ικανοποιείται με ασαφείς και συναισθηματικές γενικεύσεις, που απλώς λένε ότι, αφού κανείς δεν είναι αναμάρτητος, άρα αυτός θα πρέπει να είναι πολύ αμαρτωλός και ότι ανάλογα με τις αμαρτίες του έχουν έλθει και τα βάσανα του. Σαν ένας που σκέπτεται για το πρόβλημα σοβαρά και σε βάθος, θέλει να πάει παραπέρα. Βλέπει ότι τα δεινά του δεν είναι ισοδύναμα με τα παραπτώματα του, αφού οι αμαρτίες του δεν είναι τόσο μεγάλες όσο πολλών άλλων που υποφέρουν πολύ λιγότερο από αυτόν. Ο Ιώβ ρωτάει τον Θεό: «Πόσες είναι οι αμαρτίες μου και οι ανομίες μου; Δίδαξε με ποιες είναι. Γιατί κρύβεσαι από μένα; Μήπως με νόμισες εχθρό Σου;» (13, 23-24). Και: «Θα πω στον Κύριο- Μη με μαθαίνεις να ασεβώ. Γιατί με έκρινες έτσι (αυστηρά); Θα είναι καλό τάχα για Σένα να εκτραπώ σε άδικα παράπονα, ότι απαρνήθηκες τους ευσεβείς, τα εργατών χειρών Σου, και προσέχεις τους ασεβείς;» (10, 2-3).
Ο Ιώβ δεν συμφωνεί με εκείνους που βλέπουν την αιτία του πάθους εκείνων που υποφέρουν να βρίσκεται πάντα στην αδικία τους και που λένε, επομένως, πώς η αιτία των παθημάτων του είναι απλώς η έλλειψη αρετής του. Και ο Θεός επίσης διαφωνεί με αυτούς! Έτσι ο Ιώβ απορρίπτει τις απόψεις του Ελιφάζ, όταν αυτός λέει: «Τι τόλμησε η καρδιά σου και πώς σήκωσες έτσι τα μάτια σου προς τον Θεό; πώς θύμωσες εναντίον του Κυρίου και έβγαλες από το στόμα σου τέτοια λόγια; Ποιος άνθρωπος μπορεί να καυχηθεί ότι είναι άμεμπτος και δίκαιος; Αν ο Θεός δεν μένει απόλυτα ικανοποιημένος από την αρετή των αγίων κι ο ουρανός δεν είναι καθαρός απέναντι Του, πόσο βδελυρός και ακάθαρτος είναι ο άνθρωπος, που πίνει συνεχώς την αμαρτία σαν νερό; Θα σου πω κάτι, αν θέλεις να με ακούσεις. Θα σου γράψω τι έχω δει... Όλη η ζωή του άσεβους περνά με αγωνία. Και του ισχυρού ακόμα τα χρόνια είναι μετρημένα. Ο φόβος είναι συνέχεια στο πλευρό του και η καταστροφή έρχεται ακόμα κι όταν νομίσει πώς ησύχασε. Ας μην αυταπατάται πώς θ' αποφύγει το σκοτάδι, γιατί έχει οριστεί να γίνει τροφή για τα όρνεα. Ξέρει πώς δα καταλήξει ένα πτώμα. Ημέρα μαύρη δα τον καταλάβει... Διότι σήκωσε τα χέρια του εναντίον του Κυρίου και ύψωσε αλαζονικά τον αυχένα του απέναντι στον παντοκράτορα... » (15, 12-17, 20-25).
Διαφωνεί πάλι με τον Ελιχού, όταν αυτός λέει: «Πρόσεξε να μη διαπράξεις άτοπα1 διότι γι' αυτό δοκιμάζεσαι από θλίψεις» (36, 21).
Αλλά την ίδια ώρα ο Ιώβ αναγνωρίζει το δικαίωμα του Θεού να του στέλνει βάσανα και δεν υποχωρεί στην προτροπή της γυναίκας του να βλασφημήσει κατά του Θεού, επειδή του έχει στείλει δεινά χωρίς να έχει κάνει αυτός κακό. Ο Θεός έχει δικαίωμα να δίνει τα δώρα Του και να τα αποσύρει. Και ο άνθρωπος δεν θα έπρεπε να προσκολλάται στον Θεό ανάλογα με τις δωρεές που Αυτός του έχει δώσει. Μια τέτοια στάση δεν θα αποτελούσε αληθινή αγάπη για τον Θεό, αλλά μια προσήλωση στα ίδια τα δώρα Του, κι αυτό θα σήμαινε να βάζεις τις δωρεές πάνω από τον δωρητή. Σε αυτή την περίπτωση, η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό θα βασιζόταν απλώς σ' ένα συμβόλαιο και ο άνθρωπος θα έλεγε: «Θα μείνω αφοσιωμένος σε σ' ένα όσο μου δίνεις». Μια τέτοια στάση από την πλευρά του ανθρώπου θα σήμαινε ότι ο Θεός δεν άξιζε να αγαπηθεί καθ' εαυτός. Τότε η σχέση αυτή θα εξαρτιόταν από την χρησιμότητα που ο άνθρωπος αντλεί από τα δώρα που ο Θεός του δίνει. Και, στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος τότε θα αγαπούσε τον εαυτό του. Με αυτό τον τρόπο οι δωρεές θα έχαναν το νόημα τους, ως σημάδια της αγάπης του Θεού και ως τρόποι με τους οποίους ο άνθρωπος εισέρχεται και διατηρεί μια προσωπική σχέση μαζί Του. Τα δώρα θα γίνονταν απλώς αντικείμενα καθ' εαυτά. Η άποψη της γυναίκας του Ιώβ είναι η ίδια με την άποψη των φίλων του, που λένε ότι ο Θεός δίνει σ' εκείνους που του μένουν πιστοί και αποσύρει τα δώρα Του όταν αυτοί γίνονται άπιστοι. Ουσιαστικά, λένε το ίδιο πράγμα, γιατί όλοι παραδέχονται ότι ο άνθρωπος μένει πιστός στον Θεό εξ αιτίας των δωρεών Του και ότι αυτές οι δωρεές είναι μια αναπόφευκτη πληρωμή που ο Θεός επιστρέφει στον άνθρωπο, σαν αμοιβή για την πιστότητα του σ' Αυτόν.
Αυτό είναι και η αιτία για όλα τα πάθη του Ιώβ, γιατί αυτό προτείνεται στον Θεό από τον διάβολο στην αρχή του βιβλίου, όταν ισχυρίζεται πώς ο Ιώβ αγαπά τον Θεό επειδή του έχει παράσχει μεγάλα πλούτη και πώς δεν θα Τον αγαπούσε αν Αυτός του τα απέσυρε. Ο διάβολος είναι κυνικός και λέει ότι ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό μόνο και μόνο για τις δωρεές και τα αντικείμενα που Αυτός του παρέχει. Ο διάβολος αδυνατεί να καταλάβει ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε να αγαπά τον Θεό γι' Αυτόν τον ίδιο, ότι δια της αγάπης θα μπορούσε ο άνθρωπος να υπερβεί τον εαυτό του και τον κύκλο των ενδιαφερόντων του. Αλλά ο Θεός θέλει να δείξει, με το παράδειγμα του Ιώβ, πώς υπάρχει μια αγάπη όπου μέσα της ο άνθρωπος είναι Ικανός να παραμένει συνδεδεμένος με τον Θεό τον ίδιο, ακόμα κι αν δεν παίρνει πια δώρα Του. Για να το δείξει αυτό ο Θεός, μερικές φορές, σπάει τον στενό σύνδεσμο που υπάρχει ανάμεσα στον δίκαιο άνθρωπο και τις δωρεές που ο Θεός του δίνει. Αυτό γίνεται και στην περίπτωση του Ιώβ: οι δωρεές που ο Θεός παρέχει σε κάποιον μπορεί να μην είναι η αναπόφευκτη συνέπεια της πιστότητας του προς Αυτόν.
Ο Ιώβ το βλέπει αυτό, άλλα δεν μπορεί να καταλάβει γιατί ο Θεός κάποτε σπάει τον κρίκο ανάμεσα στα δώρα Του και στον εαυτό Του. Βλέπει τον Θεό να τον καταδιώκει με ηθικά και υλικά ραπίσματα και δεινά και δεν του αρνείται το δικαίωμα να το κάνει. Μέσα από τις ταλαιπωρίες του αντιλαμβάνεται ότι ο Θεός δείχνει ενδιαφέρον και φροντίδα γι' αυτόν, αλλά δεν καταλαβαίνει τι είδους ενδιαφέρον είναι αυτό από την πλευρά του Θεού:
«Ο Κύριος με άφησε στο έλεος των άδικων και με έριξε στα χέρια των ασεβών. 'ενώ ζούσα ειρηνικά, ξαφνικά με άρπαξε και με χτύπησε, με κράτησε από τον λαιμό και με έσφιγγε. Με έκανε στόχο Τον τα βέλη Του έπεσαν επάνω μου σαν βροχή, με πλήγωσε βαθιά, χωρίς έλεος, η χολή μου χύθηκε στο χώμα. Με χτύπησε πολλές φορές- όρμησε καταπάνω μου. Έρραψα σάκκο να καλύψω το σώμα μου κι έσκυψα το κεφάλι μου στο χώμα. Τα σπλάγχνα μου φλογίστηκαν από το κλάμα και μαύροι ίσκιοι κύκλωσαν τα μάτια μου. Μα τα χέρια μου ήταν καθαρά από αδικία κι η προσευχή μου ήταν αληθινή» (16, 11-17).
Και σ' ένα προηγούμενο κεφάλαιο δηλώνει:
