Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Αγίου Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Λόγος περί της Ενανθρωπίσεως του Λόγου και της δια σώματος προς ημάς επιφανείας Αυτού




Απόδοση εις την νέα Ελληνική: Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

Πηγή: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/a8anasios_megas_logos_peri_enan8rwphsews.htm 



Εισαγωγή - Περίληψη

Ο λόγος αυτός, όπως και ο «Κατά Ειδώλων», γράφτηκε περί τα έτη 317-319 μ.Χ. Σ’ αυτόν εξετάζεται το μεγάλο γεγονός της σαρκώσεως του άσαρκου Λόγου του Θεού, δηλαδή του Υιού του Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος.

Στο πρώτο μέρος του λόγου αναλύεται ο διπλός σκοπός της ενανθρωπήσεως του Λόγου: α) η επιστροφή της ανθρωπότητας στην κατάσταση της αθανασίας που απωλέσθηκε λόγω του προπατορικού αμαρτήματος· και β) η απόδοση στους ανθρώπους της ικανότητας να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό.

Στο δεύτερο μέρος του λόγου περιγράφει τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται ο διπλός σκοπός της ενανθρωπήσεως: είναι τα θαυμαστά έργα του Χριστού, ο θάνατος και η ανάστασή του.

Στο τρίτο μέρος του λόγου ανασκευάζονται οι αντιρρήσεις των Ιουδαίων και των Ελλήνων (ειδωλολατρών) για την ενανθρώπηση του Λόγου. Οι αντιρρήσεις των Ιουδαίων ανασκευάζονται από την προφητική τους παράδοση. Οι αντιρρήσεις των ειδωλολατρών ανασκευάζονται με λογικά επιχειρήματα. Ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει ότι το ανθρώπινο γένος δεν είναι απρεπές για να υπηρετήσει την αποκάλυψη του Θεού. Ποιό καλύτερο σκεύος από τον άνθρωπο υπήρχε για την αποκάλυψη του Λόγου;

Τέλος, στον επίλογο ο συγγραφέας τονίζει ότι για την ολοκλήρωση της διδασκαλίας για την ενανθρώπηση του Σωτήρα χρειάζονται δυό πράγματα: μελέτη της Αγίας Γραφής και βίος αγνός.

Η ενανθρώπηση του Λόγου παίζει τον σπουδαιότερο ρόλο για την δημιουργία, την κτίση και τον άνθρωπο. Οδηγεί στη θέωση, όπως με έμφαση θεολογεί ο Μέγας Αθανάσιος: «ο Λόγος ενανθρώπησε, για να θεοποιηθούμε εμείς». Αφορά το νόημα και τον στόχο της υπάρξεως και της ζωής μας.


ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ     Νεοελληνική απόδοση

1. Αυτάρκως εν τοις προ τούτων εκ πολλών ολίγα διαλαβόντες, περί
της των εθνών περί τα είδωλα πλάνης και της τούτων δεισιδαιμονίας,
Πως εξ αρχής τούτων γέγονεν η εύρεσις, ότι εκ κακίας οι άνθρωποι
εαυτοίς την προς τα είδωλα θρησκείαν επενόησαν·
αλλά γαρ χάριτι Θεού σημάναντες ολίγα και περί της θειότητος του
Λόγου του Πατρός και της εις πάντα προνοίας και δυνάμεως αυτού·
και ότι ο αγαθός Πατήρ τούτω τα πάντα διακοσμεί και τα πάντα
υπ αυτού κινείται και εν αυτώ ζωοποιείται·
φέρε κατά ακολουθίαν, μακάριε και αληθώς φιλόχριστε, τη περί της
ευσεβείας πίστει, και τα περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου
διηγησώμεθα, και περί της θείας αυτού προς ημάς επιφανείας
δηλώσωμεν· ην Ιουδαίοι μεν διαβάλλουσιν, Έλληνες δε χλευάζουσιν,
ημείς δε προσκυνούμεν· ίν έτι μάλλον εκ της δοκούσης ευτελείας του
Λόγου μείζονα και πλείονα την εις αυτόν ευσέβειαν έχης.
Όσω γαρ παρά τοις απίστοις χλευάζεται, τοσούτω μείζονα την περί
της θεότητος αυτού μαρτυρίαν παρέχει· ότι τε α μη καταλαμβάνουσιν
άνθρωποι ως αδύνατα, ταύτα αυτός επιδείκνυται δυνατά· και α ως
απρεπή χλευάζουσιν άνθρωποι, ταύτα αυτός τη εαυτού αγαθότητι
ευπρεπή κατασκευάζει· και α σοφιζόμενοι οι άνθρωποι ως ανθρώπινα
γελώσι, ταύτα αυτός τη εαυτού δυνάμει θεία επιδείκνυται, την μεν των
ειδώλων φαντασίαν τη νομιζομένη εαυτού ευτελεία δια του σταυρού
καταστρέφων, τους δε χλευάζοντας και απιστούντας μεταπείθων
αφανώς ώστε την θειότητα αυτού και δύναμιν επιγινώσκειν.
Εις δε την περί τούτων διήγησιν, χρεία της των προειρημένων μνήμης·
ίνα και την αιτίαν της εν σώματι φανερώσεως του τοσούτου και
τηλικούτου πατρικού Λόγου γνώναι δυνηθής, και μη νομίσης ότι
φύσεως ακολουθία σώμα πεφόρεκεν ο Σωτήρ· αλλ ότι ασώματος ων
τη φύσει, και Λόγος υπάρχων, όμως κατά φιλανθρωπίαν και
αγαθότητα του εαυτού Πατρός, δια την ημών σωτηρίαν, εν
ανθρωπίνω σώματι ημίν πεφανέρωται.

Πρέπει δε ποιουμένους ημάς την περί τούτου διήγησιν, πρότερον περί
της των όλων κτίσεως και του ταύτης Δημιουργού Θεού ειπείν, ίνα
ούτως και την ταύτης ανακαίνισιν υπό του κατά την αρχήν αυτήν
δημιουργήσαντος Λόγου γεγενήσθαι αξίως αν τις θεωρήσειεν· ουδέν
γαρ εναντίον φανήσεται, ει δι ου ταύτην εδημιούργησεν ο Πατήρ, εν
αυτώ και την ταύτης σωτηρίαν ειργάσατο.
   

Είναι αρκετά αυτά τα λίγα από τα πολλά που αναπτύξαμε, πριν από τον τωρινό
μας λόγο,για την πλάνη και τη δεισιδαιμονία των εθνικών στην ειδωλολατρία·
είπαμε με ποιό τρόπο από την αρχή έγινε η επινόηση των ειδώλων· από την
κακία τους οι άνθρωποι έφτιαξαν αυτή τη θρησκεία.
Με τη χάρη βέβαια του Θεού, μας δόθηκε η ευκαιρία να πούμε λίγα και για τη
θεότητα του Λόγου του Πατέρα, αλλά και τη δύναμη και πρόνοιά του για όλα.
Ο πανάγαθος Πατέρας με το Λόγο του φροντίζει το σύμπαν· όλα κινούνται και
παίρνουν ζωή απ' αυτόν.
Στη συνέχεια, λοιπόν, αγαπητέ μου, γνήσιε φίλε του Χριστού, θα σου διηγηθώ
για την αληθινή πίστη και την ενανθρώπηση του Λόγου· επιπλέον, θα σου πω
με λεπτομέρειες για τη ζωή του Λόγου πάνω στη γη (θεία επιφάνεια).
Οι Ιουδαίοι βέβαια την συκοφαντούν, ενώ οι ειδωλολάτρες την εμπαίζουν·
εμείς όμως την προσκυνάμε. Συμβαίνει το εξής: φαινομενικά οι χλευαστές
εξευτελίζουν το Λόγο· εσύ όμως (και κάθε ευσεβής) αποκτάς περισσότερη και
μεγαλύτερη ευλάβεια στο πρόσωπό Του.
Διότι, όσο οι άπιστοι Τον χλευάζουν, τόσο μεγαλύτερη απόδειξη της θεότητάς
Του παρέχει. Και όσα οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται, επειδή τα θεωρούν
αδιανόητα, Αυτός αποδείχνει ότι αυτά είναι κατορθωτά. Όσα ακόμη οι άνθρωποι
τα χλευάζουν ως απρεπή, Αυτός αυτά τα καθιστά ευπρεπή με την καλωσύνη
του. Όσα οι άνθρωποι με τις εξυπνάδες τους τα κοροϊδεύουν ως ανθρώπινα,
Αυτός αυτά με τη δύναμή του τα παρουσιάζει θεϊκά. Από τη μια, διαλύει την
φαντασμαγορία των ειδώλων με την ανθρώπινη ταπείνωση του εαυτού του
πάνω στο σταυρό· κι από την άλλη, μεταστρέφει μυστικά αυτούς που χλεύαζαν
και απιστούσαν· τους κάνει να προσκυνούν τη θεότητα και τη δύναμή του.
Για τη διήγηση αυτή (της ενανθρωπήσεως του Λόγου), πρέπει να θυμάσαι τα
προηγούμενα (σχετικά με την ειδωλολατρία).
Έτσι, θα μπορέσεις να κατανοήσεις την αιτία της πρόσληψης του ανθρωπίνου
σώματος από τον τόσο μεγάλο και σπουδαίο Λόγο του Θεού Πατέρα· ακόμη, να
μη νομίσεις ότι ήταν κάτι το φυσιολογικό η ενσάρκωση του Σωτήρα. Διότι,
αυτός που είναι ασώματος και Υιος Λόγος του Πατέρα, εξαιτίας της αγάπης και
καλωσύνης του Πατέρα του σε μας, για τη σωτηρία μας, δέχεται να
περιβληθεί ανθρώπινο σώμα και να φανερωθεί.
Πριν όμως διηγηθούμε την ιστορία της ενανθρωπήσεως, πρέπει πρώτα να πούμε
για τη δημιουργία του σύμπαντος και για το Δημιουργό Θεό του. Έτσι, θα μπορεί
κάποιος δικαιολογημένα ν’ αποδώσει στο Λόγο και την αναδημιουργία
του κόσμου, του οποίου είναι και ο αρχικός δημιουργός. Τίποτε το αντιφατικό
δεν υπάρχει: μ’ Αυτόν που ο Θεός Πατέρας έφτιαξε τον κόσμο, μ’ Αυτόν
καταστρώνει τώρα και το σχέδιο της σωτηρίας του (του κόσμου).

2. Τήν δημιουργίαν του κόσμου και την των πάντων κτίσιν πολλοί
διαφόρως εξειλήφασι, και ως έκαστος ηθέλησεν, ούτως και ωρίσατο.
Οι μεν γαρ αυτομάτως, και ως έτυχε, τα πάντα γεγενήσθαι λέγουσιν,
ως οι Επικούρειοι, οί και την των όλων πρόνοιαν καθ εαυτών ουκ
είναι μυθολογούντες, άντικρυς παρά τα εναργή και φαινόμενα λέγοντες.
Ει γαρ αυτομάτως τα πάντα χωρίς προνοίας κατ αυτούς γέγονεν,
έδει τα πάντα απλώς γεγενήσθαι και όμοια είναι και μη διάφορα. Ως
γαρ επί σώματος ενός έδει τα πάντα είναι ήλιον ή σελήνην, και επί των
ανθρώπων έδει το όλον είναι χείρα, ή οφθαλμόν, ή πόδα. Νυν δε ουκ
έστι μεν ούτως· ορώμεν δε το μεν, ήλιον· το δε, σελήνην· το δε, γην· και
πάλιν επί των ανθρωπίνων σωμάτων, το μεν, πόδα· το δε, χείρα· το
δε, κεφαλήν. Η δε τοιαύτη διάταξις ουκ αυτομάτως αυτά γεγενήσθαι
γνωρίζει, αλλ αιτίαν τούτων προηγείσθαι δείκνυσιν· αφ ης και τον
διαταξάμενον και πάντα ποιήσαντα Θεόν έστι νοείν.
Άλλοι δε, εν οίς εστι και ο μέγας παρ Έλλησι Πλάτων, εκ
προϋποκειμένης και αγενήτου ύλης πεποιηκέναι τον Θεόν τα όλα
διηγούνται· μη αν γαρ δύνασθαί τι ποιήσαι τον Θεόν ει μη προϋπέκειτο
η ύλη· ώσπερ και τω τέκτονι προϋποκείσθαι δεί το ξύλον, ίνα και
εργάσασθαι δυνηθή.
Ουκ ίσασι δε τούτο λέγοντες ότι ασθένειαν περιτιθέασι τω Θεώ· ει γαρ
ουκ έστι της ύλης αυτός αίτιος, αλλ όλως εξ υποκειμένης ύλης ποιεί
τα όντα, ασθενής ευρίσκεται, μη δυνάμενος άνευ της ύλης εργάσασθαί
τι των γενομένων· ώσπερ αμέλει και του τέκτονος ασθένειά εστι το μη
δύνασθαι χωρίς των ξύλων εργάσασθαί τι των αναγκαίων.
Και καθ υπόθεσιν γαρ, ει μη ην η ύλη, ουκ αν ειργάσατό τι ο Θεός. Και
Πως έτι ποιητής και δημιουργός αν λεχθείη εξ ετέρου το ποιείν εσχηκώς,
λέγω δη εκ της ύλης; Έσται δε, ει ούτως έχει, κατ αυτούς ο Θεός
τεχνίτης μόνον και ου κτίστης εις το είναι, ει γε την υποκειμένην ύλην
εργάζεται, της δε ύλης ουκ έστιν αυτός αίτιος. Καθόλου γαρ ουδέ
κτίστης αν λεχθείη, ει γε μη κτίζει την ύλην, εξ ης και τα κτισθέντα
γέγονεν.
Οι δε από των αιρέσεων άλλον εαυτοίς αναπλάττονται δημιουργόν
των πάντων παρά τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,
τυφλώττοντες μέγα και περί α φθέγγονται.
Του γαρ Κυρίου λέγοντος προς τους Ιουδαίους· "Ουκ ανέγνωτε ότι
απ αρχής ο κτίσας άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς; και είπεν· ένεκεν
τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα αυτού και
προσκολληθήσεται τη γυναικί αυτού· και έσονται οι δύο εις σάρκα
μίαν"· είτα σημαίνων τον κτίσαντά φησιν· «Ό ουν ο Θεός συνέζευξεν,
άνθρωπος μη χωριζέτω», Πως ούτοι ξένην του Πατρός την κτίσιν
εισάγουσιν; ει δε κατά τον Ιωάννην πάντα περιλαβόντα και λέγοντα
"πάντα δι αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν", Πως αν
άλλος είη ο δημιουργός, παρά τον Πατέρα του Χριστού;
   