«Προτιμώ να σβήσει η αναπνοή μου, να πεθάνω, με όλα αυτά που υποφέρω. Είμαι απελπισμένος. Δεν θα ζω αιώνια, λοιπόν, άφησε με, γιατί η ζωή μου είναι ένα τίποτα. Και τι είναι ο άνθρωπος, που κάνεις τόσα γι' αυτόν και τον σκέφτεσαι; Μόνο για να τον τιμωρείς μέρα με τη μέρα; ή να τον δοκιμάζεις κάθε στιγμή; δεν θα πάρεις το βλέμμα σ' ου από πάνω μου για λίγο; δεν δα μ' αφήσεις ούτε όσο να καταπιώ το σάλιο μου; Εάν έχω αμαρτήσει, σε τι Σε βλάπτω, εσένα που βλέπεις τις καρδιές των ανθρώπων; Γιατί μ' έκανες περιγελώ δικό Σου και γιατί έχω γίνει στόχος Σου; Γιατί δεν συγχωρείς την προσβολή που σου έκανα και δεν διαγράφεις το φταίξιμο μου;» (7, 15-20).
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟY ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ
Στο τέλος, μόνο ο Θεός είναι σε θέση να εξηγήσει τα παθήματα του δικαίου" και το κάνει μέσω των πολλών ερωτήσεων που απευθύνει στον Ιώβ και που όλες τραβούν την προσοχή του στον Δοτήρα των αγαθών. Πραγματικά, ο Θεός λέει στον Ιώβ: «όλα τα δώρα μου είναι θαυμάσια, άλλα ο σκοπός του θαυμασμού που προκαλούν είναι ν' αποκαλύψουν την άπειρη σοφία και το μεγαλείο εκείνου του Ενός που τα παρέχει».
«Τότε απάντησε ο Ιώβ στον Κύριο και είπε: Ξέρω πώς όλα τα μπορείς και πώς τίποτα δεν έχει τη δύναμη να σ' εμποδίσει... Ομολόγησα πώς δεν είχα καταλάβει. Υπήρχαν πράγματα θαυμαστά που δεν τα ήξερα... Άκουγα για Σένα αυτά που έφταναν στα αυτιά μου, μα τώρα σε είδαν τα μάτια μου. Και γι' αυτό ελεεινολογώ τον εαυτό μου και πενθώ μέσα σε χώματα και στάχτες» (42, 1-6).
Αυτό θέλει να πει ότι, ως τη στιγμή αυτή, ο Ιώβ σκεπτόταν πάντα για τον Θεό με τους ίδιους κατά το πλείστον όρους με τους οποίους οι άλλοι είχαν γι' Αυτόν μιλήσει• τώρα αρχίζει να κατανοεί τον ίδιο τον Θεό πίσω απ' όλα τα δώρα Του, τον Δοτήρα των πάντων. Για να κερδίσει αυτόν τον υπέρτατο θησαυρό έπρεπε για λίγο να χάσει όλα του τα υπάρχοντα. "Έχασε τον σεβασμό των άλλων, έχασε την υγεία του, τα πλούτη του, τα πάντα, ώστε να δει τον Θεό μέσα σ' όλη Του τη μεγαλωσύνη και τη σοφία και τις θαυμάσιες ιδιότητες Του. ' ενώ έχανε τα πάντα δεν αμφέβαλλε για τον Θεό και έτσι αξιώθηκε να αντικρύσει τον αποφατικό ανέκφραστο χαρακτήρα Του, που βρίσκεται πέρα από κάθε ανθρώπινη κατανόηση. Είδε τον Θεό κατά ένα τρόπο ανώτερο από όσο είναι δυνατό απλώς μέσω των δωρεών Του. Τον είδε άμεσα, δια μέσου του πάθους του.
Ο πιστός χρειάζεται συνεχώς να κάνει αφαίρεση των πραγμάτων του κόσμου, χρειάζεται να τα τοποθετεί μέσα σε παρενθέσεις λήθης, ώστε να σκεφθεί για τον Θεό, που βρίσκεται πάνω από κάθε ανθρώπινη αντίληψη. Αλλά καμιά φορά είναι αναγκαίο να παρεμβαίνει ο ίδιος ο Θεός, για να φέρει στο φως τη μικρή αξία των πραγμάτων του κόσμου τούτου σε σύγκριση με Αυτόν, την παροδική και παρερχόμενη φύση τους σε αντίθεση με την αιωνιότητα Του, για να μας δείξει καθαρότερα την άπειρη υπεροχή του Θεού σε σχέση με τα δώρα Του και την ανέκφραστη παρουσία Του μαζί μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις μας φαίνεται ότι ο Θεός μας εγκαταλείπει. Αυτό γίνεται γιατί, μερικές φορές, προσκολλούμαστε τόσο πολύ σε πράγματα, ώστε δεν μπορούμε πια να δούμε τον Θεό. Είναι φορές που συνδέουμε τόσο στενό τον Θεό με εκείνα που μας παρέχει, ώστε Τον ταυτίζουμε με αυτά και ξεχνούμε εντελώς τον Θεό τον ίδιο• και τότε, αν αυτός δεν εκδηλώνει πια το ενδιαφέρον Του για μας μέσω της παροχής δώρων, μας φαίνεται ότι μας έχει εγκαταλείψει. Για τον λόγο αυτό ο σταυρός συχνά φαντάζει σαν σημάδι της εγκαταλείψεως μας από τον Θεό. Άλλα και αυτό που μπορεί επίσης να συμβεί είναι να αποσύρει στ' αλήθεια ο Θεός τον εαυτό Του από τα μάτια μας, για να αποδείξει και να ενισχύσει την επιμονή της αγάπης μας προς Αυτόν. Ακόμα και ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, πάνω στο Σταυρό, είχε το αίσθημα της πλήρους εγκαταλείψεως Του από τον Θεό. Αλλά, ακόμα, ο Κύριος ποτέ δεν άφησε να εξασθενήσει η αγάπη Του για τον Θεό.
Στην πραγματικότητα, ποτέ ο Θεός δεν μας εγκαταλείπει, σ' οποία κατάσταση κι αν βρεθούμε. Είναι πιθανό να εξαφανιστεί για λίγο, για μια στιγμή, από τον ορίζοντα μας, από την αντίληψη μας. Αλλά ο Θεός, για τον οποίο συνήθως σκεφτόμαστε με όρους της δημιουργίας, θα μας εμφανιστεί τότε μέσα στο αληθινό μεγαλείο της δόξας Του, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί και να εκφραστεί με ανθρώπινες σκέψεις και λέξεις. Γι' αυτό και στο Άσμα Ασμάτων λέγεται ότι μερικές φορές κρύβεται ο Θεός και ότι τότε Αποκαλύπτεται πάλι μ' ένα ανώτερο και ενδοξότερο τρόπο:
«Τη νύχτα στην κλίνη μου αναζήτησα αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου. Τον ζήτησα, μα δεν τον βρήκα. Θα σηκωθώ τώρα λοιπόν και δα τριγυρίσω στους δρόμους της πόλης και στις αγορές δα 'ψάξω γι' αυτόν που αγάπησε η 'ψυχή μου. Τον αναζήτησα, μα δεν τον βρήκα. Με συνάντησαν οι φύλακες που περιπολούν στην πόλη και τους ρώτησα: Μήπως είδατε αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου; Λίγο μετά που τους άφησα και βρήκα αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου. Τον κράτησα και δεν τον άφηνα να φύγει, έως ότου τον έφερα μέσα στο σπίτι της μητέρας μου και στα ιδιαίτερα αυτής που με συνέλαβε» (Άσμα Ασμάτων, 3, 1-4).
Είναι τότε μόνο που ερχόμαστε σε μια σχέση με τον Θεό αληθινά προσωπική, μια σχέση πάνω απ' όλα τα δημιουργήματα. Αυτή η σχέση δεν κυριαρχείται πια από υλικά είδωλα. Όλες οι ιδέες μας για τα πράγματα και για τα δώρα που ο Θεός μας δίνει εξαφανίζονται ολωσδιόλου μπροστά στο φως του ιδίου. Έτσι κεκαθαρμένοι προσφέρουμε τους εαυτούς μας ολοκληρωτικά στον Θεό και υψωνόμαστε σ' ένα διάλογο αγάπης αποκλειστικά μαζί Του. Τότε αισθανόμαστε πώς ο Θεός είναι άπειρα μεγαλύτερος απ' όλες τις δωρεές Του και όλα τα δημιουργήματα Του και πώς, με αυτή τη σχέση μαζί Του, αναγόμαστε σ' ένα διαφορετικό πνευματικό επίπεδο, κατά το οποίο ανακτούμε σε Αυτόν όλα όσα είχαμε χάσει.
Ο Χριστιανός που έχει την αγάπη του Θεού μέσα του και που έτσι έχει αγάπη για τον καθένα -εκείνη την αγάπη που αποτελεί μια άφθαρτη και ανεξάντλητη πραγματικότητα- αισθάνεται μια χαρά, μεγαλύτερη απ' όλες τις χαρές που τα πράγματα του κόσμου τούτου μπορούν να του παράσχουν, μεγαλύτερη απ' όση η δική του ύπαρξη, ζώντας σαν ένα απομονωμένο άτομο, μπορούσε ποτέ να του δώσει. Αυτό είναι το γεγονός που οι ενάρετοι ανακαλύπτουν μέσα στο πάθος τους. Ο σταυρός αυτός δίνεται στον άνθρωπο για να φτάσει ν' ανακαλύψει τον Θεό σ' ένα άλλο επίπεδο, σ' ένα αποφατικό βάθος, άλλα επίσης και για να δείξει στους άλλους ότι υπάρχουν εκείνοι που μπορούν να μένουν ενωμένοι με τον Θεό κατ' αυτό τον τρόπο, ακόμα κι όταν χάνουν όλα τους τα υπάρχοντα, ακόμα κι όταν ο ίδιος ο Θεός φαίνεται να εξαφανίζεται από μπροστά τους.

14 Σεπτεμβρίου: Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού



Χαίροις ὁ ζωηφόρος Σταυρός,
τῆς εὐσεβείας τὸ ἀήττητον τρόπαιον,
ἡ θύρα τοῦ Παραδείσου,
ὁ τῶν πιστῶν στηριγμός,
τὸ τῆς Ἐκκλησίας περιτείχισμα·
δι᾿ οὗ ἐξηφάνισται, ἡ φθορὰ καὶ κατήργηται,
καὶ κατεπόθη, τοῦ θανάτου ἡ δύναμις,
καὶ ὑψώθημεν, ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια.
Ὅπλον ἀκαταμάχητον,
δαιμόνων ἀντίπαλε,
δόξα Μαρτύρων Ὁσίων,
ὡς ἀληθῶς ἐγκαλλώπισμα,
λιμὴν σωτηρίας,
ὁ δωρούμενος τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.

Προς αναζήτηση νοήματος για τη ζωή (Α΄Κο α΄ 18-24)
του Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., στο Αmen.gr
Ο πρώτος μήνας του λειτουργικού έτους σηματοδοτείται, στην παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας, από μια γιορτή αφιερωμένη στο πιο αμφιλεγόμενο από τα σύμβολά της, τον σταυρό του Χριστού. Και είναι πράγματι αμφιλεγόμενο σύμβολο ο σταυρός, αφού ο ίδιος ο απόστολος Παύλος, ο οποίος κατέστησε τον σταυρό κέντρο της θεολογίας του, δεν θα διστάσει να παραδεχτεί μέσα από το αποστολικό ανάγνωσμα της γιορτής (Α΄Κο α΄ 18-24) ότι το κήρυγμα για τη σταυρική θυσία του Ιησού είναι για τους λογικά σκεπτόμενους ανθρώπους "μωρία". Η ορολογία που χρησιμοποιεί στην προκειμένη περίπτωση ο απόστολος είναι χαρακτηριστική. Μιλάει για τον «λόγο του σταυρού», γνωρίζοντας το ιδιαίτερο βάρος ο συγκεκριμένος όρος έχει τόσο για τους Ιουδαίους όσο και για τους Έλληνες. Για τους Ιουδαίους ο όρος ''λόγος'', στην εβραϊκή του εκδοχή, δηλώνει την έκφραση του θελήματος του Θεού και επομένως ταυτίζεται με τον Νόμο και τη Σοφία του Θεού, ενώ για τους Έλληνες ο ίδιος όρος δηλώνει την αιτία που βρίσκεται πίσω από την τάξη του σύμπαντος και το πλεονέκτημα της φιλοσοφικής σκέψης να κατανοεί αυτήν την τάξη. Μιλώντας, λοιπόν, ο Παύλος για «λόγο του σταυρού» προσβάλλει τόσο τη θρησκευτική όσο και τη λογικοκρατική σκέψη της εποχής του. Γιατί κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα σκεφτόταν ποτέ να κάνει έμβλημά του ένα σύμβολο της ατίμωσης και του θανάτου, όπως ήταν την εποχή εκείνη ο σταυρός. Αυτός όμως ο ατιμωτικός θάνατος του Ιησού πάνω στον σταυρό κατανοείται από τους χριστιανούς ως η υπέρτατη θυσία που χάρισε νέες, άγνωστες μέχρι τότε, δυνατότητες ζωής στην ανθρωπότητα. Έτσι, ο σταυρός έγινε για τους μαθητές του Χριστού από σύμβολο θανάτου σύμβολο ζωής και σύμβολο της δύναμης του Θεού, γιατί αποκαλύπτει τη δύναμη του Θεού να σώσει τον κόσμο.
Αυτή είναι η πρόταση ζωής που οι χριστιανοί αντιπαραθέτουν απέναντι στον οπτιμισμό των ανθρωπιστών, στα οικονομικά συστήματα των καπιταλιστών και των μαρξιστών, στον υλισμό και στον πραγματισμό των τεχνοκρατών. Πρόκειται για μια πρόταση ζωής που φαίνεται να προσκρούει, όπως άλλωστε και το σύμβολο του σταυρού, σε κάθε ανθρώπινη λογική. Αυτό το γνωρίζει επίσης ο απόστολος Παύλος. Ο Παύλος γνωρίζει ότι για την ιουδαϊκή σκέψη οτιδήποτε υπάρχει είναι αποτέλεσμα της απόλυτης, ακόμη και αυθαίρετης, ελευθερίας του Θεού και των επεμβάσεών του μέσα στον χώρο και στον χρόνο, ενώ για την ελληνική νοοτροπία μια τέτοια ελευθερία που μπορεί να αυθαιρετεί απέναντι στον κόσμο και στην αρμονία του θεωρείται ύβρις. Έτσι, αν για τον Ιουδαίο το κέντρο βάρους πέφτει στο γινόμενο, στο ενεργούμενο, και γι' αυτό βλέπει τα πάντα από τη σκοπιά της Ιστορίας, το ενδιαφέρον του Έλληνα εστιάζεται στο υπάρχον. Για τον Ιουδαίο που γίνεται χριστιανός το οντολογικό ερώτημα σχετικά με τον Χριστό είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο· μπορεί εύκολα να κατανοήσει τον Χριστό ως μια επέμβαση του Θεού στον κόσμο, και γι' αυτό επιζητεί ως επιβεβαίωση της επέμβασης αυτής ένα θαύμα. Αντίθετα, για να κατανοήσει ο Έλληνας το ευαγγέλιο, πρέπει πρώτα να δώσει μια ικανοποιητική απάντηση στο σχετικό με το τι είναι ο Χριστός ερώτημα και γι' αυτό επιχειρεί να τον προσεγγίσει με τη φιλοσοφική σκέψη. Ο Παύλος αρνείται να διαλεχτεί με αυτόν τον τρόπο και αντιπροτείνει την εμπειρία των πιστών που βλέπουν στον σταυρικό θάνατο του Χριστού όχι μια ήττα αλλά ακριβώς το αντίθετο· την κορύφωση της δύναμης του Θεού.
Παρά το φαινομενικώς παράλογο όμως της θεώρησης, το πόσο ρεαλιστική μπορεί να είναι μια πρόταση, που καλεί τους ανθρώπους να απαρνηθούν και να θυσιάσουν αυτό που περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο επιθυμούν προκειμένου να το κερδίσουν, προκύπτει εύκολα από μια απλή αλλά διερευνητική ματιά στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει κατακτήσει περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη εποχή και ταυτόχρονα έχει χάσει όλα όσα νόμιζε ότι κατέκτησε:
  • Στήριξε τις ελπίδες του για ασφάλεια στα όπλα και ανέπτυξε ένα τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα, όμως σήμερα οι άνθρωποι αισθάνονται περισσότερο ανασφαλείς από ποτέ.
  • Αναζήτησε την επικοινωνία και την επαφή με τους συνανθρώπους του και ανέπτυξε στον ύψιστο βαθμό τις τηλεπικοινωνίες και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, όμως σήμερα ο άνθρωπος διαπιστώνει ότι, αν και περιστοιχίζεται από δεκάδες συσκευές τηλεφώνων, φαξ, τηλεοράσεων, υπολογιστών, κλπ, η πραγματική επαφή του και κυρίως η αλληλοκατανόηση με τους συνανθρώπους του έχει γίνει δυσκολότερη από ποτέ.
  • Στήριξε τις ελπίδες του για άνετη ζωή στην οικονομική ανάπτυξη και ακολούθησε διάφορα οικονομικά μοντέλα, για να διαπιστώσει τελικά ότι τα δύο τρίτα του πληθυσμού της γης πλησιάζουν τα όρια της εξαθλίωσης και εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα.
  • Στήριξε τις ελπίδες του για μακροζωία στη χημεία και στα φάρμακα, για να διαπιστώσει σήμερα ότι η ζωή του, αν και επιμηκύνθηκε, έγινε περισσότερο κενή από ποτέ.
  • Αναζήτησε την ευημερία στην τεχνολογία, για να διαπιστώσει σήμερα ότι η εξαντλητική χρήση των πόρων της γης έφερε τον πλανήτη ολόκληρο στο χείλος της καταστροφής.