Πριν όμως διηγηθούμε την ιστορία της ενανθρωπήσεως, πρέπει πρώτα να πούμε
για τη δημιουργία του σύμπαντος και για το Δημιουργό Θεό του. Έτσι, θα μπορεί
κάποιος δικαιολογημένα ν’ αποδώσει στο Λόγο και την αναδημιουργία
του κόσμου, του οποίου είναι και ο αρχικός δημιουργός. Τίποτε το αντιφατικό
δεν υπάρχει: μ’ Αυτόν που ο Θεός Πατέρας έφτιαξε τον κόσμο, μ’ Αυτόν
καταστρώνει τώρα και το σχέδιο της σωτηρίας του (του κόσμου).
Τη δημιουργία του κόσμου και του σύμπαντος πολλοί την σκέφτηκαν με
διαφορετικό τρόπο· όπως ήθελε ο καθένας, έτσι και την επινόησε.
Άλλοι, όπως οι Επικούρειοι, λένε ότι όλα έγιναν από μόνα τους, στην τύχη.
Αυτοί υποστηρίζουν με μυθοπλασίες ότι δεν υπάρχει καμία πρόνοια στον κόσμο·
υποστηρίζουν τα αντίθετα στα ολοφάνερα.
Αν λοιπόν, σύμφωνα με τη θεωρία τους, όλα έγιναν χωρίς φροντίδα, από μόνα
τους, θα έπρεπε όλα να είναι απλά και όμοια, όχι διαφορετικά μεταξύ τους. Θα
έπρεπε στο σύμπαν όλα ν’ αποτελούν ένα σώμα, ήλιο ή σελήνη· και οι
άνθρωποι να είναι όλοι ένα, ή χέρι ή μάτι ή πόδι. Στην πραγματικότητα όμως
δεν είναι έτσι. Βλέπουμε το ένα άστρο να είναι ήλιος· το άλλο, σελήνη· το άλλο,
γη. Το ίδιο και στο ανθρώπινο σώμα: άλλο μέρος είναι πόδι, άλλο χέρι, άλλο
κεφάλι. Αυτή η διάκριση δείχνει ότι τα πράγματα δεν προήλθαν από μόνα τους
τυχαία, αλλά προηγείται η αιτία που τα δημιούργησε. Κι από την τάξη αυτή
εύκολα οδηγούμαστε στο Θεό, ο οποίος δημιούργησε και τακτοποίησε τα πάντα.
Άλλοι πάλι, μεταξύ τους και ο σπουδαίος Έλληνας φιλόσοφος Πλάτων, λένε
ότι ο Θεός τα δημιούργησε όλα από προϋπάρχουσα και αιώνια ύλη. Διότι
(λένε), δεν θα μπορούσε να κατασκευάσει κάτι ο Θεός, αν δεν προϋπήρχε η ύλη
(το υλικό κατασκευής). Όπως ο ξυλουργός πρέπει να έχει ξύλα, για να
μπορέσει να τα επεξεργαστεί.
Δεν καταλαβαίνουν ότι, λέγοντας κάτι τέτοιο, αποδίδουν αδυναμία στο Θεό.
Διότι, αν δεν είναι Αυτός αίτιος υπάρξεως της ύλης και υποχρεωτικά όλα τα
κατασκευάζει από προϋπάρχουσα ύλη, τότε είναι αδύναμος· διότι δεν μπορεί
χωρίς ύλη να κάμει κάποιο κτίσμα. Όπως ακριβώς ο ξυλουργός, αδυνατεί να
κάνει κάποιο χρήσιμο αντικείμενο χωρίς ξύλα.
Να το πούμε υποθετικά: αν δεν υπήρχε ύλη, τίποτε δεν θα δημιουργούσε ο
Θεός. Και Πως θα τον ονομάζαμε τεχνίτη και δημιουργό, εφόσον άλλος –εννοώ
η ύλη– θα του έδινε το δικαίωμα κατασκευής; Αν ήταν έτσι τα πράγματα, ο Θεός
θα ήταν γι’ αυτούς όχι δημιουργός από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, αλλά
μόνον τεχνίτης· διότι θα επεξεργαζόταν
προϋπάρχουσα ύλη, χωρίς να είναι αυτός ο δημιουργός της. Δεν θα θεωρούνταν
δημιουργός, επειδή δεν φτιάχνει το υλικό (ύλη) από το οποίο να προέρχονται
τα δημιουργήματα. Οι αιρετικοί πάλι επινοούν άλλο δημιουργό των κτισμάτων
και όχι τον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

3. Ταύτα μεν ούτοι μυθολογούσιν. Η δε ένθεος διδασκαλία και η
κατά Χριστόν πίστις την μεν τούτων ματαιολογίαν ως αθεότητα
διαβάλλει. Ούτε γαρ αυτομάτως, δια το μη απρονόητα είναι, ούτε εκ
προϋποκειμένης ύλης, δια το μη ασθενή είναι τον Θεόν· αλλ εξ ουκ
όντων και μηδαμή μηδαμώς υπάρχοντα τα όλα εις το είναι
πεποιηκέναι τον Θεόν δια του Λόγου οίδεν, ή φησί δια μεν Μωϋσέως·
"Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην"· δια δε της
ωφελιμωτάτης βίβλου του Ποιμένος· "Πρώτον πάντων πίστευσον,
ότι εις εστίν ο Θεός, ο τα πάντα κτίσας και καταρτίσας, και ποιήσας
εκ του μη όντος εις το είναι". Όπερ και ο Παύλος σημαίνων φησί·
"Πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τους αιώνας ρήματι Θεού, εις το μη εκ
φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι."
Ο Θεός γαρ αγαθός εστι, μάλλον δε πηγή της αγαθότητος υπάρχει·
αγαθώ δε περί ουδενός αν γένοιτο φθόνος· όθεν ουδενί του είναι
φθονήσας, εξ ουκ όντων τα πάντα πεποίηκε δια του ιδίου Λόγου του
Κυρίου ημών Ιησού Χριστού·
εν οίς προ πάντων των επί γης το ανθρώπων γένος ελεήσας, και
θεωρήσας ως ουχ ικανόν είη κατά τον της ιδίας γενέσεως λόγον
διαμένειν αεί, πλέον τι χαριζόμενος αυτοίς, ουχ απλώς, ώσπερ πάντα
τα επί γης άλογα ζώα, έκτισε τους ανθρώπους, αλλά κατά την εαυτού
εικόνα εποίησεν αυτούς, μεταδούς αυτοίς και της του ιδίου Λόγου
δυνάμεως, ίνα ώσπερ σκιάς τινας έχοντες του Λόγου και γενόμενοι
λογικοί διαμένειν εν μακαριότητι δυνηθώσι, ζώντες τον αληθινόν και
όντως των αγίων εν παραδείσω βίον.
Ειδώς δε πάλιν την ανθρώπων εις αμφότερα νεύειν δυναμένην
προαίρεσιν, προλαβών ησφαλίσατο νόμω και τόπω την δοθείσαν
αυτοίς χάριν. Εις τον εαυτού γαρ παράδεισον αυτούς εισαγαγών,
έδωκεν αυτοίς νόμον· ίνα ει μεν φυλάξαιεν την χάριν και μένοιεν καλοί,
έχωσι την εν παραδείσω άλυπον και ανώδυνον και αμέριμνον ζωήν,
προς τω και της εν ουρανοίς αφθαρσίας αυτούς την επαγγελίαν έχειν·
ει δε παραβαίεν και στραφέντες γένοιντο φαύλοι, γινώσκοιεν εαυτούς
την εν θανάτω κατά φύσιν φθοράν υπομένειν, και μηκέτι μεν εν
παραδείσω ζήν, έξω δε τούτου λοιπόν αποθνήσκοντας μένειν εν τω
θανάτω και εν τη φθορά.
Τούτο δε και η θεία γραφή προσημαίνει λέγουσα εκ προσώπου του
Θεού· "Από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φαγή·
από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ
αυτού· ή δ αν ημέρα φάγησθε, θανάτω αποθανείσθε." Το δε θανάτω
αποθανείσθε", τι αν άλλο είη ή το μη μόνον αποθνήσκειν, αλλά και εν
τη του θανάτου φθορά διαμένειν;
   

Αποδείχνονται πωρωμένοι σε όσα λένε.
Διότι ο Κύριος είπε στους Ιουδαίους: «Δεν γνωρίζετε ότι από την αρχή, που ο
Θεός έπλασε τους ανθρώπους, τους ξεχώρισε σε άνδρα και γυναίκα; Και έδωσε
την εντολή· λόγω της φυσικής έλξης προς τη γυναίκα, θ’ αφήσει ο άνδρας τους
γονείς του και θα συζευχθεί τη γυναίκα του· έτσι οι δύο θα γίνουν ένα σώμα».
Και αλλού, δείχνοντας τον δημιουργό, λέει: «Αυτούς που ο Θεός ένωσε με γάμο,
να μην τους χωρίζει ο άνθρωπος». Πως, μετά απ' αυτά, θεωρούν ότι η
δημιουργία δεν έχει καμία σχέση με τον Πατέρα; Αφού ο ευαγγελιστής Ιωάννης,
που τα διηγείται όλα με ακρίβεια, μας λέει: «όλα αυτός τα έκαμε· και τίποτε δεν
υπάρχει που να μην το έκαμε»· Πως, λοιπόν, είναι δυνατόν να είναι άλλος ο
δημιουργός και όχι ο Πατέρας του Χριστού;
Αυτούς τους μύθους λοιπόν λένε αυτοί. Η θεία όμως διδασκαλία και η πίστη
στο Χριστό αποδείχνει ότι αποτελούν αθεΐα τα φληναφήματα όλων αυτών.
Τα κτίσματα δεν προήλθαν από μόνα τους, επειδή δεν έγιναν χωρίς πρόνοια·
ούτε έγιναν από προϋπάρχουσα ύλη, επειδή ο Θεός δεν είναι ανίκανος να κάνει
κάτι τέτοιο. Γνωρίζει καλά (η θεία διδασκαλία) ότι όλα δημιουργήθηκαν από το
μηδέν· τα έφερε ο Θεός από την ανυπαρξία στην ύπαρξη με το Λόγο του. Το
λέει ο Μωϋσής: «Στην αρχή, δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό και τη γη». Μας
το διηγείται και το πολύ ωφέλιμο βιβλίο του Ποιμένα: «Πάνω απ’ όλα πίστεψε
ότι ο Θεός είναι ένας· είναι Αυτός που όλα τα δημιούργησε και τα έβαλε σε
τάξη· Αυτός που τα έφερε στην ύπαρξη από το μηδέν». Αυτό το επισημαίνει και
ο Παύλος λέγοντας: «Με την πίστη κατανοούμε ότι οι αιώνες δημιουργήθηκαν
με το λόγο του Θεού, ώστε όσα βλέπουμε να μην έχουν γίνει απ’ αυτά που
φαίνονται».
Ο Θεός λοιπόν είναι αγαθός ή καλύτερα η πηγή της αγαθωσύνης· στον αγαθό
μάλιστα δεν δημιουργείται φθόνος για τίποτε. Γι’ αυτό το λόγο, χωρίς να φθονεί
την ύπαρξη κανενός, δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν (ανυπαρξία) με το
δικό του Λόγο, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Περισσότερο απ’ όλα τα δημιουργήματα ο Θεός ελέησε το ανθρώπινο γένος·
επειδή είδε ότι δεν μπορεί να μένει για πάντα σύμφωνα με τις ικανότητες που
πλάστηκε, χάρισε στους ανθρώπους περισσότερα χαρίσματα. Τους έπλασε όχι
με απλό τρόπο, όπως τα άλογα ζώα, αλλά ν’ αποτελούν δική Του εικόνα·
τους μετέδωσε τη δύναμη του δικού του Λόγου.
Έτσι, να έχουν πάνω τους σαν σκιές εκτυπώματα του Λόγου και να γίνουν
λογικοί· να μπορούν να φτάσουν στην ευτυχία, ζώντας την αληθινό και όντως
παραδεισένια ζωή των Αγίων.
Επειδή πάλι ο Θεός γνώριζε ότι η θέληση των ανθρώπων έχει τη δυνατότητα να
κλίνει και προς τα δύο, πρόλαβε και εξασφάλισε με νόμο και τόπο τη χάρη που
τους έδωσε. Τους έβαλε δηλαδή στον παράδεισο και τους έδωσε νόμο να τηρούν.
Ώστε, αν φυλάξουν τη χάρη και παραμείνουν καλοί, θ’ απολαμβάνουν
στον παράδεισο αμέριμνη ζωή χωρίς λύπες και πόνους· και επιπλέον θα έχουν
και την υπόσχεση ότι θα γευτούν την ουράνια αφθαρσία. Εάν όμως παραβούν
το νόμο και γίνουν κακοί με την απομάκρυνση από το Θεό, να γνωρίζουν ότι
θα υποστούν τη φυσική φθορά του θανάτου· δεν θα ζουν πλέον στον
παράδεισο· θα πεθαίνουν έξω απ’ αυτόν και θα παραμένουν στο θάνατο και
τη φθορά.
Αυτό το επισήμανε εκ των προτέρων και η Αγία Γραφή (στους πρωτοπλάστους),
αναφέροντας τα λόγια του Θεού: «Έχετε άδεια να τρώτε από τους καρπούς
κάθε δέντρου στον παράδεισο· δεν θα φάτε μόνον από το δέντρο της γνώσεως
του καλού και του κακού· την ημέρα που θα φάτε απ’ αυτό, θα πεθάνετε». Η
φράση "θα πεθάνετε" δεν δηλώνει μόνο το θάνατο αλλά και την αιώνια
παραμονή στη φθορά του θανάτου.

4. Ίσως θαυμάζεις τι δήποτε περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου
προθέμενοι λέγειν, νυν περί της αρχής των ανθρώπων διηγούμεθα.
Αλλά και τούτο ουκ αλλότριόν εστι του σκοπού της διηγήσεως.
Ανάγκη γαρ ημάς λέγοντας περί της εις ημάς επιφανείας του Σωτήρος,
λέγειν και περί της των ανθρώπων αρχής, ίνα γινώσκης ότι η ημών
αιτία εκείνω γέγονε πρόφασις της καθόδου, και η ημών παράβασις του
Λόγου την φιλανθρωπίαν εξεκαλέσατο, ώστε και εις ημάς φθάσαι και
φανήναι τον Κύριον εν ανθρώποις. Της γαρ εκείνου ενσωματώσεως
ημείς γεγόναμεν υπόθεσις, και δια την ημών σωτηρίαν
εφιλανθρωπεύσατο και εν ανθρωπίνω γενέσθαι και φανήναι σώματι.
Ούτως μεν ουν ο Θεός τον άνθρωπον πεποίηκε, και μένειν ηθέλησεν εν
αφθαρσία· άνθρωποι δε κατολιγωρήσαντες και αποστραφέντες την
προς τον Θεόν κατανόησιν, λογισάμενοι δε και επινοήσαντες εαυτοίς
την κακίαν, ώσπερ εν τοις πρώτοις ελέχθη, έσχον την προαπειληθείσαν
του θανάτου κατάκρισιν, και λοιπόν ουκ έτι ως γεγόνασι διέμενον· αλλ
ως ελογίζοντο διεφθείροντο· και ο θάνατος αυτών εκράτει βασιλεύων.
Η γαρ παράβασις της εντολής εις το κατά φύσιν αυτούς επέστρεφεν,
ίνα, ώσπερ ουκ όντες γεγόνασιν, ούτως και την εις το μη είναι φθοράν
υπομείνωσι τω χρόνω εικότως.
Ει γαρ φύσιν έχοντες το μη είναί ποτε, τη του Λόγου παρουσία και
φιλανθρωπία εις το είναι εκλήθησαν, ακόλουθον ην κενωθέντας τους
ανθρώπους της περί Θεού εννοίας και εις τα ουκ όντα αποστραφέντας,
ουκ όντα γαρ εστι τα κακά, όντα δε τα καλά, επειδήπερ από του όντος
Θεού γεγόνασι, κενωθήναι και του είναι αεί. Τούτο δε εστι το
διαλυθέντας μένειν εν τω θανάτω και τη φθορά.

Έστι μεν γαρ κατά φύσιν άνθρωπος θνητός, άτε δη εξ ουκ όντων
γεγονώς. Δια δε την προς τον όντα ομοιότητα, ην ει εφύλαττε δια της
προς αυτόν κατανοήσεως, ήμβλυνεν αν την κατά φύσιν φθοράν, και
έμεινεν άφθαρτος· καθάπερ η σοφία φησίν· "Προσοχή νόμων, βεβαίωσις
αφθαρσίας"· άφθαρτος δε ων, έζη λοιπόν ως Θεός, ως που και η θεία
γραφή τούτο σημαίνει λέγουσα· "Εγώ είπα θεοί εστε, και υιοί υψίστου
πάντες· υμείς δε ως άνθρωποι αποθνήσκετε, και ως εις των αρχόντων
πίπτετε."
   

Ίσως ν’ απορείς γιατί τέλος πάντων ενώ έχω την πρόθεση να μιλήσω για την
ενανθρώπηση του Λόγου, εγώ τώρα διηγούμαι για την πλάση των ανθρώπων.
Αλλά κι αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από το σκοπό της πραγματείας μου.
Διότι είναι ανάγκη, εφόσον μιλούμε για την εμφάνιση του Σωτήρα στη γη, να
πούμε και για δημιουργία των ανθρώπων· έτσι ώστε να γνωρίζεις ότι η δική μας
αιτία έγινε η αφορμή για να κατέβει στη γη· η δική μας παράβαση προκάλεσε
τη φιλευσπλαχνία του Λόγου για μας, ώστε να έλθει κοντά μας ο Κύριος και
να παρουσιαστεί στους ανθρώπους. Για δική μας υπόθεση Εκείνος σαρκώθηκε·
και για τη δική μας σωτηρία, από υπερβολική αγάπη για μας,
καταδέχτηκε να ντυθεί και εμφανιστεί με ανθρώπινο σώμα.
Έτσι, λοιπόν, έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο και θέλησε να μείνει στην
κατάσταση της αφθαρσίας. Οι άνθρωποι όμως αδιαφόρησαν και
απομακρύνθηκαν από το Θεό. Σκέφτηκαν και επινόησαν για τον εαυτό τους
την κακία. Και όπως είπαμε προηγουμένως, καταδικάστηκαν στην ποινή του
θανάτου, με την οποία τους είχε προειδοποιήσει ο Θεός· στο εξής δεν ζούσαν
στην κατάσταση για την οποία είχαν πλαστεί. Οι λογισμοί τους έφερναν τη
φθορά και ο θάνατος κυρίευε. Μάλιστα, η παράβαση της εντολής τους
επανέφερε στη φυσική τους κατάσταση ώστε, όπως ήταν πριν υπάρξουν, έτσι
και τώρα με την πάροδο του χρόνου να υφίστανται τη φθορά που οδηγεί στην
ανυπαρξία (και πάλι).
Διότι, αν η φύση τους ήταν τέτοια ώστε να μην υπάρχουν κάποτε, και τους
κάλεσε στην ύπαρξη η ενέργεια και αγάπη του Λόγου, ήταν επόμενο ότι, όταν
οι άνθρωποι αρνήθηκαν το Θεό, να καταντήσουν στην κατάσταση των μη όντων
(ανυπαρξία)·
διότι τα κακά είναι μη όντα (ανύπαρκτα), ενώ όντα (υπαρκτά)
είναι τα καλά, εφόσον προέρχονται από τον όντα (υπάρχοντα) Θεό. Έτσι,
έχασαν τη δυνατότητα να υπάρχουν αιώνια. Αυτό σημαίνει ότι,
όταν διαλύονται, μένουν στο θάνατο και τη φθορά.

Από τη φύση του λοιπόν ο άνθρωπος είναι θνητός, επειδή προήλθε από την
ανυπαρξία. Θα μπορούσε βέβαια, λόγω της ομοιότητάς του με τον όντα Θεό,
αν έμενε πιστός στη σχέση μαζί του, να καταργούσε αυτή τη φθορά της φύσεώς
του και να γινόταν άφθαρτος. Το λέει και η Σοφία (Σολομώντα): «Η τήρηση
των εντολών φέρνει την αφθαρσία». Όντας λοιπόν άφθαρτοςο άνθρωπος, θα
ζούσε όπως ο Θεός· κι αυτό το λέει η Αγία Γραφή: «Εγώ είπα ότι μπορείτε να
γίνετε όλοι θεοί και παιδιά του ύψιστου Θεού· αλλά σεις πεθαίνετε ως φθαρτοί
άνθρωποι και πέφτετε όπως πέφτουν από την εξουσία οι άρχοντες».

5. Ο μεν γαρ Θεός ου μόνον εξ ουκ όντων ημάς πεποίηκεν, αλλά και
το κατά Θεόν ζήν ημίν εχαρίσατο τη του Λόγου χάριτι. Οι δε
άνθρωποι, αποστραφέντες τα αιώνια, και συμβουλία του διαβόλου εις
τα της φθοράς επιστραφέντες, εαυτοίς αίτιοι της εν τω θανάτω
φθοράς γεγόνασιν, όντες μεν ως προείπον κατά φύσιν φθαρτοί, χάριτι
δε της του Λόγου μετουσίας του κατά φύσιν εκφυγόντες, ει
μεμενήκεισαν καλοί.
Δια γαρ τον συνόντα τούτοις Λόγον, και η κατά φύσιν φθορά τούτων
ουκ ήγγιζε, καθώς και η σοφία φησίν· "Ο Θεός έκτισε τον άνθρωπον
επί αφθαρσία, και εικόνα της ιδίας αϊδιότητος· φθόνω δε διαβόλου
θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον"·
τούτου δε γενομένου οι μεν άνθρωποι απέθνησκον, η δε φθορά λοιπόν
κατ αυτών ήκμαζε, και πλείον του κατά φύσιν ισχύουσα καθ όλου
του γένους, όσω και την απειλήν του θείου δια την παράβασιν της
εντολής κατ αυτών προειλήφει.
Και γαρ και εν τοις πλημμελήμασιν οι άνθρωποι ουκ άχρις όρων
ωρισμένων ειστήκεισαν, αλλά κατ ολίγον επεκτεινόμενοι λοιπόν και εις
άμετρον εληλύθασιν, εξ αρχής μεν ευρεταί της κακίας γενόμενοι, και
καθ εαυτών τον θάνατον προκαλεσάμενοι και την φθοράν· ύστερον δε
εις αδικίαν εκτραπέντες και παρανομίαν πάσαν υπερβαλόντες, και μη
ενί κακώ ιστάμενοι, αλλά πάντα καινά καινοίς επινοούντες, ακόρεστοι
περί το αμαρτάνειν γεγόνασι.
Μοιχείαι μεν γαρ ήσαν και κλοπαί πανταχού, φόνων δε και αρπαγών
πλήρης ην η σύμπασα γη. Και νόμου μεν ουκ ην φροντίς περί φθοράς
και αδικίας· πάντα δε τα κακά καθ ένα και κοινή παρά πάσιν
επράττετο. Πόλεις μεν κατά πόλεων επολέμουν, και έθνη κατά εθνών
ηγείρετο· διήρητο δε πάσα η οικουμένη στάσεσι και μάχαις, εκάστου
φιλονεικούντος εν τω παρανομείν.
Ουκ ην δε τούτων μακράν ουδέ τα παρά φύσιν, αλλ ως είπεν ο του
Χριστού μάρτυς Απόστολος· "Αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν
την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν· ομοίως δε και οι άρρενες,
αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας, εξεκαύθησαν εν τη ορέξει
αυτών εις αλλήλους, άρρενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην
κατεργαζόμενοι, και την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτών εν
εαυτοίς απολαμβάνοντες".
   

Ο Θεός δεν μας έπλασε μόνο από το μηδέν αλλά μας δώρησε με τη χάρη του
Λόγου του και τη δυνατότητα να ζούμε σύμφωνα με το θέλημά του. Οι
άνθρωποι όμως αρνήθηκαν τα αιώνια· με συμβουλή του διαβόλου επέστρεψαν
στη φθορά της φύσεως και έγιναν οι ίδιοι αίτιοι της καταστροφής τους
εισάγοντας στη ζωή τους το θάνατο. Ενώ είχαν, όπως είπα παραπάνω, φθαρτή
φύση, μπορούσαν, αν έμεναν σταθεροί στην καλωσύνη, να ξεπεράσουν τη
θνητότητα της φύσης μετέχοντας στη χάρη του Λόγου.
Επειδή συνυπήρχε μέσα τους ο Λόγος, δεν θα τους επηρέαζε η φυσική φθορά
καθώς το λέει και η Σοφία (Σολομώντα): «Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για να
μένει άφθαρτος και ν’ αποτελεί εικόνα της δικής Του αΐδιας φύσεως. Από
φθόνο όμως του διαβόλου εισήλθε στον κόσμο ο θάνατος».
Μετά το γεγονός αυτό, οι άνθρωποι πέθαιναν και η φθορά βασίλευε στη ζωή
τους και ξεπερνούσε τη φυσική κατάσταση του ανθρώπινου γένους. Διότι η
φθορά είχε λάβει την απειλή του Θεού εναντίον των ανθρώπων σε περίπτωση
παράβασης της εντολής.
Επιπλέον, και στη διάπραξη των αμαρτημάτων τους οι άνθρωποι δεν είχαν
κάποιο όριο· επεκτείνονταν σιγά σιγά και έφτασαν τέλος στην ασυδοσία.
Στην αρχή, ανακάλυψαν την κακία και προκάλεσαν σε βάρος του εαυτού τους
το θάνατο και τη φθορά. Στη συνέχεια, παρεκτράπησαν σε αδικίες και
ξεπέρασαν κάθε είδος παρανομίας. Δεν σταμάτησαν σ’ ένα κακό, αλλά
συνεχώς επινοούσαν νεότερα κακά· έτσι, έφτασαν στο σημείο να γίνουν
αχόρταγοι στις αμαρτίες.
Παντού γινόταν μοιχείες και κλοπές· όλη η γη ήταν γεμάτη από φόνους και
αρπαγές. Κανένας νόμος δεν μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τη φθορά και αδικία.
Όλα τα κακά, καθένα χωριστά και όλα μαζί, τα έκαναν όλοι.
Πολεμούσαν πόλεις εναντίον πόλεων· επαναστατούσαν έθνη εναντίον άλλων
εθνών. Όλη η οικουμένη είχε διαιρεθεί από επαναστάσεις και μάχες· καθένας
συναγωνίζονταν τον άλλον σε παρανομίες.
Δεν τους ήταν άγνωστες ούτε οι παρά φύσιν καταστάσεις, όπως το είπε
και ο μάρτυρας του Χριστού Απόστολος (Παύλος): «Οι γυναίκες άλλαξαν τη
φυσική χρήση του σώματός τους σε παρά φύσιν· το ίδιο και οι άνδρες: άφησαν
τη φυσική σχέση με τις γυναίκες και στράφηκαν με πάθος να επιθυμούν τους
ομοφύλους τους· άνδρες με άνδρες διαπράττουν διαστροφικές ασχήμιες.
Πληρώνονται όμως στον ίδιο τους τον εαυτό το αντίτιμο της διαστροφικής
ζωής τους».

6. Δια δη ταύτα πλείον του θανάτου κρατήσαντος, και της φθοράς
παραμενούσης κατά των ανθρώπων, το μεν των ανθρώπων γένος
εφθείρετο, ο δε λογικός και κατ εικόνα γενόμενος άνθρωπος ηφανίζετο·
και το υπό του Θεού γενόμενον έργον παραπώλλυτο. Και γαρ και ο
θάνατος, ως προείπον, νόμω λοιπόν ίσχυε καθ ημών· και ουχ οίόν τε
ην τον νόμον εκφυγείν, δια το υπό Θεού τεθείσθαι τούτον της
παραβάσεως χάριν· και ην άτοπον ομού και απρεπές το γινόμενον
αληθώς.
Άτοπον μεν γαρ ην ειπόντα τον Θεόν ψεύσασθαι, ώστε
νομοθετήσαντος αυτού θανάτω αποθνήσκειν τον άνθρωπον, ει
παραβαίη την εντολήν, μετά την παράβασιν μη αποθνήσκειν, αλλά
λύεσθαι τον τούτου λόγον. Ουκ αληθής γαρ ην ο Θεός, ει ειπόντος
αυτού αποθνήσκειν ημάς, μη απέθνησκεν ο άνθρωπος. Απρεπές δε ην
πάλιν τα άπαξ γενόμενα λογικά και του Λόγου αυτού μετασχόντα
παραπόλλυσθαι, και πάλιν εις το μη είναι δια της φθοράς επιστρέφειν.
Ουκ άξιον γαρ ην της αγαθότητος του Θεού τα υπ αυτού γενόμενα
διαφθείρεσθαι, δια την παρά του διαβόλου γενομένην τοις ανθρώποις
απάτην. Άλλως τε και των απρεπεστάτων ην την του Θεού τέχνην
εν τοις ανθρώποις αφανίζεσθαι ή δια την αυτών αμέλειαν, ή δια την
των δαιμόνων απάτην.
Φθειρομένων τοίνυν των λογικών και παραπολλυμένων των
τοιούτων έργων, τι τον Θεόν έδει ποιείν αγαθόν όντα; αφείναι την
φθοράν κατ αυτών ισχύειν, και τον θάνατον αυτών κρατείν; και τις η
χρεία του και εξ αρχής αυτά γενέσθαι; έδει γαρ μη γενέσθαι,
ή γενόμενα παραμεληθήναι και απολέσθαι.
Ασθένεια γαρ μάλλον και ουκ αγαθότης εκ της αμελείας γινώσκεται
του Θεού, ει ποιήσας παρορά φθαρήναι το εαυτού έργον, ήπερ ει μη
πεποιήκει κατά την αρχήν τον άνθρωπον. Μη ποιήσαντος μεν γαρ ουκ
ην ο λογιζόμενος την ασθένειαν, ποιήσαντος δε και εις το είναι
κτίσαντος, ατοπώτατον ην απόλλυσθαι τα έργα, και μάλιστα επ όψει
του πεποιηκότος. Ουκούν έδει τους ανθρώπους μη αφιέναι φέρεσθαι
τη φθορά, δια το απρεπές και ανάξιον είναι τούτο της του Θεού
αγαθότητος.
   

Επειδή λοιπόν κυριάρχησε ο θάνατος και η φθορά παρέμενε στη ζωή των
ανθρώπων, το ανθρώπινο γένος χανόταν· ο λογικός και κατ’ εικόνα Θεού
πλασμένος άνθρωπος καταστραφόταν.
Έτσι, το έργο του Θεού που γινόταν οδηγούνταν στην απώλεια. Διότι και ο
θάνατος, όπως προείπα, είχε ισχύ νόμου σε βάρος μας. Και δεν μπορούσε
κανείς να ξεφύγει το νόμο που τον είχε θεσπίσει ο Θεός εξαιτίας της
παραβάσεως (των πρωτοπλάστων). Θα ήταν μάλιστα ανακόλουθο και ανάξιο
στο Θεό να συμβεί κάτι τέτοιο.
Θα ήταν πρώτα ανακόλουθο· διότι, ενώ το είπε ο Θεός, στη συνέχεια
αποδείχνεται ψεύτης· δηλαδή, ενώ νομοθέτησε ότι θα πεθάνει ο άνθρωπος αν
παραβεί την εντολή του, στη συνέχεια, μετά την παράβαση, να μην πεθαίνει·
έτσι, καταπατείται ο λόγος του Θεού. Δεν θα ήταν αληθινός Θεός, αν έλεγε
ότι θα πεθαίνουμε, και δεν πεθαίναμε. Έπειτα, θα ήταν και ανάξιο του Θεού·
διότι, τα λογικά όντα που μία φορά τα δημιούργησε ο Λόγος και μετείχαν σ’
Αυτόν, να χάνονται και να επιστρέφουν πάλι μέσω της φθοράς στην ανυπαρξία.
Δεν θα ήταν άξιο στην αγαθότητα του Θεού, να πεθαίνουν τα πλάσματά του,
εξαιτίας της δόλιας απάτης του διαβόλου σε βάρος των ανθρώπων.
Εξάλλου, θα ήταν ό,τι πιο ανάξιο να καταστρέφεται η δημιουργική τέχνη
του Θεού στους ανθρώπους ή εξαιτίας της αμέλειάς τους ή εξαιτίας της απάτης
των δαιμόνων.
Αφού λοιπόν φθείρονταν τα λογικά πλάσματα και χάνονταν τέτοια
δημιουργήματα, τι έπρεπε να κάνει ο πανάγαθος Θεός; Να επιτρέψει να τους
νικά η φθορά και ο θάνατος να τους κυριεύει; Αλλά τότε, ποιά ήταν η ανάγκη
να δημιουργηθούν από την αρχή; Έπρεπε καθόλου να μη δημιουργηθούν παρά
να δημιουργηθούν κι έπειτα να παραμεληθούν και χαθούν.
Διότι είναι μεγαλύτερη η αδυναμία του Θεού και η έλλειψη αγαθωσύνης, αν
δημιουργεί πρώτα ένα έργο και το αφήνει μετά από αμέλεια να καταστραφεί,
παρά αν εξαρχής δεν τον δημιουργούσε. Αν δεν το δημιουργούσε, δεν θα του
καταλόγιζε κανείς αδυναμία· αφού όμως το δημιούργησε και το έφερε στην
ύπαρξη, είναι υπερβολικά παράλογο να καταστρέφεται, και μάλιστα μπροστά
στα μάτια του. Έπρεπε λοιπόν να μην αφήσει τους ανθρώπους να βαδίζουν στην
απώλεια, επειδή κάτι τέτοιο είναι απρεπές και ανάξιο στην αγαθωσύνη του Θεού.