Έτσι, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η σημερινή εποχή είναι ταυτόχρονα η καλύτερη και η χειρότερη όλων. Είναι η καλύτερη εποχή, λόγω των επιτευγμάτων της, αλλά και η χειρότερη, λόγω των συνεπειών αυτών ακριβώς των επιτευγμάτων.
Σήμερα, λοιπόν, που ο άνθρωπος βλέπει να χάνει όλα όσα νόμιζε ότι κέρδισε, ψάχνει να βρει καινούργια στηρίγματα και αναζητά νέους προσανατολισμούς στη ζωή του. Κάποιος σοφός είχε προβλέψει παλιότερα πως, όταν οι άνθρωποι θα πάψουν να πιστεύουν στον Ιησού Χριστό, δεν θα γίνουν άπιστοι, αλλά θα πιστεύουν σε οτιδήποτε. Η εποχή αυτή ήρθε. Οι κοσμοϊστορικές αλλαγές του τέλους του κ΄ μ.Χ. αιώνα κλόνισαν την εμπιστοσύνη εκατομμυρίων ανθρώπων στα διάφορα κοινωνικά συστήματα και έστρεψαν τις ελπίδες πολλών στην αναζήτηση μεταφυσικών λύσεων. Πολλοί χάρηκαν τότε και κάποιοι θριαμβολόγησαν για τη λεγόμενη "επιστροφή του Θεού". Βλέποντας όμως σήμερα τα πράγματα πιο ψύχραιμα διαπιστώνει κανείς ότι ο αληθινός Θεός δεν επέστρεψε ποτέ πραγματικά, ούτε οι άνθρωποι στράφηκαν σ' αυτόν. Αντίθετα επέστρεψαν οι δεισιδαιμονίες και οι προλήψεις των πιο σκοτεινών εποχών της ανθρωπότητας και, μάλιστα, κυριαρχούν και καθορίζουν ακόμη και τη ζωή των χριστιανών. Οι εκπομπές με αστρολόγους μάγους και άλλους απίθανους σωτήρες πληθαίνουν συνεχώς σε όλα τα κανάλια της τηλεόρασης. Ακόμη και η Ορθοδοξία μοιάζει να έχασε το πραγματικό της νόημα και έγινε πολιτικό σύνθημα. Έτσι που σήμερα φαίνεται να βρίσκει την εκπλήρωσή της εκείνη η παλιά προφητεία που βρίσκεται καταχωρισμένη στο βιβλίο του προφήτη Ησαΐα:
Ο Κύριος λέει: «Ο λαός αυτός έρχεται κοντά μου μόνο με τα λόγια και με τιμά μόνο με τα χείλη του· η καρδιά τους όμως βρίσκεται πολύ μακριά από μένα· δεν ωφελεί που με λατρεύουν, αφού διδάσκουν εντολές και διδαχές που επινόησαν οι άνθρωποι» (Ησα κθ΄ 13).
Καθημερινά εμφανίζονται καινούργιες θρησκείες, που ευαγγελίζονται τους πιο απίθανους τρόπους σωτηρίας, οδηγώντας δεκάδες ανθρώπους στην καταστροφή, ακόμη και στην αυτοκτονία. Ακόμη και η λατρεία του Σατανά γνωρίζει σήμερα τέτοια άνθιση, όση δεν είχε ούτε στον μεσαίωνα.
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η προβολή του σταυρού σήμερα αποκτά ένα πολύ πιο ουσιαστικό νόημα από αυτό μιας συμβολικής τελετής. Γιατί ο σταυρός μπορεί να γίνει σήμερα ένα σταθερό σημείο προσανατολισμού για τον άνθρωπο που ψάχνει να βρει τον δρόμο του. Και ο δρόμος που δείχνει ο σταυρός δεν είναι άλλος από αυτόν που ακολούθησε και ο Χριστός. Ο Χριστός πάνω στον σταυρό δεν έχει απολύτως τίποτε, είναι γυμνός, έχει χάσει τα πάντα· ακόμη και τα ρούχα του τα μοίρασαν οι σταυρωτές του. Και όμως, αυτήν ακριβώς τη στιγμή θα κερδίσει τη σωτηρία ολόκληρου του κόσμου. Σ' αυτόν το δρόμο της αγάπης και της θυσίας καλεί όλους τους ανθρώπους ο σταυρός. Τους καλεί να αρνηθούν ό,τι αγαπούν περισσότερο, τον ίδιο τους τον εαυτό· να εγκαταλείψουν τις νόμιμες και δίκαιες απαιτήσεις τους, τις φυσιολογικές και δικαιολογημένες επιθυμίες που έχει το εγώ τους μέσα στη ζωή· τους καλεί να αρνηθούν την ασφάλεια μιας καλοβολεμένης και καθωσπρέπει ζωής. Ταυτόχρονα όμως τους βεβαιώνει πως μόνον όσα θυσιάσουν θα κερδίσουν πραγματικά. Δύσκολος, βέβαια, ο δρόμος αυτός· αλλά είναι ο μόνος από τον οποίο έχει ανάγκη σήμερα ο κόσμος, καθώς είναι ο μόνος που παρέχει μια ρεαλιστική πρόταση νοηματοδότησης της ζωής.

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

Αναστάσιμα - Εξαποστειλάρια



 
Αναστάσιμα - Εξαποστειλάρια
Κείμενο - μετάφραση - σχόλια οικοδομής: Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου.
Εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1973 (α) 1991 (β).
 
Το Α'.
Τοίς μαθηταίς συνέλθωμεν
εν όρει Γαλιλαίας,
πίστει Χριστόν θεάσασθαι,
λέγοντα εξουσίαν
λαβείν των άνω και κάτω·
μάθωμεν πώς διδάσκει,
βαπτίζειν εις το όνομα
του Πατρός έθνη πάντα
και του Υιού
και αγίου Πνεύματος και συνείναι
τοίς μύσταις, ως υπέσχετο,
έως της συντελείας.
Ας συγκεντρωθούμε μαζί με τους μαθητάς του Κυρίου στο όρος της Γαλιλαίας, όπως τους ώρισε Εκείνος, και με πίστι πολλή ας κυττάξωμε τον αναστάντα Χριστό και ας τον ακούσωμε να λέη, ότι επήρε πλέον και με την ανθρωπίνη φύσι του την εξουσία του ουρανού και της γης· να μάθωμεν ακόμη κατά ποίο τρόπο διδάσκει να βαπτίζουν οι μαθηταί του όλους εκείνους που ανήκουν ακόμη στα ειδωλολατρικά έθνη, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· και ότι θα μείνη μαζύ με τους μαθητάς του καθώς Εκείνος έδωκε την υπόσχεσι, μέχρι της συντελείας των αιώνων.
Εάν φαντασθούμε μια τέτοια κοινή συγκέντρωσι με το Χριστό και τους μαθητάς του, η ψυχή μας σκιρτάει από ανέκφραστη χαρά. Είναι μικρό να βλέπης τον αναστημένο Χριστό και να σού ομιλή για την δόξα του και να σε διδάσκη το θέλημά του; Ευσεβείς πόθοι του εκκλησιαστικού υμνογράφου, θα ειπούν μερικοί. Και όμως δεν είναι έτσι. Αρκεί να σκεφθούμε την ευχαριστιακή σύναξι της Κυριακής, δηλαδή την συμμετοχή μας στην Θεία Λειτουργία της Κυριακής, για να είμεθα ακριβώς μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα της αγιότητος και της πραγματικής παρουσίας του Χριστού. Στο ναό μας, κάθε Κυριακή, συγκεντρωμένοι με τους λειτουργούς του Κυρίου, συγκροτούμε την Εκκλησία, με κεφαλή τον Χριστό μας. Βαπτισμένοι στο όνομα της Αγίας Τριάδος και σε κοινωνία με την θριαμβεύουσα Εκκλησία, περιμένομε την στιγμή, που το Άγιο Πνεύμα, θα μετατρέψη τα τίμια δώρα σε Σώμα και Αίμα του Ιησού Χριστού. Κι όταν μετά από λίγο θα γινώμεθα μέτοχοι του Ποτηρίου, θα έχωμε μέσα μας το Χριστό σταυρωμένο και αναστημένο, όπως το είπε ο θείος Απόστολος «οσάκις γάρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον πίνητε τον εμόν θάνατον καταγγέλετε». (Α' Κορινθ. ια', 26). Να λοιπόν η συνάντησι με τον Χριστό, ή καλύτερα, η ένωσι μετά του Χριστού «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Αμήν.
 