7. Αλλ ώσπερ έδει τούτο γενέσθαι, ούτως και εκ των εναντίων πάλιν
αντίκειται το προς τον Θεόν εύλογον, ώστε αληθή φανήναι τον Θεόν
εν τη περί του θανάτου νομοθεσία· άτοπον γαρ ην δια την ημών
ωφέλειαν και διαμονήν ψεύστην φανήναι τον της αληθείας πατέρα Θεόν.
Τι ουν έδει και περί τούτου γενέσθαι ή ποιήσαι τον Θεόν; μετάνοιαν επί
τη παραβάσει τους ανθρώπους απαιτήσαι; τούτο γαρ αν τις άξιον
φήσειε Θεού, λέγων ότι ώσπερ εκ της παραβάσεως εις φθοράν
γεγόνασιν, ούτως εκ της μετανοίας γένοιντο πάλιν αν εις αφθαρσίαν.
Αλλ η μετάνοια ούτε το εύλογον το προς τον Θεόν εφύλαττεν· έμενε
γαρ πάλιν ουκ αληθής, μη κρατουμένων εν τω θανάτω των
ανθρώπων· ούτε δε η μετάνοια από των κατά φύσιν ανακαλείται,
αλλά μόνον παύει των αμαρτημάτων.
Ει μεν ουν μόνον ην πλημμέλημα και μη φθοράς επακολούθησις, καλώς
αν ην η μετάνοια. Ει δε άπαξ προλαβούσης της παραβάσεως, εις την
κατά φύσιν φθοράν εκρατούντο οι άνθρωποι, και την του κατ εικόνα
χάριν αφαιρεθέντες ήσαν, τι άλλο έδει γενέσθαι; ή τίνος ην χρεία προς
την τοιαύτην χάριν και ανάκλησιν, ή του και κατά την αρχήν εκ του μη
όντος πεποιηκότος τα όλα του Θεού Λόγου;
Αυτού γαρ ην πάλιν και το φθαρτόν εις αφθαρσίαν ενεγκείν, και το
υπέρ πάντων εύλογον αποσώσαι προς τον Πατέρα. Λόγος γαρ ων
του Πατρός και υπέρ πάντας ων, ακολούθως και ανακτίσαι τα όλα
μόνος ην δυνατός και υπέρ πάντων παθείν και πρεσβεύσαι περί
πάντων ικανός προς τον Πατέρα.
   

Αλλά, όπως έπρεπε αυτό να γίνει, έτσι κι από την άλλη πλευρά στέκεται
αντίθετη η δικαιοσύνη του Θεού, για ν’ αποδειχθεί αξιόπιστη η νομοθεσία του
σχετικά με την ποινή του θανάτου· θα ήταν σκάνδαλο, εξαιτίας της δικής μας
ωφέλειας και αφθαρσίας να φανεί ψεύτης ο Πατέρας, ο Θεός της αλήθειας.
Τι λοιπόν έπρεπε να γίνει σχετικά μ’ αυτό; Τι να κάνει ο Θεός; Να ζητήσει από
τους ανθρώπους μετάνοια για το σφάλμα τους; Γιατί κάτι τέτοιο θα έλεγε κανείς
ότι είναι αντάξιο του Θεού· διότι, όπως η παράβαση οδήγησε τους ανθρώπους
στη φθορά, έτσι και η μετάνοια θα τους οδηγούσε πάλι στην αφθαρσία.
Η μετάνοια όμως δεν θα δικαιολογούσε την αξιοπιστία του Θεού. Θα φαινόταν
και πάλι ψεύτης, επειδή δεν θα καταδικάζονταν σε θάνατο οι άνθρωποι.
Άλλωστε η μετάνοια δεν επαναφέρει τη φύση στην πρότερη κατάστασή της,
αλλά μόνον σταματά τις αμαρτίες.
Εάν λοιπόν ήταν μόνον αμάρτημα και όχι και επιπλέον φθορά της φύσεως,
αρκούσε η μετάνοια. Εφόσον όμως, μετά την πρώτη παράβαση, αμέσως οι
άνθρωποι υποδουλώθηκαν στη φθορά της φύσεως και τους αφαιρέθηκε το
χάρισμα του κατ’ εικόνα, τότε τι άλλο έπρεπε να γίνει; Ή, ποιός άλλος θα
μπορούσε να τους επαναφέρει σ’ αυτό το χάρισμα παρά ο Θεός Λόγος που
έπλασε εξαρχής τα πάντα από το μηδέν;
Αυτός ήταν ο μόνος ικανός και το φθαρτό να το οδηγήσει πάλι στην αφθαρσία
και ν’ αποκαταστήσει την αξιοπιστία του Πατέρα. Διότι είναι ο Λόγος του
Πατέρα και όλους τους ξεπερνά· επομένως, μόνον Αυτός μπορεί να τα
ξαναδημιουργήσει όλα, να θυσιαστεί και να μεσιτεύσει στον Πατέρα
για όλους.

8. Τούτου δη ένεκεν ο ασώματος και άφθαρτος και άϋλος του Θεού
Λόγος παραγίνεται εις την ημετέραν χώραν, ούτι γε μακράν ων
πρότερον. Ουδέν γαρ αυτού κενόν υπολέλειπται της κτίσεως μέρος·
πάντα δε δια πάντων πεπλήρωκεν αυτός συνών τω εαυτού Πατρί.
Αλλά παραγίνεται συγκαταβαίνων τη εις ημάς αυτού φιλανθρωπία
και επιφανεία.
Και ιδών το λογικόν απολλύμενον γένος, και τον θάνατον κατ αυτών
βασιλεύοντα τη φθορά· ορών δε και την απειλήν της παραβάσεως
διακρατούσαν την καθ ημών φθοράν· και ότι άτοπον ην προ του
πληρωθήναι τον νόμον λυθήναι· ορών δε και το απρεπές εν τω
συμβεβηκότι, ότι ων αυτός ην δημιουργός, ταύτα παρηφανίζετο·
ορών δε και την των ανθρώπων υπερβάλλουσαν κακίαν, ότι κατ
ολίγον και αφόρητον αυτήν ηύξησαν καθ εαυτών· ορών δε και το
υπεύθυνον πάντων ανθρώπων προς τον θάνατον, ελεήσας το γένος
ημών, και την ασθένειαν ημών οικτειρήσας, και τη φθορά ημών
συγκαταβάς, και την του θανάτου κράτησιν ουκ ενέγκας, ίνα μη το
γενόμενον απόληται και εις αργόν του Πατρός το εις ανθρώπους
έργον αυτού γένηται, λαμβάνει εαυτώ σώμα, και τούτο ουκ
αλλότριον του ημετέρου.
Ου γαρ απλώς ηθέλησεν εν σώματι γενέσθαι, ουδέ μόνον ήθελε
φανήναι· εδύνατο γαρ, ει μόνον ήθελε φανήναι, και δι ετέρου
κρείττονος την θεοφάνειαν αυτού ποιήσασθαι· αλλά λαμβάνει το
ημέτερον, και τούτο ουχ απλώς, αλλ εξ αχράντου και αμιάντου
ανδρός απείρου παρθένου, καθαρόν και όντως αμιγές της ανδρών
συνουσίας. Αυτός γαρ δυνατός ων και δημιουργός των όλων, εν τη
παρθένω κατασκευάζει εαυτώ ναόν το σώμα, και ιδιοποιείται τούτο
ώσπερ όργανον, εν αυτώ γνωριζόμενος και ενοικών.
Και ούτως από των ημετέρων το όμοιον λαβών, δια το πάντας
υπευθύνους είναι τη του θανάτου φθορά, αντί πάντων αυτό θανάτω
παραδιδούς, προσήγε τω Πατρί, και τούτο φιλανθρώπως ποιών, ίνα
ως μεν πάντων αποθανόντων εν αυτώ λυθή ο κατά της φθοράς των
ανθρώπων νόμος άτε δη πληρωθείσης της εξουσίας εν τω κυριακώ
σώματι, και μηκέτι χώραν έχοντος κατά των ομοίων ανθρώπων· ως
δε εις φθοράν αναστρέψαντας τους ανθρώπους πάλιν εις την
αφθαρσίαν επιστρέψη, και ζωοποιήση τούτους από του θανάτου, τη
του σώματος ιδιοποιήσει, και τη της αναστάσεως χάριτι, τον θάνατον
απ αυτών ως καλάμην από πυρός εξαφανίζων.
   

Γι’ αυτό το λόγο, λοιπόν, ο ασώματος, άφθαρτος και άϋλος Λόγος του Θεού
έρχεται στη γη μας, χωρίς βέβαια και πριν να είναι μακριά από μας.
Διότι δεν είναι απών από κανένα σημείο του κόσμου. Συνυπάρχοντας ο Λόγος
με τον
Πατέρα Του, γεμίζει εξ ολοκλήρου όλα τα σύμπαντα· και ταυτόχρονα,
έρχεται να εμφανιστεί και σε μας από συγκατάβαση, εξαιτίας της αγάπης του
για τους ανθρώπους.
Είδε ο Λόγος ότι καταστρεφόταν το λογικό γένος των ανθρώπων και κυριαρχεί
πάνω τους με τη φθορά ο θάνατος. Είδε ότι η απειλή για την παράβαση ενίσχυε
τη φθοράς πάνω μας. Είδε ότι ήταν αδύνατο να καταργηθεί (η φθορά και ο
θάνατος), προτού ξεπληρωθεί η ποινή του νόμου. Είδε ακόμη και το
ασυμβίβαστο προς τη δημιουργικότητα,ότι, δηλαδή, ενώ Αυτός δημιουργούσε,
τα πλάσματα καταστρέφονταν.Είδε όμως και την υπερβολική κακία των
ανθρώπων, ότι σιγά σιγά την αύξησαν σε βάρος τους σε αβάσταχτο βαθμό. Είδε
τέλος ότι όλοι οι άνθρωποι ευθύνονται για το γεγονός του θανάτου. (Βλέποντας
όλα αυτά), σπλαγχνίστηκε το ανθρώπινο γένος και λυπήθηκε για την αδυναμία
μας· καταδέχθηκε τη δική μας φθορά χωρίς να υποφέρει την κυριαρχία του
θανάτου· προσλαμβάνει ανθρώπινο σώμα για τον εαυτό Του και μάλιστα όχι
διαφορετικό από το δικό μας, για να μην πάει χαμένο το δημιουργικό έργο του
Πατέρα που έπλασε τους ανθρώπους.
Δεν θέλησε να προσλάβει απλά ανθρώπινο σώμα, ούτε μόνο να εμφανιστεί.
Θα μπορούσε, αν ήθελε απλή εμφάνιση, να κάνει τη θεία εμφάνισή του
με πολύ καλύτερο σώμα. Προσλαμβάνει όμως το δικό μας σώμα, και αυτό όχι
με φυσικό τρόπο, αλλά από το σώμα της αμόλυντης και ακηλίδωτης παρθένου
κόρης, που δεν γνώρισε σύζυγο· διότι ήταν καθαρή και απείραχτη από τη σχέση
με άνδρα. Επειδή αυτός είναι παντοδύναμος δημιουργός των πάντων, μέσα
στο σώμα της παρθένου φτιάχνει ως ναό το δικό του σώμα· κάνει δικό του
όργανο το σώμα της παρθένου, το οποίο το γνωρίζει καλά και κατοικεί σ’ αυτό.
Κι έτσι, αφού πήρε σώμα όμοιο με τα δικά μας και επειδή όλοι ευθύνονται
για τη φθορά του θανάτου, παρέδωσε το σώμα του να θανατωθεί για χάρη
όλων. Το πρόσφερε στον Πατέρα του· και αυτό το έκανε από αγάπη για τους
ανθρώπους ώστε, σαν να πέθαναν όλοι μαζί του, να καταργηθεί η ποινή της
φθοράς τους. Επειδή ικανοποιήθηκε η εξουσία του θανάτου στο σώμα του
Κυρίου, δεν έχει πλέον εξουσία ο θάνατος στους όμοιους ανθρώπους· (πέτυχε
με τη θυσία του) τους ανθρώπους που έπεσαν στη φθορά να τους επαναφέρει
στην αφθαρσία και να τους δώσει ζωή νικώντας το θάνατο. Οικειοποιήθηκε
το ανθρώπινο σώμα και με τη χάρη της αναστάσεως κατάφερε να εξαφανίσει
από τους ανθρώπους το θάνατο, όπως η φωτιά κατατρώει την καλαμιά.

9. Συνιδών γαρ ο Λόγος ότι άλλως ουκ αν λυθείη των ανθρώπων η
φθορά ει μη δια του πάντως αποθανείν, ουχ οίόν τε δε ην τον Λόγον
αποθανείν αθάνατον όντα και του Πατρός Υιόν, τούτου ένεκεν το
δυνάμενον αποθανείν εαυτώ λαμβάνει σώμα, ίνα τούτο του επί
πάντων Λόγου μεταλαβόν αντί πάντων ικανόν γένηται τω θανάτω,
και δια τον ενοικήσαντα Λόγον άφθαρτον διαμείνη, και λοιπόν από
πάντων η φθορά παύσηται τη της αναστάσεως χάριτι. Όθεν ως
ιερείον και θύμα παντός ελεύθερον σπίλου, ό αυτός εαυτώ έλαβε σώμα
προσάγων εις θάνατον, από πάντων ευθύς των ομοίων ηφάνιζε τον
θάνατον τη προσφορά του καταλλήλου.
Υπέρ πάντας γαρ ων ο Λόγος του Θεού εικότως τον εαυτού ναόν και
το σωματικόν όργανον προσάγων αντίψυχον υπέρ πάντων επλήρου
το οφειλόμενον εν τω θανάτω· και ως συνών δε δια του ομοίου τοις
πάσιν ο άφθαρτος του Θεού Υιος εικότως τους πάντας ενέδυσεν
αφθαρσίαν εν τη περί της αναστάσεως επαγγελία. Και αυτή γαρ η εν
τω θανάτω φθορά κατά των ανθρώπων ουκέτι χώραν έχει δια τον
ενοικήσαντα Λόγον εν τούτοις δια του ενός σώματος.
Και ώσπερ μεγάλου βασιλέως εισελθόντος εις τινα πόλιν μεγάλην
και οικήσαντος εις μίαν των εν αυτή οικιών, πάντως η τοιαύτη πόλις
τιμής πολλής καταξιούται, και ουκέτι τις εχθρός αυτήν ούτε ληστής
επιβαίνων καταστρέφει, πάσης δε μάλλον επιμελείας αξιούται δια τον
εις μίαν αυτής οικίαν οικήσαντα βασιλέα· ούτως και επί του πάντων
βασιλέως γέγονεν.
Ελθόντος γαρ αυτού επί την ημετέραν χώραν, και οικήσαντος εις εν
των ομοίων σώμα, λοιπόν πάσα η κατά των ανθρώπων παρά των
εχθρών επιβουλή πέπαυται, και η του θανάτου ηφάνισται φθορά η
πάλαι κατ αυτών ισχύουσα. Παραπωλώλει γαρ αν το των
ανθρώπων γένος, ει μη ο πάντων Δεσπότης και Σωτήρ του Θεού
Υιος παρεγεγόνει προς το του θανάτου τέλος.
   

Γνώριζε λοιπόν ο Λόγος ότι με κανένα άλλο τρόπο δεν θα καταλύονταν η
φθορά των ανθρώπων παρά μόνον αν ο ίδιος πέθαινε· αλλά, δεν ήταν δυνατό
να πεθάνει ο Λόγος, ο Υιος του Πατέρα, διότι ήταν αθάνατος. Εξαιτίας αυτού,
προσλαμβάνει για τον εαυτό του θνητό σώμα ώστε, αφού αυτό γίνει μέτοχο του
Λόγου που εξουσιάζει τα πάντα, να γίνει ικανό να πεθάνει για χάρη όλων· και
χάρη στο Λόγο που το κατοικεί, να παραμείνει άφθαρτο. Έτσι, η φθορά που
βασανίζει όλους, θα σταματήσει εξαιτίας της αναστάσεως (του σώματος). Γι’
αυτό, ο Λόγος το σώμα που σαρκώθηκε, το πρόσφερε σε θάνατο σαν ιερό
σφάγιο, ελεύθερο από κάθε κηλίδα. Κι έτσι, με τη δική του κατάλληλη
προσφορά, εξάλειψε το θάνατο απ’ όλους τους ομοίους του (ανθρώπους).
Επειδή ο Λόγος του Θεού είναι πάνω απ’ όλους, δικαιολογημένα πρόσφερε
το δικό του σώμα ως ναό και όργανο, αντίλυτρο για τη σωτηρία όλων·
ξεπλήρωσε το χρέος προς το θάνατο. Και επειδή ο άφθαρτος Υιος του Θεού
συνυπάρχει με όλους τους ανθρώπους χάρη στο όμοιο σώμα, τους προίκισε
με την αφθαρσία υποσχόμενος την ανάσταση όλων. Ακόμη και η ίδια η φθορά
του θανάτου δεν απειλεί πλέον τους ανθρώπους, επειδή ενοίκησε μέσα τους
ο Λόγος με ένα και ίδιο σώμα.
Όπως ακριβώς ένας μεγάλος βασιλιάς εισέρχεται σε μια μεγάλη πόλη και
βρίσκει κατάλυμμα σ’ ένα από τα σπίτια της· τότε, όλη αυτή η πόλη αξιώνεται
μεγάλης τιμής. Κανένας εχθρός πλέον ή ληστής δεν κάνει επιδρομή εναντίον
της να την καταστρέψει· απολαμβάνει κάθε φροντίδα, διότι σε μια κατοικία
της έμεινε ο βασιλιάς. Έτσι παρόμοια συνέβη με το βασιλέα όλου του
κόσμου (το Θεό).
Διότι, όταν ο Υιος ήλθε στο δικό μας κόσμο και ενοίκησε σ’ ένα σώμα όμοιο
με τα δικά μας, στο εξής έπαψε κάθε επιβουλή των εχθρών εναντίον των
ανθρώπων και εξαφανίστηκε η φθορά του θανάτου, που είχε ισχύ εναντίον τους
από τον παλιό καιρό. Διότι, θα πήγαινε σίγουρα χαμένο το ανθρώπινο γένος,
αν δεν ερχόταν ο Κύριος και Σωτήρας Ιησούς, ο Υιος του Θεού, με σκοπό να πεθάνει.