Το Β'.
Τόν λίθον θεωρήσασαι
αποκεκυλισμένον
αι μυροφόροι έχαιρον·
είδον γάρ νεανίσκον
καθήμενον εν τώ τάφω
και αυτός ταύταις έφη·
Ιδού Χριστός εγήγερται·
είπατε σύν τώ Πέτρω
τοίς μαθηταίς·
Εν τώ όρει φθάσατε Γαλιλαίας,
εκεί υμίν οφθήσεται,
ως προείπε τοίς φίλοις.
Οταν οι μαθήτριες του Κυρίου, που έφερναν τα μύρα για να αλείψουν το άχραντο Σώμα Του, είδαν πώς είχε μετακινηθή ο λίθος από το μνημείο, εγέμισαν από χαρά· διότι συγχρόνως είδαν να κάθεται επάνω στον άδειο τάφο ένας λαμπροφορεμένος άγγελος και αυτός τους είπε· Κυττάξτε, ο Χριστός έχει αναστηθή· αναγγείλατέ το στους μαθητάς και στον Πέτρο μαζύ· και τρέξετε αμέσως στο γνωστό όρος της Γαλιλαίας, διότι εκεί πρόκειται να εμφανισθή για χάρι σας, καθώς προείπε στους αγαπητούς του μαθητάς.
Το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου γνωστοποιείται για πρώτη φορά στο κύκλο των προσφιλών του προσώπων. Οι ψυχές τους πλημμυρίζουν από χαρά. Οι ελπίδες τους αναπτερώνονται. Ο Πέτρος ξαναβρίσκει τον εαυτό του και τρέχει πότε στον κενό τάφο και πότε στο όρος της Γαλιλαίας. Από στόμα σε στόμα η Ανάστασι του Κυρίου θα πληρώση όλη την Ιερουσαλήμ και, μετά την Πεντηκοστή, ολόκληρο τον κόσμο.
Αυτό το αναστάσιμο μήνυμα μας φέρει και σήμερα, ημέρα Κυριακή, η Εκκλησία του Χριστού, αγαπητέ αναγνώστα. Εάν αυτό το μήνυμα δεν ανανεώνεται μέσα μας, τότε θα νεκρωθούμε ψυχικά. Η Ανάστασι του Χριστού είναι ανάστασι της ψυχής κάθε χριστιανού. Είναι τόσοι οι πειρασμοί, είναι τόσοι οι τοξευμοί του διαβόλου, ώστε, αν κυριαρχήση η αμαρτία, ο πνευματικός θάνατος θα είναι βέβαιος για μας. Ένας χριστιανός όμως, με αναστημένη ψυχή, ξέρει να γρηγορή, να αγωνίζεται, να προσεύχεται, να κοινωνή, να μελετά και να βρίσκεται πάντοτε, με ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του, μπροστά στο κενό τάφο του Κυρίου ή στο όρος της Γαλιλαίας· για να δή τον Χριστό αναστημένο και παντοδύναμο, να ευλογή και να αγιάζη αυτούς που τον πιστεύουν. Ανάστασι του Χριστού· ανάστασι των ψυχών μας· κήρυγμα πανευφρόσυνο, αναλλοίωτο και αιώνιο· αυτή η χαρά μας, αυτή και η ελπίδα μας.
 
Το Γ'.
Οτι Χριστός εγήγερται
μη τις διαπιστείτω·
εφάνη τη Μαρία γάρ,
έπειτα καθωράθη
τοίς εν αγρόν απιούσι·
μύσταις δε πάλιν ώφθη
ανακειμένοις ένδεκα,
ούς βαπτίζειν εκπέμψας
εις ουρανούς,
όθεν καταβέβηκεν, ανελήφθη,
επικυρών το κήρυγμα
πλήθεσι των σημείων.
Ας μη αμφιβάλλη κανείς ότι ο Χριστός έχει αναστηθή εκ νεκρών· διότι ενεφανίσθη στη Μαρία, έπειτα παρουσιάσθηκε σε δυό από τους μαθητάς που επήγαιναν σε κάποιο αγρό· πάλιν δε ενεφανίσθη στους ένδεκα μαθητάς που είχαν συγκεντρωθή για να συζητήσουν και να δειπνήσουν· αφού δε έδωκε την εντολή σ' αυτούς τους μαθητάς για να βαπτίζουν, ανελήφθη στους Ουρανούς, από όπου είχε κατεβή, επικυρώνοντας έτσι την αναγγελία για το γεγονός της Αναστάσεως με πλήθη τέτοιων αποδεικτικών σημείων.
Όποιος αμφιβάλλει για την Ανάστασι του Χριστού, αμφιβάλλει αυτομάτως για όλη την προσωπική του πνευματική υπόστασι· καταδικάζει τον εαυτό του σε μια πρόσκαιρη, επίγεια ζωή, χωρίς την προέκτασι της αιωνιότητος, που μας εχάρισε ο αναστημένος Χριστός. Τά ιερά Ευαγγέλια και οι ύμνοι της Εκκλησίας μας θυμίζουν τα συγκεκριμένα περιστατικά των εμφανίσεων του Κυρίου μετά την Ανάστασί του, με τους αυτόπτες μάρτυρες, και κυρίως τους Αποστόλους, που, μετά απ' αυτή την αναστάσιμη εμπειρία και τις εντολές του Κυρίου, εκήρυξαν σ' όλο τον κόσμο το Ευαγγέλιο.
Τί είναι η Ανάστασι του Χριστού, σαν γεγονός, για την δική μας ψυχή; Ενισχύει το ιεραποστολικό μας φρόνημα; Ανανεώνει πάντοτε μέσα μας την ελπίδα για τον Ουρανό; Δίνει φτερά στα πόδια μας για να γίνωμε κήρυκες της αγάπης; Mάς φέρνει στην αναστάσιμη λειτουργία της Κυριακής, για να την ξαναζήσωμε μυστηριακά; Εάν έχωμε τέτοια σκιρτήματα ψυχής, τότε σημαίνει πώς η φλόγα της Αναστάσεως καίει μέσα στην ύπαρξί μας, και ο αναστάς Χριστός κατευθύνει την ζωή μας. Ο όρθρος της Κυριακής με τα Ευλογητάρια, με τα αναστάσιμα Εξαποστειλάρια και τους ύμνους των Αίνων, ας είναι μια νέα αφορμή, κάθε φορά, για την είσοδο και την παραμονή μας στον ατέλειωτο λειτουργικό χώρο της Εκκλησίας μας.
 
Το Δ'.
Ταίς αρεταίς αστράψαντες,
ίδωμεν επιστάντας
εν ζωηφόρω μνήματι
άνδρας εν αστραπτούσαις
εσθήσεσι μυροφόροις
κλινούσαις εις γήν όψιν·
του ουρανού δεσπόζοντος
έγερσιν διδαχθώμεν
και προς ζωήν
εν μνημείω δράμωμεν σύν τώ Πέτρω,
και το πραχθέν θαυμάσαντες,
μείνωμεν Χριστόν βλέψαι.
Λαμπροφορεμένοι με τις αρετές του Χριστού, ας δούμε να στέκωνται στο κενό σημείο, από όπου ανέτειλε η νέα ζωή, δυό αγγέλους ντυμένους με αστραφτερά φορέματα, μπροστά στις μυροφόρους, που έκλιναν το πρόσωπό τους προς τη γη, από τη λάμψι που αντίκρυσαν· την ώρα αυτή που εδέσποζεν ο Ουρανός, ας διδαχθούμε την Ανάστασι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και ας τρέξωμε μαζί με τον Πέτρο προς το μνημείο, εκεί που ευρίσκεται η αληθινή ζωή, και αφού θαυμάσωμε την νέα αυτή πραγματικότητα, ας παραμείνωμε για να δούμε τον αναστημένο Χριστό.
Πόσο πηγαία και ειλικρινής είναι η επιθυμία του εκκλησιαστικού υμνογράφου, να βρεθή μπροστά στον κενό τάφο του Χριστού! Έρχεται στο νού η εικόνα της παρουσίας των λαμπροφορεμένων αγγέλων, των σεμνών και φοβισμένων μυροφόρων· σκέπτεται έπειτα την δύναμι του Ουρανού και ζητεί να τρέξωμε στον τάφο, για να θαυμάσωμε την Ανάστασι και να αντικρύσωμε τον Χριστό.
Όλο το μυστικό για την επιτυχία αυτής της πορείας, ο ποιητής, το περικλείει στις τρεις πρώτες λέξεις του ύμνου· «ταίς αρεταίς αστράψαντες». Γιά να δούμε την λαμπρότητα της Αναστάσεως, πρέπει να αστράφτωμε κι εμείς με τις αρετές μας. Χωρίς την αγνότητα των προθέσεων, χωρίς την καθαρότητα της ψυχής, χωρίς την δύναμι της πίστεως, χωρίς τον οπλισμό της αγάπης, χωρίς τον φωτισμό της καλωσύνης, πώς μπορούμε να αντικρύσωμε τον κενό τάφο και τον Χριστό; Αν λοιπόν την καρδιά μας κατακαίη μια τέτοια επιθυμία, ας κυττάξωμε να λαμπροστολιστούμε με τις αρετές, για να αξιωθούμε μιας τέτοιας μεγάλης τιμής.
 
Το Ε'.
Η ζωή και οδός Χριστός
εκ νεκρών τώ Κλεόπα
και τώ Λουκά συνώδευσεν,
οίσπερ και επεγνώσθη
εις Εμμαούς, κλών τον άρτον·
ων ψυχαί και καρδίαι
καιόμεναι ετύγχανον,
ότε τούτοις ελάλει
εν τη οδώ
και Γραφαίς ηρμήνευεν, ά υπέστη·
μεθ' ων, «ηγέρθη», κράξωμεν,
«ώφθη τε και τώ Πέτρω».
Ο αναστημένος από τους νεκρούς Κύριος Ιησούς Χριστός, που είναι η πραγματική ζωή και η οδός συνώδευσε τους δυό αποστόλους, τον Κλεόπα και το Λουκά στην πορεία προς την κωμόπολι Εμμαούς, όπου βεβαίως, όταν έφθασαν, απεκαλύφθη σ' αυτούς, την ώρα ακριβώς που έκοβε σε κομμάτια και τους εμοίραζε τον άρτο· αυτών των αποστόλων οι ψυχές και οι καρδιές είχαν κυριευθή από την φλόγα του θείου ζήλου και της αφοσιώσεως στο Χριστό, όταν ωμιλούσε σ' αυτούς σε όλο το διάστημα της πορείας, και τους εξηγούσε με τις άγιες Γραφές, όσα μαρτύρια υπέφερε κατά την σταυρική θυσία του· μαζύ μ' αυτούς τους αποστόλους ας φωνάξωμε χαρούμενα, ότι ανεστήθη ο Χριστός και ενεφανίσθη και στον Πέτρο.
Μπορεί να μη τον ανεγνώρισαν αμέσως τον Χριστό οι δυό απόστολοι, αγαπητέ αναγνώστα· όμως η καρδιά τους εφλέγετο από τον θείο ζήλο και την αφοσίωσι σ' αυτόν, επειδή ήτο ο Κύριός τους κι ο Διδάσκαλός τους. Κι έτσι αξιώθηκαν, έστω και την τελευταία στιγμή, να τον δούν πάλι μπροστά τους και να μείνουν εκστατικοί, όταν τον έχασαν από τα μάτια τους. Μερικές φορές ζητούμε όλοι μας να καταλάβωμε περισσότερα πράγματα από την ζωή του Χριστού και να εισδύσωμε βαθύτερα στο μυστήριο της θείας οικονομίας του. Μά αυτό δεν μπορεί να γίνη μόνο με μαθηματικές αντιλήψεις και λογικά σχήματα. Πρίν απ' όλα χρειάζεται αυτός ο θερμός ζήλος και η αφοσίωσι στο Χριστό· το αποστολικό φρόνημα και ο θείος φόβος· το δόσιμο της καρδιάς στο Χριστό, και η έμπνευσι της ζωής μας από την Χάρι του· γιατί η πίστι προηγείται από την πεποίθησι και την γνώσι· η πίστι είναι δώρο του ουρανού, ενώ η γνώσι είναι απόκτημα του ανθρώπου. Χρειάζεται η πίστι για να αποκαλυφθεί και σε μας ο Χριστός και να μας εξηγήση ο ίδιος το Πάθος του και την Ανάστασί του. Θα ήταν ώρα ευλογίας και ανέκφραστης χαράς, όταν παίρναμε κι εμείς την πορεία προς κάποιους Εμμαούς για να αξιωθούμε, με θερμή την καρδιά μας από αγάπη στο Χριστό, να τον δούμε να τεμαχίζη τον άρτο και να μας προσφέρη την μερίδα μας.
 
Το ΣΤ'.
 
Δεικνύων ότι άνθρωπος,
Σώτερ, εί κατ' ουσίαν,
αναστάς εκ του μνήματος,
βρώσεως συμμετέσχες,
και μέσον στάς εδίδασκες
μετάνοιαν κηρύσσειν·
ευθύς δε προς ουράνιον
ανελήφθης Πατέρα
και μαθηταίς
πέμπειν τον Παράκλητον επηγγείλω·
υπέρθεε, Θεάνθρωπε,
δόξα τη σή εγέρσει.
Αποδεικνύοντας ότι είσαι στην ουσία τέλειος άνθρωπος, Ιησού Χριστέ και Σωτήρ μας, αφού ανεστήθης από το μνήμα, όπου είχες ενταφιασθή, έλαβες μέρος στο φαγητό, που σού παρέθεσαν οι μαθηταί σου· και αφού εστάθηκες στο μέσον της συντροφιάς τους, τους εδίδασκες να κηρύττουν στον κόσμο την μετάνοια· ευθύς αμέσως δε ανελήφθης στον Πατέρα που βρίσκεται στους Ουρανούς, ενώ υπεσχέθης να στείλης στους μαθητάς το Άγιον Πνεύμα για να τους ενισχύη· μοναδικέ Θεέ μας και Θεάνθρωπε, αιωνία ανήκει σε σένα η δόξα για την Ανάστασί σου.
Ενώπιόν μας πάντοτε προβάλλεται το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Λόγου· ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος, εκτός αμαρτίας, για την σωτηρία μας. Ένα τέτοιο μυστήριο, δεν είναι εύκολο να το ξεπερνά κανείς, όταν μάλιστα σκύβη να μελετήση τα ιερά μας κείμενα. Ο ποιητής του τροπαρίου, σχολιάζοντας το γεγονός της εμφανίσεως του Κυρίου μετά την Ανάστασί του, και την συμμετοχή του στο φαγητό των Αποστόλων, το βλέπει σαν μια πρόσθετη απόδειξι της ανθρωπίνης φύσεως και ουσίας του Ιησού Χριστού. Αν δεν δεχθούμε αυτό το θεμελιακό δίδαγμα της ανθρωπίνης ουσίας του Λόγου, τότε δεν μπορούμε να προχωρήσωμε σε καμμιά άλλη σκέψι, σχετική με το μυστήριο της θείας οικονομίας. Μέ αυτή, λοιπόν, την ταυτόχρονη θεϊκή και ανθρώπινη παρουσία του ο Χριστός, εδίδασκε τους μαθητές να κηρύσσουν την μετάνοια και λίγο πριν αναληφθή στους Ουρανούς, υπεσχέθη να τους στείλη το Άγιο Πνεύμα. Αυτό το Άγιο Πνεύμα, που ήλθε την ημέρα της Πεντηκοστής, και έκτοτε μένει στην Εκκλησία του Χριστού, είναι άραγε μέσα και στη δική μας την ύπαρξι; Είναι έτοιμη η ψυχή μας, έχομε κατάλληλο φρόνημα, έχομε αναστάσιμη χαρά, όπως οι μαθηταί του Κυρίου, για να βρίσκη ο Παράκλητος τόπο διαμονής και να μας επισκιάζη; Κάθε μια μέρα, σαν την σημερινή, ας είναι μια ανανέωσι της ψυχής μας, ώστε μέσα στην αναστάσιμη χαρά, να ευχαριστούμε τον Θεό για την αγάπη του και να προσφέρωμε την ψυχή μας για να «σκηνώνη εν ημίν» το Άγιον Πνεύμα.
 