10. Πρέπον δε και μάλιστα τη αγαθότητι του Θεού αληθώς το μέγα
τούτο έργον. Ει γαρ βασιλεύς κατασκευάσας οικίαν ή πόλιν, και
ταύτην εξ αμελείας των ενοικούντων πολεμουμένην υπό ληστών το
σύνολον ου παρορά, αλλ ως ίδιον έργον εκδικεί και περισώζει, ουκ εις
την των ενοικούντων αμέλειαν αφορών, αλλ εις το εαυτού πρέπον·
πολλώ πλέον ο του παναγάθου Θεός Λόγος Πατρός εις φθοράν
κατερχόμενον το δι αυτού γενόμενον των ανθρώπων γένος ου
παρείδεν· αλλά τον μεν συμβεβηκότα θάνατον απήλειψε δια της
προσφοράς του ιδίου σώματος, την δε αμέλειαν αυτών διωρθώσατο
τη εαυτού διδασκαλία, πάντα τα των ανθρώπων δια της εαυτού
δυνάμεως κατορθώσας.
Ταύτα δε και παρά των αυτού του Σωτήρος θεολόγων ανδρών
πιστούσθαί τις δύναται εντυγχάνων τοις εκείνων γράμμασιν, ή φασιν·
"Η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς κρίναντας τούτο, ότι ει εις
υπέρ πάντων απέθανεν, άρα οι πάντες απέθανον· και υπέρ πάντων
απέθανεν, ίνα ημείς μηκέτι εαυτοίς ζώμεν, αλλά τω υπέρ ημών
αποθανόντι και αναστάντι" εκ νεκρών, τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ·
και πάλιν· "Τόν δε βραχύ τι παρ αγγέλους ηλαττωμένον βλέπομεν
Ιησούν, δια το πάθημα του θανάτου δόξη και τιμή εστεφανωμένον,
όπως χάριτι Θεού υπέρ παντός γεύσηται θανάτου".
Είτα και την αιτίαν του μη άλλον δείν ή αυτόν τον Θεόν Λόγον
ενανθρωπήσαι σημαίνει λέγων· "Έπρεπε γαρ αυτώ δι ον τα πάντα,
και δι ου τα πάντα, πολλούς υιούς εις δόξαν αγαγόντα τον αρχηγόν
της σωτηρίας αυτών δια παθημάτων τελειώσαι." Τούτο δε σημαίνει
λέγων, ως ουκ άλλου ην από της γενομένης φθοράς τους ανθρώπους
ανενεγκείν, ή του Θεού Λόγου του και κατά την αρχήν πεποιηκότος
αυτούς.
Ότι δε δια την περί των ομοίων σωμάτων θυσίαν σώμα και αυτός ο
Λόγος έλαβεν εαυτώ, και τούτο σημαίνουσι λέγοντες· "Επεί ουν τα
παιδία κεκοινώνηκεν αίματος και σαρκός, και αυτός παραπλησίως
μετέσχε των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος
έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και απαλλάξη τούτους,
όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζήν ένοχοι ήσαν δουλείας."
Τη γαρ του ιδίου σώματος θυσία και τέλος επέθηκε τω καθ ημάς νόμω,
και αρχήν ζωής ημίν εκαίνισεν, ελπίδα της αναστάσεως δεδωκώς·
επειδή γαρ εξ ανθρώπων εις ανθρώπους ο θάνατος εκράτησε, δια
τούτο πάλιν δια της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου η του θανάτου
κατάλυσις γέγονε και η της ζωής ανάστασις, λέγοντος του
χριστοφόρου ανδρός· "Επειδή γαρ δι ανθρώπου θάνατος, και δι
ανθρώπου ανάστασις νεκρών. Ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες
αποθνήσκουσιν, ούτως και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται",
και τα τούτοις ακόλουθα.
Ουκέτι γαρ νυν ως κατακρινόμενοι αποθνήσκομεν, αλλ ως εγειρόμενοι
περιμένομεν την κοινήν πάντων ανάστασιν, "ην καιροίς ιδίοις δείξει"
ο και ταύτην εργασάμενος και χαρισάμενος Θεός. Αιτία μεν δη πρώτη
της ενανθρωπήσεως του Σωτήρος αύτη. Γνοίη δ αν τις αυτού την
αγαθήν εις ημάς παρουσίαν ευλόγως γεγενήσθαι και εκ τούτων.
   

Αυτό το μεγάλο έργο άρμοζε πράγματι και στην αγαθωσύνη του Θεού.
Διότι, αν, για παράδειγμα, ένας βασιλιάς κατασκευάσει μια οικία ή πόλη,
αυτήν δεν την εγκαταλείπει όταν, εξαιτίας της αμέλειας των κατοίκων της, την
πολιορκούν ληστές· τη διεκδικεί και τη σώζει σαν δικό του έργο, χωρίς να
κοιτάζει την αδιαφορία των κατοίκων αλλά μόνο το δικό του καθήκον.
Πολύ περισσότερο, ο Θεός Λόγος του πανάγαθου Πατέρα δεν εγκατέλειψε το
δημιούργημά του, το γένος των ανθρώπων, όταν αυτό βάδιζε προς τη φθορά.
Αλλά, με την προσφορά του δικού του σώματος, εξαφάνισε τον επερχόμενο
θάνατο· διόρθωσε με τη διδασκαλία του την αμέλεια των ανθρώπων
και κατάφερε με τη δύναμή του να επιτελέσει όλα τα ανθρώπινα.
Αυτά μπορεί κανείς να τα διαπιστώσει και από τη μελέτη των γραπτών
κειμένων των θεολόγων μαθητών του Σωτήρα Χριστού, όπου λένε:
«Γιατί η αγάπη του Χριστού μας συγκλονίζει, επειδή διαπιστώσαμε ότι, εάν
ένας πέθανε για όλους, άρα όλοι πέθαναν· πέθανε για χάρη όλων μας, ώστε
να μη ζούμε πλέον για τον εαυτό μας, αλλά για κείνον που πέθανε και
αναστήθηκε για χάρη μας», εννοώ τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Και αλλού
λένε: «Βλέπουμε τον Ιησού, που ήταν ελαττωμένος λίγο πιο κάτω από τους
αγγέλους, για να γευθεί θάνατο για κάθε άνθρωπο με τη χάρη του Θεού, εξαιτίας
αυτού του παθήματος του θανάτου να είναι στεφανωμένος με δόξα και τιμή».
Έπειτα, δηλώνει και την αιτία για την οποία όχι άλλος αλλά αυτός ο Θεός
Λόγος έπρεπε να γίνει άνθρωπος: «Γιατί έπρεπε αυτός, για τον οποίο τα πάντα
και μέσω του οποίου τα πάντα υπάρχουν, να τελειοποιήσει με τα πάθη τον
αρχηγό της σωτηρίας τους, ώστε να οδηγήσει πολλά παιδιά του στη δόξα».
Λέγοντας αυτό ο απόστολος δηλώνει ότι δεν μπορούσε άλλος ν’ αποσπάσει
τους ανθρώπους από τη φθορά, παρά μόνον ο Θεός Λόγος ο οποίος και από την
αρχή τους δημιούργησε.
Και το ότι έλαβε για τον εαυτό του σώμα ο Λόγος, για να το θυσιάσει για τα
σώματα των ομοίων του, και αυτό το διδάσκουν λέγοντας: «Επειδή τα παιδιά
έχουν σάρκα και αίμα, και αυτός παραπλήσια μετείχε από τα ίδια,
ώστε με το θάνατό του να καταργήσει αυτόν που είχε την εξουσία να επιφέρει
το θάνατο, δηλαδή το διάβολο· και ν’ απαλλάξει αυτούς που, από το φόβο του
θανάτου, ήταν υποδουλωμένοι σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους».
Διότι, με τη θυσία του σώματός του κατάργησε τον εναντίον μας νόμο· αφού
μας έδωσε την ελπίδα της αναστάσεως, εγκαινίασε για μας αρχή νέας ζωής.
Επειδή εξαιτίας ανθρώπων ο θάνατος επικράτησε στους ανθρώπους, γι’ αυτό
πάλι με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου καταργήθηκε ο θάνατος και ήλθε
η ανάσταση της ζωής, όπως το λέει ο θεοφόρος απόστολος:
«Γιατί, όπως με τον άνθρωπο ήλθε ο θάνατος, και πάλι με άνθρωπο ήρθε η
ανάσταση των νεκρών· όπως ακριβώς έχοντας σχέση με τον Αδάμ όλοι
πεθαίνουν, έτσι και με το Χριστό όλοι θα λάβουν τη ζωή», και τα εξής.
Τώρα πλέον δεν πεθαίνουμε ως κατάδικοι, αλλά, με την ελπίδα ότι θ’
αναστηθούμε, περιμένουμε την κοινή ανάσταση όλων· αυτήν ο Θεός την
έκανε και μας τη χάρισε και «θα τη φανερώσει στον καιρό που όρισε».
Αυτή είναι λοιπόν η πρώτη αιτία της ενανθρωπήσεως. Όμως, και από τα επόμενα
μπορεί κάποιος να εννοήσει ότι δικαιολογημένα έγινε η ευλογημένη φανέρωσή
του σε μας.

11. Ο Θεός, ο πάντων έχων το κράτος, ότε το των ανθρώπων γένος
δια του ιδίου Λόγου εποίει, κατιδών πάλιν την ασθένειαν της φύσεως
αυτών, ως ουχ ικανή είη εξ εαυτής γνώναι τον δημιουργόν, ουδ όλως
έννοιαν λαβείν Θεού, τω τον μεν είναι αγέννητον, τα δε εξ ουκ όντων
γεγενήσθαι, και τον μεν ασώματον είναι, τους δε ανθρώπους κάτω που
σώματι πεπλάσθαι, και όλως πολλήν είναι την των γενητών έλλειψιν
προς την του πεποιηκότος κατάληψιν και γνώσιν·
ελεήσας πάλιν το γένος το ανθρώπινον, άτε δη αγαθός ων, ουκ αφήκεν
αυτούς ερήμους της εαυτού γνώσεως, ίνα μη ανόνητον έχωσι και το
είναι. Ποία γαρ όνησις τοις πεποιημένοις μη γινώσκουσι τον εαυτών
ποιητήν; Ή Πως αν είεν λογικοί μη γινώσκοντες τον του Πατρός
Λόγον, εν ω και γεγόνασιν; Ουδέν γαρ ουδέ αλόγων διαφέρειν
έμελλον, ει πλέον ουδέν των περιγείων επεγίνωσκον. Τι δε και ο Θεός
εποίει τούτους, αφ ων ουκ ηθέλησε γινώσκεσθαι;
Όθεν, ίνα μη τούτο γένηται, αγαθός ων της ιδίας εικόνος αυτοίς του
Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μεταδίδωσι, και ποιεί τούτους κατά την
εαυτού εικόνα και καθ ομοίωσιν· ίνα δια της τοιαύτης χάριτος την
εικόνα νοούντες, λέγω δη τον του Πατρός Λόγον, δυνηθώσιν έννοιαν
δι αυτού του Πατρός λαβείν, και γινώσκοντες τον ποιητήν ζώσι τον
ευδαίμονα και μακάριον όντως βίον.
Αλλ άνθρωποι πάλιν παράφρονες, κατολιγωρήσαντες και ούτως της
δοθείσης αυτοίς χάριτος, τοσούτον απεστράφησαν τον Θεόν, και
τοσούτον εθόλωσαν εαυτών την ψυχήν ως μη μόνον επιλαθέσθαι της
περί Θεού εννοίας, αλλά και έτερα ανθ ετέρων εαυτοίς αναπλάσασθαι.
Είδωλά τε γαρ αντί της αληθείας εαυτοίς ανετυπώσαντο, και τα ουκ
όντα του όντος Θεού προετίμησαν, τη κτίσει παρά τον κτίσαντα
λατρεύοντες, και το γε χείριστον, ότι και εις ξύλα και εις λίθους και εις
πάσαν ύλην και ανθρώπους την του Θεού τιμήν μετετίθουν, και
πλείονα τούτων ποιούντες, ώσπερ εν τοις έμπροσθεν είρηται.
Τοσούτον δε ησέβουν, ότι και δαίμονας εθρήσκευον λοιπόν και θεούς
ανηγόρευον, τας επιθυμίας αυτών αποπληρούντες. Θυσίας τε γαρ
ζώων αλόγων, και ανθρώπων σφαγάς, ώσπερ είρηται πρότερον, εις
το εκείνων καθήκον επετέλουν, πλείον εαυτούς τοις εκείνων
οιστρήμασι καταδεσμεύοντες.
Δια τούτο γούν και μαγείαι παρ αυτοίς εδιδάσκοντο, και μαντεία
κατά τόπον τους ανθρώπους επλάνα, και πάντες τα γενέσεως και του
είναι εαυτών τα αίτια τοις άστροις και τοις κατ ουρανόν πάσιν
ανετίθουν, μηδέν πλέον των φαινομένων λογιζόμενοι.
Και όλως πάντα ην ασεβείας και παρανομίας μεστά, και μόνος ο Θεός
ουδέ ο τούτου Λόγος επεγινώσκετο, καίτοι ουκ αφανή εαυτόν τοις
ανθρώποις επικρύψας, ουδέ απλήν την περί εαυτού γνώσιν αυτοίς
δεδωκώς, αλλά και ποικίλως και δια πολλών αυτήν αυτοίς εφαπλώσας.
   

Ο Παντοκράτωρ Θεός, όταν δημιουργούσε το ανθρώπινο γένος με το Λόγο του,
διέκρινε την αδυναμία της φύσεως των ανθρώπων: δεν θα μπορούσε η
ανθρώπινη φύση από μόνη της να γνωρίσει το δημιουργό της· ούτε πάλι να
συλλάβει την έννοια του Θεού. Διότι, Αυτός είναι άκτιστος, ενώ αυτοί
δημιουργήθηκαν από το μηδέν· Αυτός είναι ασώματος, ενώ οι άνθρωποι
πλάστηκαν με σώμα κάτω στη γη· και γενικά, πολλές είναι οι ελλείψεις των
δημιουργημάτων, για να κατανοήσουν και γνωρίσουν το Δημιουργό τους.
Και πάλι όμως ο Θεός, επειδή είναι πανάγαθος, ελέησε τους ανθρώπους· δεν
τους στέρησε τη δυνατότητα να Τον γνωρίσουν, ώστε να έχει νόημα και η
ύπαρξή τους. Διότι, ποιά είναι η ωφέλεια των δημιουργημάτων, αν δεν
γνωρίζουν τον πλάστη τους; Ή, Πως θα ήταν λογικά όντα, αν δεν γνώριζαν το
Λόγο του Πατέρα, ο οποίος τα δημιούργησε; Δεν θα διέφεραν καθόλου από τα
άλογα όντα, εφόσον δεν αντιλαμβάνονταν τίποτε περισσότερο από τα επίγεια.
Και γιατί να τους έπλασε ο Θεός, αν δεν ήθελε να Τον γνωρίζουν;
Γι’ αυτό το λόγο, για να μη συμβεί κάτι τέτοιο, όντας ο Θεός καλός μετάδωσε
σ’ αυτούς από την ίδια την εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού· τους έκαμε
σύμφωνα με τη δική του εικόνα και την ομοίωσή του. Έτσι, με το χάρισμα αυτό,
βλέποντας την εικόνα –εννοώ το Λόγο του Πατέρα– να μπορούν να έχουν μέσω
αυτού και την έννοια του Πατέρα. Γνωρίζοντας λοιπόν τον πλάστη τους, να
ζουν αληθινά ευτυχισμένη και ευλογημένη ζωή.
Οι άνθρωποι όμως πάλι ξέφυγαν και παραμέλησαν το χάρισμα που μ’ αυτό τον
τρόπο τους δόθηκε· τόσο πολύ απομακρύνθηκαν από το Θεό και τόσο μαύρισαν
με κακίες την ψυχή τους, ώστε όχι μόνο λησμόνησαν την έννοια του Θεού
αλλά άλλα αντί άλλων επινόησαν για τον εαυτό τους.
Διότι, έφτιαξαν είδωλα για τον εαυτό τους στη θέση του αληθινού Θεού·
προτίμησαν τα ανύπαρκτα από τον πραγματικό Θεό· λάτρεψαν την κτίση
και όχι τον κτίστη· και το χειρότερο, την τιμή που αρμόζει στο Θεό την
απόδωσαν σε ξύλα, πέτρες, σε κάθε υλικό και σε ανθρώπους. Κι ακόμη
περισσότερα απ’ αυτά έκαναν, όπως τα διηγηθήκαμε προηγουμένως.
Τόσο πολύ ασέβησαν ώστε στο εξής και δαιμόνια λάτρευαν και τα
αναγόρευαν θεούς· έτσι ικανοποιούσαν τις κακές επιθυμίες τους. Θυσίαζαν
ζώα, έκαναν και ανθρωποθυσίες για τη λατρεία εκείνων των θεών, όπως τα
προείπαμε· έτσι, υποδουλώνονταν ακόμη περισσότερο στην
ακόλαστη μανία εκείνων.
Γι’ αυτό, λοιπόν, δίδασκαν αυτοί ακόμη και μαγικές τελετές· τα κατά τόπους
μαντεία πλάνευαν τους ανθρώπους. Όλοι απέδιδαν την αιτία της γεννήσεώς
τους και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους στα άστρα και στα
ουράνια σώματα· δεν σκέφτονταν τίποτε περισσότερο απ’ όσα έβλεπαν.
Γενικά, όλα ήταν γεμάτα από ασέβειες και παρανομίες· μόνον ο Θεός και ο
Λόγος του δεν αναγνωριζόταν, παρόλο που δεν άφησε τον εαυτό του αφανή
στους ανθρώπους και δεν έδωσε μια αμυδρή γνώση του εαυτού του σ’ αυτούς·
αλλά, με πολλούς και ποικίλους τρόπους τους φανέρωσε τη μαρτυρία του
εαυτού του.

12. Αυτάρκης μεν γαρ ην η κατ εικόνα χάρις γνωρίζειν τον Θεόν
Λόγον, και δι αυτού τον Πατέρα· ειδώς δε ο Θεός την ασθένειαν των
ανθρώπων, προενοήσατο και της αμελείας τούτων, ίν εάν αμελήσαιεν
δι εαυτών τον Θεόν επιγνώναι, έχωσι δια των της κτίσεως έργων τον
δημιουργόν μη αγνοείν.
Επειδή δε η ανθρώπων αμέλεια επί τα χείρονα κατ ολίγον
επικαταβαίνει· προενοήσατο πάλιν ο Θεός και της τοιαύτης αυτών
ασθενείας, νόμον και προφήτας τους αυτοίς γνωρίμους αποστείλας,
ίνα εάν και εις τον ουρανόν οκνήσωσιν αναβλέψαι και γνώναι τον
ποιητήν, έχωσιν εκ των εγγύς την διδασκαλίαν. Άνθρωποι γαρ παρά
ανθρώπων εγγυτέρω δύνανται μαθείν περί των κρειττόνων.
Εξόν ουν ην αναβλέψαντας αυτούς εις το μέγεθος του ουρανού, και
κατανοήσαντας την της κτίσεως αρμονίαν, γνώναι τον ταύτης
ηγεμόνα τον του Πατρός Λόγον, τον τη εαυτού εις πάντα προνοία
γνωρίζοντα πάσι τον Πατέρα, και δια τούτο τα όλα κινούντα, ίνα δι
αυτού πάντες γινώσκωσι τον Θεόν.
Ή ει τούτο αυτοίς ην οκνηρόν, καν τοις αγίοις δυνατόν ην αυτούς
 συντυγχάνειν, και δι αυτών μαθείν τον των πάντων δημιουργόν
Θεόν, τον του Χριστού Πατέρα· και ότι των ειδώλων η θρησκεία
αθεότης εστί και πάσης ασεβείας μεστή.
Εξόν δε ην αυτούς και τον νόμον εγνωκότας, παύσασθαι πάσης
παρανομίας και τον κατ αρετήν ζήσαι βίον. Ουδέ γαρ δια Ιουδαίους
μόνους ο νόμος ην ουδέ δι αυτούς μόνους οι προφήται επέμποντο,
αλλά προς Ιουδαίους μεν επέμποντο, και παρά Ιουδαίων εδιώκοντο·
πάσης δε της οικουμένης ήσαν διδασκάλιον ιερόν της περί Θεού
γνώσεως, και της κατά ψυχήν πολιτείας.
Τοσαύτης ουν ούσης της του Θεού αγαθότητος και φιλανθρωπίας,
όμως οι άνθρωποι, νικώμενοι ταις παραυτίκα ηδοναίς και ταις παρά
δαιμόνων φαντασίαις και απάταις, ουκ ανένευσαν προς την αλήθειαν·
αλλ εαυτούς πλείοσι κακοίς και αμαρτήμασιν ενεφόρησαν, ως μηκέτι
δοκείν αυτούς λογικούς, αλλά αλόγους εκ των τρόπων νομίζεσθαι.
   

Το χάρισμα του κατ’ εικόνα θα ήταν μόνο του αρκετό να γνωρίζει ο άνθρωπος
το Θεό Λόγο, και μέσω αυτού τον Πατέρα. Επειδή όμως ο Θεός γνώριζε την
αδυναμία των ανθρώπων, προνόησε για την αμέλειά τους· ώστε, αν αμελούσαν
να γνωρίσουν με τον εαυτό τους το Θεό, να μπορούν με τα δημιουργήματα να
μη ξεχνούν το Δημιουργό τους.
Η αμέλεια όμως των ανθρώπων προχωρούσε σιγά σιγά στα χειρότερα.
Έτσι πάλι φρόντισε ο Θεός να καλύψει κι αυτή τους την αδυναμία·
έδωσε το Νόμο και έστειλε τους προφήτες που ήταν γνώριμοι σ’ αυτούς, ώστε,
ακόμη κι αν βαρεθούν να κοιτάξουν τον ουρανό και να γνωρίσουν το
δημιουργό, να έχουν κοντά τους τη διδασκαλία του. Διότι οι άνθρωποι μπορεί
από ανθρώπους να μάθουν καλύτερα για τα σπουδαιότερα πράγματα.
Ήταν δυνατό σ’ αυτούς να προσέξουν το μέγεθος του ουρανού και να
εννοήσουν την αρμονία του σύμπαντος, για να γνωρίσουν τον κυβερνήτη του,
το Λόγο του Πατέρα. Αυτός, με την πρόνοιά του για όλα, γνωρίζει σε όλους
τον Πατέρα του· Αυτός τα κινεί τα πάντα, ώστε απ’ αυτόν
όλοι να γνωρίζουν το Θεό.
Ή, κι αν αυτό τους ήταν βαρετό (η θεώρηση της κτίσεως), μπορούσαν να
συναναστρέφονται με τους Αγίους· κι απ’ αυτούς να γνωρίσουν το Θεό
δημιουργό των πάντων, τον Πατέρα του Χριστού· να μάθουν ακόμη ότι η
ειδωλολατρία είναι αθεΐα και η πιο μεγάλη ασέβεια.
Μπορούσαν ακόμη να μάθουν το Νόμο, να σταματήσουν κάθε κακία
και να ζήσουν ενάρετη ζωή. Ο Νόμος βέβαια δεν αφορούσε μόνο τους
Ιουδαίους· ούτε έστελνε τους προφήτες μόνο γι’ αυτούς·
το αντίθετο: έρχονταν στους Ιουδαίους και οι Ιουδαίοι τους καταδίωκαν.
Αποτελούσαν βέβαια (οι Ιουδαίοι ως "εκλεκτός λαός") ιερό σχολείο όλης της
οικουμένης, για να γνωρίσουν και οι άλλοι το Θεό και να ζήσουν ενάρετα.
Τόσο μεγάλη, λοιπόν, ήταν η αγαθωσύνη και η φιλανθρωπία του Θεού!
Οι άνθρωποι όμως, νικημένοι από τις πρόσκαιρες ηδονές και τις δαιμονικές
φαντασιώσεις και πλεκτάνες, δεν παραδέχτηκαν την αλήθεια.
Γέμισαν την ψυχή τους με χίλιες δυο κακίες και αμαρτίες, ώστε από τη
συμπεριφορά τους να μη θεωρούνται πλέον λογικοί αλλά ανόητοι.

13. Ούτω τοίνυν αλογωθέντων των ανθρώπων, και ούτως της
δαιμονικής πλάνης επισκιαζούσης τα πανταχού και κρυπτούσης την
περί του αληθινού Θεού γνώσιν, τι τον Θεόν έδει ποιείν; σιωπήσαι το
τηλικούτον, και αφείναι τους ανθρώπους υπό δαιμόνων πλανάσθαι,
και μη γινώσκειν αυτούς τον Θεόν;
Και τις η χρεία του και εξ αρχής κατ εικόνα Θεού γενέσθαι τον
άνθρωπον; έδει γαρ αυτόν απλώς ως άλογον γενέσθαι, ή γενόμενον
λογικόν την των αλόγων ζωήν μη βιούν. Τις δε όλως ην χρεία εννοίας
αυτόν λαβείν περί Θεού εξ αρχής; Ει γαρ ουδέ νυν άξιός εστι λαβείν,
έδει μηδέ κατά την αρχήν αυτώ δοθήναι.
Τι δε και όφελος τω πεποιηκότι Θεώ, ή ποία δόξα αυτώ αν είη, ει οι υπ
αυτού γενόμενοι άνθρωποι ου προσκυνούσιν αυτώ, αλλ ετέρους είναι
τους πεποιηκότας αυτούς νομίζουσιν; Ευρίσκεται γαρ ο Θεός ετέροις
και ουχ εαυτώ τούτους δημιουργήσας.
Είτα βασιλεύς μεν άνθρωπος ων τας υπ αυτού κτισθείσας χώρας
ουκ αφίησιν εκδότους ετέροις δουλεύειν, ουδέ προς άλλους καταφεύγειν·
αλλά γράμμασιν αυτούς υπομιμνήσκει, πολλάκις δε και δια φίλων
αυτοίς επιστέλλει, ει δε και χρεία γένηται, αυτός παραγίνεται, τη
παρουσία λοιπόν αυτούς δυσωπών· μόνον ίνα μη ετέροις δουλεύσωσι,
και αργόν αυτού το έργον γένηται.
Ου πολλώ πλέον ο Θεός των εαυτού κτισμάτων φείσεται προς το μη
πλανηθήναι απ αυτού, και τοις ουκ ούσι δουλεύειν; Μάλιστα ότι η
τοιαύτη πλάνη απωλείας αυτοίς αιτία και αφανισμού γίνεται, ουκ έδει
δε τα άπαξ κοινωνήσαντα της του Θεού Εικόνος απολέσθαι.
Τι ουν έδει ποιείν τον Θεόν; Ή τι έδει γενέσθαι, αλλ ή το κατ εικόνα
πάλιν ανανεώσαι, ίνα δι αυτού πάλιν αυτόν γνώναι δυνηθώσιν οι
άνθρωποι; Τούτο δε Πως αν εγεγόνει, ει μη αυτής της του Θεού
εικόνος παραγενομένης του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού; Δι
ανθρώπων μεν γαρ ουκ ην δυνατόν, επεί και αυτοί κατ εικόνα
γεγόνασιν· αλλ ουδέ δι αγγέλων· ουδέ γαρ ουδέ αυτοί εισιν εικόνες.
Όθεν ο του Θεού Λόγος δι εαυτού παρεγένετο, ίνα ως Εικών ων του
Πατρός τον κατ εικόνα άνθρωπον ανακτίσαι δυνηθή.
Άλλως δε πάλιν ουκ αν εγεγόνει, ει μη ο θάνατος ην και η φθορά
εξαφανισθείσα. Όθεν εικότως έλαβε σώμα θνητόν, ίνα και ο θάνατος
εν αυτώ λοιπόν εξαφανισθήναι δυνηθή, και οι κατ εικόνα πάλιν
ανακαινισθώσιν άνθρωποι. Ουκούν ετέρου προς ταύτην την χρείαν
ουκ ην, ει μη της Εικόνος του Πατρός.
   

Έτσι, λοιπόν, οι άνθρωποι έχασαν το λογικό τους· η πλάνη των δαιμόνων
επισκίαζε τα πάντα και έκρυβε τη γνώση του αληθινού Θεού.
Τι έπρεπε ο Θεός να κάνει; Να σιωπά για μια τόσο μεγάλη πλάνη,
ν’ αφήνει τους ανθρώπους να πλανώνται από τους δαίμονες
και ν’ αγνοούν τον αληθινό Θεό;
Και τότε ποιός ήταν ο λόγος εξαρχής να δημιουργηθεί ο άνθρωπος κατ’ εικόνα
του Θεού; Έπρεπε αυτός ή να δημιουργηθεί χωρίς λογική ή, αν πλαστεί λογικός,
να μη ζει τη ζωή των αλόγων ζώων. Ποιά ανάγκη υπήρχε αυτός εξαρχής να
προικιστεί με την έννοια του Θεού; Εφόσον ούτε τώρα αξίζει να την έχει,
δεν έπρεπε να του είχε δοθεί από την αρχή.
Ποιό πάλι θα ήταν το όφελος του δημιουργού Θεού ή ποιά δόξα θα είχε, αν δεν
τον προσκυνούσαν οι άνθρωποι ως δικά του δημιουργήματα; Αν πιστεύουν ότι
άλλοι είναι οι δημιουργοί τους; Διότι, φαίνεται ότι τους δημιούργησε ο Θεός
για άλλους και όχι για τον εαυτό του.
Εξάλλου, όταν ένας άνθρωπος είναι βασιλιάς, δεν επιτρέπει σε δικές του χώρες
να δουλεύουν για λογαρισαμό άλλων ούτε να βρίσκουν προστασία σε άλλους.
Τους υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις τους με έγγραφα και πολλές φορές με
επιστολές μέσω φίλων· αν μάλιστα παραστεί ανάγκη, ο ίδιος τους επισκέπτεται,
για να τους φοβήσει με την παρουσία του. Όλα τα κάνει, αρκεί να μην
υπηρετούν άλλους και μείνει ανεκτέλεστο το δικό του έργο.
Δεν θα λυπηθεί πολύ περισσότερο ο Θεός τα πλάσματά του, για να μην
πλανηθούν και προσκολληθούν στα ανύπαρκτα; Καθώς μάλιστα αυτή η πλάνη
γίνεται αιτία απώλειας και καταστροφής τους; Δεν πρέπει, λοιπόν, να χαθούν
τα πλάσματα εκείνα που έστω μια φορά έγιναν μέτοχα στην εικόνα του Θεού.
Τι έπρεπε λοιπόν να κάνει ο Θεός; Τι άλλο παρά ν’ ανανεώσει το κατ’ εικόνα,
ώστε μέσω αυτού να μπορέσουν να τον γνωρίσουν και πάλι οι
άνθρωποι; Και Πως θα γινόταν αυτό, εκτός αν ερχόταν σε μας η εικόνα του
Θεού, δηλαδή ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός; (Να γίνει αυτό) με ανθρώπους
δεν ήταν δυνατό, επειδή και οι ίδιοι οι άνθρωποι πλάστηκαν κατ’ εικόνα·
ούτε με αγγέλους, διότι αυτοί δεν είναι εικόνες. Γι’ αυτό ο Λόγος του Θεού
ενανθρώπησε, για να ξαναδημιουργήσει τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο,
επειδή μόνον ο Λόγος αποτελεί εικόνα του Πατέρα.
Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αν δεν εξαφανιζόταν ο θάνατος
και η φθορά.
Γι’ αυτό εύλογα προσέλαβε θνητό σώμα, ώστε στο πρόσωπό του
να εξαφανιστεί στο εξής ο θάνατος και ν’ ανακαινιστούν οι κατ’ εικόνα Θεού
πλασμένοι άνθρωποι. Γι’ αυτήν την ανάγκη, λοιπόν, κανείς άλλος δεν ήταν
ικανός, παρά μόνον η Εικόνα του Πατέρα.