Το Ζ'.
Οτι ήραν τον Κύριον
της Μαρίας ειπούσης,
επί τον τάφον έδραμον
Σίμων Πέτρος και άλλος
μύστης Χριστού, ον ηγάπα·
έτρεχον δε οι δύο
και εύρον τα οθόνια
ένδον κείμενα μόνα,
και κεφαλής
ήν δε το σουδάριον χωρίς τούτων
διό πάλιν ησύχασαν,
τον Χριστόν έως είδον.
Οταν η Μαρία η Μαγδαληνή είπε στους δύο μαθητάς ότι επήραν τον Χριστό από εκεί όπου τον είχαν θάψει, τότε αυτοί, ο Σίμων Πέτρος δηλαδή και ο άλλος αφωσιωμένος μαθητής του ο Ιωάννης, που ιδιαιτέρως τον αγαπούσε ο Χριστός, έτρεξαν προς τον τάφο· έτρεχαν δε μαζύ και οι δύο και - όταν έφθασαν - βρήκαν τους νεκρικούς επιδέσμους, με τους οποίους είχαν τυλίξει το νεκρό σώμα του Ιησού, να είναι στη θέσι τους, χωρίς να έχουν καθόλου ανακατωθή· ακόμη δε και το κάλυμμα της κεφαλής του ήταν χωριστά από τους επιδέσμους, τακτοποιημένο σε κάποια θέσι· μετά από αυτό το γεγονός, που έπειθε πώς δεν πήρε κανείς το Χριστό, αλλ' ότι εκείνος ανεστήθη, οι μαθηταί έμειναν ήσυχοι, μέχρις ότου, μάλιστα, τον είδαν, όταν ενεφανίσθη ενώπιόν τους αναστημένος.
Η Μαγδαληνή ήταν ανήσυχη. Ο σεβασμός και η αφοσίωσί της στο Διδάσκαλο, έφεραν τα βήματά της στο μνημείο, που το βρήκε κενό. Σε λίγο, οι δυό μαθηταί, ο Πέτρος και ο Ιωάννης, έβλεπαν με τα μάτια τους, πώς ο τάφος ήταν κενός, και όλα έπειθαν πώς ο Χριστός ανεστήθη. Βέβαιοι πλέον για την Ανάστασι, περίμεναν μέχρι την ώρα που τον είδαν μέσα στο «υπερώον» της Ιερουσαλήμ. Η ανησυχία της Μαρίας και το τρέξιμο των μαθητών στον τάφο, μας δίνουν το μέτρο της δικής μας ανησυχίας και τον δείκτη του δικού μας δρόμου, για να βρεθούμε στον κενό τάφο. Από κεί θα αντλήσωμε δύναμι ακατανίκητη και φωτισμό πλούσιο, για να βρούμε την ειρήνη και την ηρεμία των λυτρωμένων παιδιών του Θεού. Βεβαιωμένοι για την ζωηφόρο Ανάστασι του Χριστού, τρέχομε το πρωί της Κυριακής στο ναό του Θεού, για να ακούσωμε τα αναστάσιμα μηνύματα του λυτρωμού και της χαράς. Κανένας άλλος χώρος, και τοπικά και πνευματικά, δεν μπορεί να μας δώση, ό,τι μας προσφέρει ο ναός μας, η εκκλησία μας. Μόνον εκεί βρίσκει κανείς την γαλήνη και την καθαρότητα. Μόνον εκεί βλέπει ζωντανό τον Χριστό, την γλυκειά Παναγία και τους συμπαθείς Αγίους. Και καθώς αξιωνόμαστε να δεχθούμε μέσα μας τον Χριστό με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, περιμένομε την ημέρα που θα τον δούμε σ' όλη του την δόξα μαζί με την Μητέρα του και τους Αγίους βρίσκοντας κοντά του την αιώνια χαρά και την ευφροσύνη.
 
Το Η'.
Δύο αγγέλους βλέψασα
ένδοθεν του μνημείου
Μαρία εξεπλήττετο,
και Χριστόν αγνοούσα
ως κηπουρόν επηρώτα·
«Κύριε, που το σώμα
του Ιησού μου τέθεικας»·
κλήσει δε τούτον γνούσα
είναι αυτόν
τον Σωτήρα, ήκουσε·
«Μή μου άπτου·
προς τον Πατέρα άπειμι·
ειπέ τοίς αδελφοίς μου.
Καθώς η Μαρία η Μαγδαληνή έβλεπε να φρουρούν το κενό μνημείο δυό άγγελοι, ο ένας προς το μέρος της κεφαλής και ο άλλος προς το μέρος των ποδιών, κατεχόταν από μεγάλη κατάπληξι· και επειδή δεν καταλάβαινε τον Χριστό, που ήταν μπροστά της αναστημένος, τον ερωτούσε σαν να ήταν ο κηπουρός· Κύριε, που έχεις βάλει το άχραντο σώμα του Διδασκάλου μου Ιησού; Όταν δε κατάλαβε από τον τόνο της φωνής του, πώς αυτός ήταν ο Χριστός, κι όταν είπε το όνομά της, άκουσε (τον Σωτήρα Χριστό να της λέγη)· μη με εγγίζης· πηγαίνω τώρα προς τον Πατέρα μου· δόσε αυτή την αγγελία στους αδελφούς μου και μαθητάς μου.
Αυτή η αγάπη της Μαγδαληνής στο Χριστό, της εχάρισε την μεγάλη τιμή να τον δή και να τον ακούση πρώτη μετά την Ανάστασί του. Καθώς διηγείται ο ιερός ευαγγελιστής Ιωάννης, ενώ η Μαγδαληνή είδε άδεια, αλλά στη θέσι τους, τα οθόνια και το σουδάριο και έτρεξε να το πή στους μαθητάς Πέτρο και Ιωάννη, που ήλθαν να τα δούν κι αυτοί, εκείνη έμενε έξω από το μνημείο και έκλαιγε, γιατί δεν ήξερε, που μετέφεραν τον Χριστό. Εκεί, λοιπόν, ανάμεσα στη θλίψι και στα δάκρυά της, στον πόνο της και στην ελπίδα, αντικρύζει τον Διδάσκαλο, που σε λίγο θα την προσφωνήση με το όνομά της. Ας μετρήσωμε εμείς την αγάπη μας και την αφοσίωσί μας στο Χριστό. Πόσο τον αγαπούμε; Πόσες φορές διερωτώμεθα αν είναι κοντά μας; Πόσες φορές τον ανακαλύπτομε μέσα στην ψυχή μας; Μήπως Εκείνος έρχεται, κι εμείς θολωμένοι από την αθυμία, δεν κατορθώνομε να τον αναγνωρίσωμε; Ας απαντήσωμε με ειλικρίνεια στον εαυτό μας. Εάν θέλωμε να ακούσωμε το όνομά μας στη Βασιλεία μας και να βρεθούμε στα δεξιά του, ας του δείξωμε όλη την αγάπη μας και την αφοσίωσί μας. Ο Χριστός είναι το Α και το Ω της ζωής μας.
 
Το Θ'.
Συγκεκλεισμένων, Δέσποτα,
των θυρών ως εισήλθες
τους αποστόλους έπλησας
Πνεύματος Παναγίου,
ειρηνικώς εμφυσήσας,
οίς δεσμείν τε και λύειν
τας αμαρτίας είρηκας·
και οκτώ μεθ' ημέρας
την σήν πλευράν
τώ Θωμά υπέδειξας και τας χείρας,
μεθ' ού βοώμεν· «Κύριος
και Θεός σύ υπάρχεις».
 