14. Ως γαρ της γραφείσης εν ξύλω μορφής παραφανισθείσης εκ των
έξωθεν ρύπων, πάλιν χρεία τούτον παραγενέσθαι, ου και έστιν η
μορφή, ίνα ανακαινισθήναι η εικών δυνηθή εν τη αυτή ύλη δια γαρ την
εκείνου γραφήν και αυτή η ύλη εν ή και γέγραπται ουκ εκβάλλεται,
αλλ εν αυτή ανατυπούται.
Κατά τούτο και ο πανάγιος του Πατρός Υιος, Εικών ων του Πατρός,
παρεγένετο επί τους ημετέρους τόπους, ίνα τον κατ αυτόν
πεποιημένον άνθρωπον ανακαινίση, και ως απολόμενον εύρη δια της
των αμαρτιών αφέσεως, ή φησι και αυτός εν τοις Ευαγγελίοις·
"Ήλθον το απολόμενον ευρείν και σώσαι." Όθεν και προς τους
Ιουδαίους έλεγεν· "Εάν μη τις αναγεννηθή", ου την εκ γυναικών
γέννησιν σημαίνων ώσπερ υπενόουν εκείνοι, αλλά την αναγεννωμένην
και ανακτιζομένην ψυχήν εν τω κατ εικόνα δηλών.
Επειδή δε και ειδωλομανία και αθεότης κατείχε την οικουμένην και η
περί Θεού γνώσις εκέκρυπτο, τίνος ην διδάξαι την οικουμένην περί
Πατρός; ανθρώπου φαίη τις αν; αλλ ουκ ην ανθρώπων ενόν την
υφήλιον πάσαν υπελθείν, ούτε τη φύσει τοσούτον ισχυόντων δραμείν,
ούτε αξιοπίστων περί τούτου δυναμένων γενέσθαι, ούτε προς την των
δαιμόνων απάτην και φαντασίαν ικανών δι εαυτών αντιστήναι.
Πάντων γαρ κατά ψυχήν πληγέντων και ταραχθέντων παρά της
δαιμονικής απάτης και της των ειδώλων ματαιότητος, Πως οίόν τε ην
ανθρώπου ψυχήν και ανθρώπων νουν μεταπείσαι, όπουγε ουδέ οράν
αυτούς δύνανται; ό δε μη ορά τις, Πως δύναται μεταπαιδεύσαι;
Αλλ ίσως αν τις είποι την κτίσιν αρκείσθαι· αλλ ει η κτίσις ήρκει, ουκ
αν εγεγόνει τα τηλικαύτα κακά. Ην γαρ και η κτίσις, και ουδέν ήττον
οι άνθρωποι εν τη αυτή περί Θεού πλάνη εκυλίοντο.
Τίνος ουν ην πάλιν χρεία, ή του Θεού Λόγου του και ψυχήν και νουν
ορώντος, του και τα όλα εν τη κτίσει κινούντος, και δι αυτών
γνωρίζοντος τον Πατέρα; του γαρ δια της ιδίας προνοίας και
διακοσμήσεως των όλων διδάσκοντος περί του Πατρός, αυτού ην και
την αυτήν διδασκαλίαν ανανεώσαι.
Πως ουν αν εγεγόνει τούτο; Ίσως αν τις είποι ότι εξόν ην δια των
αυτών, ώστε πάλιν δια των της κτίσεως έργων τα περί αυτού δείξαι.
Αλλ ουκ ην ασφαλές έτι τούτο. Ουχί γε· παρείδον γαρ τούτο
πρότερον οι άνθρωποι, και ουκέτι μεν άνω, κάτω δε τους οφθαλμούς
εσχήκασιν.
Όθεν εικότως ανθρώπους θέλων ωφελήσαι, ως άνθρωπος επιδημεί,
λαμβάνων εαυτώ σώμα όμοιον εκείνοις, και εκ των κάτω λέγω δη δια
των του σώματος έργων ίνα οι μη θελήσαντες αυτόν γνώναι εκ της εις
τα όλα προνοίας και ηγεμονίας αυτού, καν εκ των δι αυτού του
σώματος έργων γνώσωνται τον εν τω σώματι του Θεού Λόγον, και
δι αυτού τον Πατέρα.
   

Συμβαίνει όπως με τη ζωγραφιά σ’ ένα ξύλο: όταν χαθεί από τις εξωτερικές
βρωμιές, είναι ανάγκη να ζωγραφιστεί πάλι εκείνος του οποίου τη μορφή
απεικόνιζε· έτσι θα ξαναγίνει η εικόνα στο ίδιο υλικό. Διότι, εξαιτίας της
μορφής που ήταν ζωγραφισμένη, ακόμη και το υλικό πάνω στο οποίο
ζωγραφίστηκε δεν πετιέται, αλλά ξαναζωγραφίζεται.
Για τον ίδιο λόγο και ο πανάγιος Υιος του Πατέρα, όντας εικόνα του Πατέρα,
ήλθε στη γη μας, για να ανακαινίσει τον άνθρωπο που πλάστηκε κατ’ εικόνα
δική Του· ήλθε να βρει με την άφεση των αμαρτιών το χαμένο άνθρωπο,
όπως ο Ίδιος το λέει στο ιερό Ευαγγέλιο:
«Ήλθα να βρω και να σώσω το απολωλός». Το ίδιο έλεγε και στους Ιουδαίους:
«Εάν κάποιος δεν γεννηθεί ξανά...»: δεν εννοούσε τη γέννηση από μητέρα,
όπως νόμιζαν εκείνοι· εννοούσε την αναγεννημένη και ανακαινισμένη ψυχή,
με την έννοια του κατ’ εικόνα.
Επειδή κυριαρχούσε στην οικουμένη η ειδωλολατρία και η αθεΐα και είχε
ξεχαστεί η γνώση του Θεού, ποιός ήταν ικανός να διδάξει στον κόσμο για τον
Πατέρα; Μήπως, θάλεγε κανείς, ο άνθρωπος; Αλλά ήταν αδύνατο για τους
ανθρώπους να διασχίσουν όλη την οικουμένη ούτε είχαν τόση φυσική αντοχή
να τρέξουν και ούτε τους πίστευαν ότι είχαν δυνάμεις για κάτι τέτοιο· δεν
μπορούσαν ακόμη μόνοι τους ν’ αντισταθούν στην απάτη και πλεκτάνη των
δαιμόνων.
Διότι όλοι οι άνθρωποι είχαν πληγωθεί και αναστατωθεί ψυχικά από τις
δαιμονικές απάτες και τη ματαιότητα των ειδώλων. Πως λοιπόν θα έπειθαν
την ψυχή και το νου των συνανθρώπων τους για θέματα που ούτε οι ίδιοι
μπορούν να δούν; Αυτό που δεν βλέπει κανείς, Πως θα το διδάξει και σ’ άλλους;
Ίσως, θάλεγε κανείς, ότι αρκεί η (θέα της) κτίσεως (για θεογνωσία)· αν όμως
ήταν αρκετή η κτίση, δεν θα είχαν συμβεί τόσο μεγάλα κακά. Διότι, ενώ υπήρχε
η κτίση, οι άνθρωποι έπεφταν εξίσου στην ίδια πλάνη για την έννοια του Θεού.
Ποιόν χρειαζόμασταν, λοιπόν, παρά το Λόγο του Θεού που βλέπει τη ψυχή και
το νου μας, που κινεί όλη την κτίση και μέσω αυτών μας καθιστά γνωστό τον
Πατέρα; Διότι, Αυτός που με τη δική του πρόνοια και φροντίδα για τα πάντα
μας διδάσκει για τον Πατέρα, Αυτός μόνο μπορούσε να ανανεώσει και την ίδια
τη διδασκαλία.
Και Πως θα γινόταν αυτό; Ίσως, θάλεγε κάποιος, ότι μπορούσε να γίνει με τον
ίδιο τρόπο· να φανερώσει πάλι τον εαυτό του με τα δημιουργήματα του κόσμου.
Δεν θα ήταν όμως σίγουρο κάτι τέτοιο· οπωσδήποτε όχι. Διότι προηγουμένως
το περιφρόνησαν οι άνθρωποι και έστρεψαν πλέον τα μάτια τους όχι προς τα
πάνω αλλά προς τα κάτω.
Για το λόγο αυτό εύλογα θέλοντας να ωφελήσει τους ανθρώπους, ήλθε σαν
άνθρωπος και παίρνει σώμα για τον εαυτό του όμοιο με το σώμα εκείνων.
Εννοώ σώμα ανθρώπινο, ώστε αυτοί που δεν θέλησαν να τον γνωρίσουν από την
πρόνοια και φροντίδα του για όλα, να μπορέσουν να γνωρίσουν από τις πράξεις
του σώματος αυτόν τον σαρκωθέντα σε ανθρώπινο σώμα Λόγο του Θεού· και
μέσω αυτού να γνωρίσουν τον Πατέρα.

15. Ως γαρ αγαθός διδάσκαλος κηδόμενος των εαυτού μαθητών, τους
μη δυναμένους εκ των μειζόνων ωφεληθήναι, πάντως δια των
ευτελεστέρων συγκαταβαίνων αυτούς παιδεύει· ούτως και ο του Θεού
Λόγος, καθώς και ο Παύλός φησιν· "Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού
ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της
μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας".
Επειδή γαρ οι άνθρωποι αποστραφέντες την προς τον Θεόν θεωρίαν
και ως εν βυθώ βυθισθέντες κάτω τους οφθαλμούς έχοντες, εν γενέσει
και τοις αισθητοίς τον Θεόν ανεζήτουν, ανθρώπους θνητούς και
δαίμονας εαυτοίς θεούς ανατυπούμενοι· τούτου ένεκα ο φιλάνθρωπος
και κοινός πάντων Σωτήρ, ο του Θεού Λόγος, λαμβάνει εαυτώ σώμα,
και ως άνθρωπος εν ανθρώποις αναστρέφεται, και τας αισθήσεις
πάντων ανθρώπων προσλαμβάνει, ίνα οι εν σωματικοίς νοούντες
είναι τον Θεόν, αφ ων ο Κύριος εργάζεται δια των του σώματος
έργων, απ αυτών νοήσωσι την αλήθειαν, και δι αυτού τον Πατέρα
λογίσωνται.
Άνθρωποι δε όντες και ανθρώπινα πάντα νοούντες, οίς εάν επέβαλον
τας εαυτών αισθήσεις, εν τούτοις προσλαμβανομένους εαυτούς εώρων,
και πανταχόθεν διδασκομένους την αλήθειαν. Είτε γαρ εις την κτίσιν
επτόηντο, αλλ εώρων αυτήν ομολογούσαν τον Χριστόν Κύριον· είτε
εις ανθρώπους ην αυτών η διάνοια προληφθείσα, ώστε τούτους θεούς
νομίζειν, αλλ εκ των έργων του Σωτήρος, συγκρινόντων τε εκείνων,
εφαίνετο εν ανθρώποις μόνος ο Σωτήρ Θεού Υιος, ουκ όντων παρ
εκείνοις τοιούτων οποία παρά του Θεού Λόγου γέγονεν.
Ει δε και εις δαίμονας ήσαν προληφθέντες, αλλ ορώντες αυτούς
διωκομένους υπό του Κυρίου, εγίνωσκον μόνον είναι τούτον τον του
Θεού Λόγον, και ουκ είναι θεούς τους δαίμονας.
Ει δε και εις νεκρούς ήδη τούτων ην ο νους κατασχεθείς, ώστε
θρησκεύειν ήρωας, και τους παρά ποιηταίς λεγομένους θεούς· αλλ
ορώντες την του Σωτήρος ανάστασιν, ωμολόγουν εκείνους είναι
ψευδείς, και μόνον τον Κύριον αληθινόν, τον του Πατρός Λόγον, τον
και του θανάτου κυριεύοντα.
Δια τούτο και γεγέννηται, και άνθρωπος εφάνη, και απέθανε, και
ανέστη, αμβλύνας και επισκιάσας τα των πώποτε γενομένων
ανθρώπων δια των ιδίων έργων, ίνα όπου δ αν ώσι προληφθέντες οι
άνθρωποι, εκείθεν αυτούς αναγάγη, και διδάξη τον αληθινόν εαυτού
Πατέρα, καθάπερ και αυτός φησιν· «Ήλθον σώσαι και ευρείν το
απολωλός.»
   

Όπως λοιπόν ο καλός δάσκαλος που φροντίζει για εκείνους τους μαθητές του
που δεν μπορούν να καταλάβουν τα πολύ δύσκολα, τους εκπαιδεύει με
συγκατάβαση στα πιο εύκολα· έτσι έκανε και ο Λόγος του Θεού, όπως το
λέει ο απόστολος Παύλος: «Επειδή ο κόσμος δεν μπόρεσε με τη σοφία του
να εννοήσει τη σοφία του Θεού, θέλησε ο πανάγαθος Θεός με το απλούστερο
κήρυγμα να σώσαι αυτούς που πιστεύουν σ’ αυτόν».
Διότι, αφού οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν από τη θεωρία του Θεού και, σαν να
πάτωσαν στο βυθό, είχαν στραφεί στα επίγεια, αναζητούσαν το Θεό στην
κτίση και τα υλικά· έπλασαν για θεούς θνητούς ανθρώπους και δαίμονες.
Εξαιτίας όλων αυτών, ο φιλάνθρωπος Σωτήρας όλων των ανθρώπων,
ο Λόγος του Θεού, παίρνει για τον εαυτό του ανθρώπινο σώμα και
συναναστρέφεται ως άνθρωπος με τους συνανθρώπους του. Προσλαμβάνει
τις αισθήσεις όλων των ανθρώπων, ώστε εκείνοι που εννοούν σωματικά το
Θεό, να μπορούν με τα σωματικά έργα που επιτελεί ο Κύριος,
μ’ αυτά να εννοήσουν την αλήθεια· και απ’ Αυτόν να οδηγηθούν στην έννοια
του Πατέρα.
Όντας άνθρωποι και επειδή τα έβλεπαν όλα ανθρώπινα, ό,τι έπεφτε στις
αισθήσεις τους, σ’ αυτό έβλεπαν να προσαρμόζεται ο εαυτός τους·
έτσι, από παντού διδάσκονταν τηην αλήθεια. Είτε λάτρευαν την κτίση με φόβο,
την έβλεπαν όμως να ομολογεί τον Ιησού Χριστό· είτε ο νους τους ήταν
προσκολημμένος σε ανθρώπους ώστε να τους θεωρεί ως θεούς, παρ’ όλ’ αυτά,
συγκρίνοντας τα έργα του Σωτήρα με τα έργα εκείνων (των ανθρώπων),
αποδείχνονταν Υιος του Θεού από τους ανθρώπους μόνον ο Σωτήρας· διότι οι
άνθρωποι δεν έκαναν τόσο σπουδαία έργα όσα ο Λόγος του Θεού.
Αν πάλι ήταν προσκολημμένοι στους δαίμονες, βλέποντας να τους
διώχνει ο Κύριος, εννοούσαν ότι μόνον Αυτός είναι ο Λόγος του Θεού και ότι
οι δαίμονες δεν είναι θεοί.
Αν ακόμη ο νους τους ήταν δοσμένος στη λατρεία των νεκρών, ώστε να
τιμούν τους ήρωες και τους θεούς που αναφέρουν οι ποιητές· παρ’ όλ’ αυτά,
βλέποντας την ανάσταση του Σωτήρα, παραδέχονταν ότι εκείνοι ήταν
ψεύτικοι θεοί· μόνον ο Κύριος, ο Λόγος του Πατέρα, είναι αληθινός Θεός και
εξουσιάζει το θάνατο.
Για το λόγο αυτό γεννήθηκε, έζησε ως άνθρωπος, πέθανε και αναστήθηκε.
Με τα δικά του έργα εξάλειψε και εξαφάνισε τις πράξεις που έκαναν οι
προηγούμενοι άνθρωποι· έτσι, όπου είχαν πέσει οι άνθρωποι, μπόρεσε από κει
να τους σηκώσει και να τους διδάξει τον αληθινό Θεό, τον Πατέρα του,
όπως και ο ίδιος το είπε: «Ήλθα να ζητήσω και να σώσω τον χαμένο
(άνθρωπο)».