Ενώ οι πόρτες του υπερώου είχαν κλεισθή καλά, Δέσποτα Ιησού Χριστέ, καθώς εμπήκες μέσα θαυματουργικά, εγέμισας τους αποστόλους με το Πανάγιο Πνεύμα, αφού ενεφύσισες σ' αυτούς την ειρήνη την δική σου και τους είπες πώς έχουν το δικαίωμα να δεσμεύουν και να συγχωρούν τις αμαρτίες· μετά από οκτώ μέρες, στον ίδιο τόπο, έδειξες την πλευρά σου και μετά τα χέρια σου στο Θωμά· μαζί μ' αυτόν ομολογούμε με δυνατή φωνή· σύ υπάρχεις Κύριος και Θεός μας.
Ποιό είναι το δικό μας υπερώο, αγαπητέ αναγνώστα; Είτε είναι κλειστές είτε όχι οι θύρες του ναού μας, ο Χριστός ευρίσκεται πάντοτε εκεί· ιδιαίτερα στις ώρες της θείας λατρείας και στη θεία Ευχαριστία της Κυριακής ο Χριστός είναι «εν τώ μέσω ημών», και μας ευλογεί, μας αγιάζει, μας ειρηνεύει. Μέσα στο ιερό Αρτοφόριο, τοποθετημένο επάνω στην αγία Τράπεζα, ευρίσκεται το Σώμα του και το Αίμα του, που προσφέρεται εκτάκτως στους πιστούς και όταν δεν έχωμε τελέσει την θεία Λειτουργία. Όλος ο ναός είναι πλημμυρισμένος από αυτή την παρουσία του Χριστού και το Πνεύμα το Άγιον μας χαριτώνει και μας οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν». Ο ναός μας, λοιπόν, ο ναός κάθε ενορίας, είναι και ένα υπερώο. Καθώς όμως στην ώρα της κοινής λατρείας προβάλλει στην Ωραία Πύλη ο λειτουργός του Θεού, η σκέψι μας πρέπει να σταματά στην εξουσία που έδωκε στους ιερείς του ο Χριστός να λύουν ή να δεσμεύουν τις αμαρτίες. Μέ την δύναμι της μετανοίας οι πιστοί καταφεύγουν στον πνευματικό τους, και εκεί, μέσα στο ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως, αποθέτουν τα κρίματά τους, και ανανεωμένοι την ημέρα της Κυριακής, ξαναβρίσκονται στην αναστάσιμη χαρά της Λειτουργίας και γίνονται κοινωνοί του μυστηρίου της Ευχαριστίας· «Το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εις άφεσίν σου αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον».
 
Το Ι'.
Τιβεριάδος θάλασσα
σύν παιδί Ζεβεδαίου,
Ναθαναήλ, τώ Πέτρω τε
σύν δυσίν άλλοις πάλαι,
και Θωμάν είχε προς άγραν·
οί, Χριστού τη προστάξει,
εν δεξιοίς χαλάσαντες
πλήθος είλκον ιχθύων·
ον Πέτρος γνούς
προς αυτόν ενήχετο, οίς το τρίτον
φανείς, και άρτον έδειξε
και ιχθύν επ' ανθράκων.
 
Η θάλασσα της Τιβεριάδος είχε ψαράδες τους μαθητάς του Κυρίου, και συγκεκριμένα τον Ναθαναήλ, τον Θωμά μαζύ με τους υιούς του Ζεβεδαίου και τον Πέτρο και άλλους δύο ακόμη· αυτοί οι μαθηταί με την εντολή του Χριστού, αφού έρριξαν τα δίχτυα στη δεξιά πλευρά του πλοίου, έπιασαν πλήθος από ψάρια· όταν ο Πέτρος κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο Χριστός έπεσε στη θάλασσα και εκολύμπησε προς το μέρος του· σ' αυτούς τους μαθητάς, αφού εφανερώθηκε για τρίτη φορά ο Χριστός, προσέφερε ψωμί και ψάρι που ψηνόταν επάνω στα κάρβουνα.
Απογοητευμένοι οι μαθηταί, μετά τα τραγικά γεγονότα που ωδήγησαν τον Χριστό στο θάνατο, και παρ' ότι είχαν μάθει για την Ανάστασι, επιδόθηκαν στο ψάρεμα. Εκείνη την φορά ολόκληρη νύχτα εκουράστηκαν και δεν έπιασαν κανένα ψάρι. Αλλ' όταν πήραν την εντολή από τον Χριστό, για το που θα ρίξουν τα δίχτυα, αυτά σε λίγο γέμισαν τόσο πολύ από τα πολλά ψάρια, που κατάπληκτοι οι μαθηταί από το θέαμα, δεν μπορούσαν να το πιστεύσουν. Ενθουσιασμένος ο Πέτρος έπεσε στη θάλασσα, για να φθάση πιο γρήγορα στον αναστάντα Χριστό. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι σαφές. Μπορούμε με την ζωή μας και με το φρόνημά μας να έχωμε μαζύ μας τον Χριστό για οδηγό και εμπνευστή; Μέχρι τώρα, πόσες φορές του αφήσαμε χώρο για να μας δείξη, τι έπρεπε να κάνωμε, για να επιτύχωμε στις τόσες καλές επιδιώξεις της ζωής μας; Ο Χριστός μπορεί να μας οδηγήση εκεί που πρέπει· και για τα πνευματικά, και για τα υλικά. Πάντοτε, όμως, κατά το συμφέρον της ψυχής μας. Σε μας ανήκει να του προσφέρωμε την θέλησί μας, την καρδιά μας. Κι όταν και στις επιτυχίες και στις αποτυχίες, τα δίχτυά μας είναι γεμάτα ή άδεια, ξέροντας πώς γίνεται το θέλημα του Θεού, συγκρατούμε τον ενθουσιασμό, λογικευόμεθα ή και υπομένομε καρτερικά. Ευλογημένη που είναι η χριστιανική ζωή, όταν την κατευθύνη ο Αρχηγός της ζωής, ο Κύριος Ιησούς!
 
Το ΙΑ'.
Μετά την θείαν έγερσιν
τρίς τώ Πέτρω «φιλείς με;»,
πυθόμενος ο Κύριος,
των ιδίων προβάτων
προβάλλεται ποιμενάρχην
ός ιδών ον ηγάπα
ο Ιησούς επόμενον,
ήρετο τον Δεσπότην.
«Ούτος δε τι»;
«Εάν θέλω», έφησε, «μένειν τούτον,
έως και πάλιν έρχομαι,
τι προς σε, φίλε Πέτρε;».
Μετά από την θεία και ένδοξη Ανάστασί του, αφού ο Χριστός έμαθε και εβεβαιώθηκε, μετά από τρεις αλλεπάλληλες ερωτήσεις με το «φιλείς με», για την αγάπη του Πέτρου προς αυτόν (έτσι ο Πέτρος αποκατεστάθη στο αποστολικό αξίωμα), τον προβάλλει σαν αρχηγό και ποιμένα των δικών του λογικών προβάτων· όταν, εν τώ μεταξύ, ο Πέτρος είδε τον Ιωάννη, που τον αγαπούσε ιδιαιτέρως ο Χριστός, να τον ακολουθή, τότε ερώτησε τον Δεσπότη Χριστό· «Κύριε, τι θα γίνη μ' αυτόν εδώ και τι του επιφυλάσσεις»; Και ο Χριστός του απήντησε· «Κάμε την υπόθεσι, ότι εγώ θέλω να μείνη ο Ιωάννης σ' αυτή την ζωή, ώσπου να ξανάρθω στη δευτέρα παρουσία μου· εσένα σε τι αφορά και τι θα κερδήσης, αν το μάθης, αγαπητέ μου Πέτρε;».
Κάθε αναστάσιμο Εξαποστειλάριο, αντλεί το περιεχόμενό του, από το αντίστοιχο εωθινό Ευαγγέλιο. Έτσι σήμερα το θέμα είναι παρμένο, από όσα μας διηγείται ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο κα' κεφάλαιο του Ευαγγελίου του. Στο διηγούμενο περιστατικό, ο Χριστός, μετά την Ανάστασί του, αποκατέστησε τον Πέτρο στο αποστολικό αξίωμα, γιατί ο ενθουσιώδης μαθητής είχε απαρνηθή τρεις φορές τον Χριστό στην αυλή του αρχιερέως. Έκλαψε όμως, τόσο πολύ, σαν ένα μικρό παιδί· μετενόησε με όλη τη δύναμι της ψυχής του. Αν λοιπόν, κάποτε αρνηθήκαμε ή επικράναμε τον Χριστό, ας αφήσουμε την ψυχή μας να κλάψη από αληθινή μετάνοια. Εκείνος θα μας φορέση και πάλι την λαμπρή στολή της ψυχής και θα μας επαναφέρη στη προηγούμενη θέσι μας. Πόσο μεγάλη, πόσο δυνατή είναι η μετάνοια! Κι όταν από κάποια περιέργεια ο Πέτρος ερωτούσε τον Χριστό για τον Ιωάννη, ο Χριστός και πάλι του απηύθυνε τους λόγους της οικοδομής. Πρόσεχε, Πέτρε, μη νοιάζεσαι για τον Ιωάννη και για το τι εγώ του επιφυλάσσω. Σύ να προσέχης για την σωτηρία σου. Ας αφήσωμε, αγαπητέ αναγνώστα, την περιέργεια και τις ανόητες θρησκευτικές απορίες· ας αφήσωμε την κατάκρισι εις βάρος των άλλων και ας κυττάξωμε, πώς θα είμαστε πάντοτε κοντά στον Χριστό· πώς θα πορευώμεθα τον δρόμο που θα μας οδηγήση στη σωτηρία. Το πιο μεγάλο έργο στη ζωή μας είναι να δώσωμε τον εαυτό μας στο Χριστό και στην Εκκλησία του, για να μας αγιάση και να μας σώση.