16. Άπαξ γαρ εις αισθητά πεσούσης της διανοίας των ανθρώπων,
υπέβαλεν εαυτόν δια σώματος φανήναι ο Λόγος, ίνα μετενέγκη εις
εαυτόν ως άνθρωπον τους ανθρώπους, και τας αισθήσεις αυτών εις
εαυτόν αποκλίνη, και λοιπόν εκείνους ως άνθρωπον αυτόν ορώντας,
δι ων εργάζεται έργων, πείση μη είναι εαυτόν άνθρωπον μόνον, αλλά
και Θεόν και Θεού αληθινού Λόγον και Σοφίαν.
Τούτο δε και ο Παύλος βουλόμενος σημάναί φησιν· "Εν αγάπη
ερριζωμένοι και τεθεμελιωμένοι, ίνα εξισχύσητε καταλαβέσθαι συν
πάσι τοις αγίοις τι το πλάτος και μήκος και ύψος και βάθος, γνώναί τε
την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην του Χριστού· ίνα
πληρωθήτε εις παν το πλήρωμα του Θεού."
Πανταχού γαρ του Λόγου εαυτόν απλώσαντος, και άνω και κάτω
και εις το βάθος και εις το πλάτος· άνω μεν εις την κτίσιν, κάτω δε εις
την ενανθρώπησιν, εις βάθος δε εις τον άδην, εις πλάτος δε εις τον
κόσμον· τα πάντα της περί Θεού γνώσεως πεπλήρωται. Δια δε
τούτο, ουδέ παρ αυτά παραγενόμενος την θυσίαν την υπέρ πάντων
επετέλει, παραδιδούς το σώμα τω θανάτω, και ανιστών αυτό, αφανή
εαυτόν δια τούτου ποιών. Αλλά και εμφανή εαυτόν δια τούτου
καθίστη διαμένων εν αυτώ και τοιαύτα τελών έργα και σημεία διδούς,
α μηκέτι άνθρωπον αλλά Θεόν Λόγον αυτόν εγνώριζον.
Αμφότερα γαρ εφιλανθρωπεύετο ο Σωτήρ δια της ενανθρωπήσεως,
ότι και τον θάνατον εξ ημών ηφάνιζε, και ανεκαίνιζεν ημάς· και ότι
αφανής ων και αόρατος, δια των έργων ενέφαινε, και εγνώριζεν
εαυτόν είναι τον Λόγον του Πατρός, τον του παντός ηγεμόνα και
βασιλέα.
   

Αφού ο νους των ανθρώπων ξέπεσε στα αισθητά, ο Λόγος ταπείνωσε τον
εαυτό του να ενανθρωπήσει, για να σηκώσει στους ώμους του τους ανθρώπους
όντας ο ίδιος άνθρωπος· να προσελκύσει προς τον εαυτό του την προσοχή
των αισθήσεών τους, για να τον βλέπουν στο εξής ως άνθρωπο·
να πείσει με τα έργα που εργάζεται ότι δεν είναι μόνον άνθρωπος αλλά και
Θεός, Λόγος και Σοφία του αληθινού Θεού.
Αυτό θέλοντας να το υπογραμμίσει και ο Παύλος λέει: «Είστε μέσα στην
αγάπη ριζωμένοι και θεμελιωμένοι, για να μπορέσετε να καταλάβετε μαζί με
όλους τους Αγίους ποιό είναι το πλάτος, το μήκος, το ύψος και το βάθος της·
να γνωρίσετε την αγάπη του Χριστού που ξεπερνά τη γνώση, για να
γεμίσετε με όλο το πλήρωμα του Θεού».
Ο Λόγος παντού πρόσφερε τον εαυτό του· και πάνω και κάτω, και στο βάθος
και το πλάτος. Πάνω είναι με τη δημιουργία, κάτω είναι με την ενανθρώπηση,
στο βάθος είναι στον άδη και στο πλάτος είναι σ’ όλο τον κόσμο·
διότι όλα είναι γεμάτα από τη γνώση του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο,
δεν έσπευσε, μόλις ενανθρώπησε, να θυσιαστεί αμέσως για χάρη όλων μας· να
παραδώσει το σώμα του στο θάνατο και να το αναστήσει· διότι έτσι
θα έμενε στην αφάνεια. Το αντίθετο· φανέρωσε πλήρως τον εαυτό του,
μένοντας στο ανθρώπινο σώμα και κάνοντας τέτοια θαυμαστά έργα και σημεία,
ώστε να τον αναγνωρίζουν πλέον όχι ως άνθρωπο αλλ’ ως Θεό Λόγο.
Με την ενανθρώπησή του ο Σωτήρας έκανε από αγάπη για τον άνθρωπο και
τα δύο: πρώτα, εξαφάνισε το θάνατό μας και μας ανακαίνισε· και δεύτερον,
ενώ ήταν αφανής και αόρατος, φανέρωσε τον εαυτό του με τα έργα του·
μας γνωστοποίησε ότι είναι ο Λόγος του Πατέρα, ο Παντοκράτορας και
Βασιλιάς όλων.

17. Ου γαρ δη περικεκλεισμένος ην εν τω σώματι· ουδέ εν σώματι μεν
ην, αλλαχόσε δε ουκ ην. Ουδέ εκείνο μεν εκίνει, τα όλα δε της τούτου
ενεργείας και προνοίας κεκένωτο· αλλά το παραδοξότατον, Λόγος
ων, ου συνείχετο μεν υπό τινος· συνείχε δε τα πάντα μάλλον αυτός·
και ώσπερ εν πάση τη κτίσει ων, εκτός μεν εστι του παντός κατ ουσίαν,
εν πάσι δε εστι ταις εαυτού δυνάμεσι, τα πάντα διακοσμών, και εις
πάντα εν πάσι την εαυτού πρόνοιαν εφαπλών, και έκαστον και πάντα
ομού ζωοποιών, περιέχων τα όλα και μη περιεχόμενος, αλλ εν μόνω
τω εαυτού Πατρί όλος ων κατά πάντα·
Ούτως και εν τω ανθρωπίνω σώματι ων, και αυτός αυτό ζωοποιών,
εικότως εζωοποίει και τα όλα και εν τοις πάσιν εγίνετο, και έξω των
όλων ην. Και από του σώματος δε δια των έργων γνωριζόμενος, ουκ
αφανής ην και από της των όλων ενεργείας.
Ψυχής μεν ουν έργον εστί θεωρείν μεν και τα έξω του ιδίου σώματος
τοις λογισμοίς, ου μην και έξωθεν του ιδίου σώματος ενεργείν, ή τα
τούτου μακράν τη παρουσία κινείν. Ουδέποτε γούν άνθρωπος
διανοούμενος τα μακράν ήδη και ταύτα κινεί και μεταφέρει· ουδέ ει επί
της ιδίας οικίας καθέζοιτό τις και λογίζοιτο τα εν ουρανώ, ήδη και τον
ήλιον κινεί, και τον ουρανόν περιστρέφει. Αλλ ορά μεν αυτά κινούμενα
και γεγονότα, ου μην ώστε εργάζεσθαι αυτά δυνατός τυγχάνει.
Ου δη τοιούτος ην ο του Θεού Λόγος εν τω ανθρώπω· ου γαρ
συνεδέδετο τω σώματι, αλλά μάλλον αυτός εκράτει τούτο, ώστε και
εν τούτω ην και εν τοις πάσιν ετύγχανε, και έξω των όντων ην, και εν
μόνω τω Πατρί ανεπαύετο.
Και το θαυμαστόν τούτο ην, ότι και ως άνθρωπος επολιτεύετο, και ως
Λόγος τα πάντα εζωογόνει, και ως Υιος τω Πατρί συνήν. Όθεν ουδέ
της Παρθένου τικτούσης έπασχεν αυτός, ουδέ εν σώματι ων εμολύνετο,
αλλά μάλλον και το σώμα ηγίαζεν. Ουδέ γαρ εν τοις πάσιν ων, των
πάντων μεταλαμβάνει, αλλά πάντα μάλλον υπ αυτού ζωογονείται
και τρέφεται.
Ει γαρ και ήλιος ο υπ αυτού γενόμενος και υφ ημών ορώμενος,
περιπολών εν ουρανώ, ου ρυπαίνεται των επί γης σωμάτων
απτόμενος, ουδέ υπό σκότους αφανίζεται, αλλά μάλλον αυτός και
ταύτα φωτίζει και καθαρίζει, πολλώ πλέον ο πανάγιος του Θεού
Λόγος, ο και του ηλίου ποιητής και κύριος, εν σώματι γνωριζόμενος
ουκ ερυπαίνετο, αλλά μάλλον άφθαρτος ων, και το σώμα θνητόν
τυγχάνον εζωοποίει και εκαθάριζεν, "ος αμαρτίαν γαρ, φησίν, ουκ
εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού".
18. Όταν τοίνυν εσθίοντα και πίνοντα και τικτόμενον αυτόν λέγωσιν
οι περί τούτου θεολόγοι, γίνωσκε ότι το μεν σώμα, ως σώμα, ετίκτετο
και καταλλήλοις ετρέφετο τροφαίς, αυτός δε ο συνών τω σώματι Θεός
Λόγος τα πάντα διακοσμών, και δι ων ειργάζετο εν τω σώματι ουκ
άνθρωπον εαυτόν, αλλά Θεόν Λόγον εγνώριζεν. Λέγεται δε περί
αυτού ταύτα, επειδή και το σώμα εσθίον και τικτόμενον και πάσχον,
ουχ ετέρου τινός, αλλά του Κυρίου ην· και ότι ανθρώπου γενομένου,
έπρεπε και ταύτα ως περί ανθρώπου λέγεσθαι, ίνα αληθεία και μη
φαντασία σώμα έχων φαίνηται.
Αλλ ώσπερ εκ τούτων εγινώσκετο σωματικώς παρών, ούτως εκ των
έργων ων εποίει δια του σώματος, Υιόν Θεού εαυτόν εγνώριζεν. Όθεν
και προς τους απίστους Ιουδαίους εβόα λέγων· "Ει ου ποιώ τα έργα
του Πατρός μου, μη πιστεύητέ μοι· ει δε ποιώ, καν εμοί μη πιστεύητε,
τοις έργοις μου πιστεύσατε· ίνα γνώτε και γινώσκητε, ότι εν εμοί ο
Πατήρ καγώ εν τω Πατρί."
Ως γαρ αόρατος ων, από των της κτίσεως έργων γινώσκεται, ούτως
άνθρωπος γενόμενος, και εν σώματι μη ορώμενος, εκ των έργων αν
γνωσθείη ότι ουκ άνθρωπος αλλά Θεού Δύναμις και Λόγος εστίν ο
ταύτα εργαζόμενος.
Το γαρ επιτάσσειν αυτόν τοις δαίμοσι, κακείνους απελαύνεσθαι, ουκ
ανθρώπινον αλλά θείόν εστι το έργον. Ή τις ιδών αυτόν τας νόσους
ιώμενον, εν αις υπόκειται το των ανθρώπων γένος, έτι άνθρωπον και
ου Θεόν ηγείτο; Λεπρούς γαρ εκαθάριζε, χωλούς περιπατείν εποίει,
κωφών την ακοήν ήνοιγε, τυφλούς αναβλέπειν εποίει, και πάσας
απλώς νόσους και πάσαν μαλακίαν απήλαυνεν από των ανθρώπων,
αφ ων ην αυτού και τον τυχόντα την θεότητα θεωρείν.
Τις γαρ ιδών αυτόν αποδιδόντα το λείπον, οίς η γένεσις ενέλειψε, και
του εκ γενετής τυφλού τους οφθαλμούς ανοίγοντα, ουκ αν ενενόησε
την ανθρώπων υποκειμένην αυτώ γένεσιν, και ταύτης είναι τούτον
Δημιουργόν και Ποιητήν; Ο γαρ το μη ό εκ γενέσεως έσχεν ο
άνθρωπος αποδιδούς, δήλος αν είη πάντως ότι Κύριος ούτός εστι και
της γενέσεως των ανθρώπων.
Δια τούτο και εν αρχή κατερχόμενος προς ημάς, εκ παρθένου πλάττει
εαυτώ το σώμα, ίνα μη μικρόν της θεότητος αυτού γνώρισμα πάσι
παράσχη, ότι ο τούτο πλάσας αυτός εστι και των άλλων Ποιητής. Τις
γαρ ιδών χωρίς ανδρός εκ παρθένου μόνης προερχόμενον σώμα, ουκ
ενθυμείται τον εν τούτω φαινόμενον είναι και των άλλων σωμάτων
Ποιητήν και Κύριον;
Τις δε ιδών και την υδάτων αλλασσομένην ουσίαν, και εις οίνον
μεταβάλλουσαν, ουκ εννοεί τον τούτο ποιήσαντα Κύριον είναι και
Κτίστην της των όλων υδάτων ουσίας; δια τούτο γαρ ως Δεσπότης
επέβαινε και τη θαλάσση, και περιεπάτει ως επί γης, γνώρισμα της επί
πάντα δεσποτείας αυτού τοις ορώσι παρέχων. Τρέφων δε και εξ
ολίγων τοσούτον πλήθος, και εξ απόρων ευπορών αυτός, ώστε από
πέντε άρτων πεντακισχιλίους κορεσθήναι, και άλλο τοσούτο
καταλείψαι, ουδέν έτερον ή αυτόν είναι και τον της όλων προνοίας
Κύριον εγνώριζε.
   

Δεν ήταν βέβαια κλεισμένος μέσα στο σώμα· ούτε πάλι ήταν μόνο μέσα στο
σώμα και δεν ήταν σε άλλα μέρη· ούτε κινούσε μόνο το σώμα, ενώ τα
υπόλοιπα στερούνταν την ενέργεια και πρόνοιά του. Το πιο παράδοξο, όντας
Λόγος, δεν συγκρατούνταν από κάτι, αλλά όλα αυτός τα συγκρατούσε.
Και όπως, ενώ βρίσκεται σ’ όλη την κτίση, ουσιαστικά βρίσκεται έξω από κάθε
τι: σε όλα σκορπίζει την ενέργειά του διακοσμώντας τα και σ’ όλα απλώνει
τη δική του πρόνοια· ζωοποιεί το καθένα και όλα μαζί·
τα περιέχει όλα και σε κανένα δεν περιέχεται· μόνο μέσα στον Πατέρα του
βρίσκεται όλος και σε όλα.
Έτσι λοιπόν, και είναι μέσα στο ανθρώπινο σώμα και αυτός είναι που το δίνει
ζωή· κατά συνέπεια δίνει ζωή σε όλα. Ήταν μέσα σ’ όλα αλλά και έξω απ’ όλα.
Και ενώ γινόταν γνωστός από τα έργα του σώματος, γίνόταν γνωστός και από
την ενέργειά του σε όλη τη δημιουργία.
Έργο της ψυχής είναι να βλέπει με τους λογισμούς του νου όσα είναι έξω από
το σώμα· να μην ενεργεί όμως έξω από το δικό της σώμα ούτε και με την
παρουσία του σώματος να κινεί όσα είναι μακριά απ’ αυτό. Ουδέποτε ο
άνθρωπος με τη σκέψη του μπορεί να κινήσει και να μετεκινήσει όσα είναι
μακριά του. Δεν είναι δυνατόν να κάθεται κάποιος στο σπίτι του και να
σκέφτεται τα ουράνια σώματα και να κινεί τον ήλιο ή να περιστρέφει τον
ουρανό. Τα βλέπει να κινούνται και να υπάρχουν, αλλά δεν είναι ικανός αυτός
να τα κάνει να υπάρχουν και να κινούνται.
Δεν ήταν τέτοιος βέβαια ο Λόγος του Θεού ως άνθρωπος. Δεν ήταν δεμένος
με το σώμα, αλλά μάλλον αυτός το συγκρατούσε· ώστε και μέσα σ’ αυτό ήταν,
και σ’ όλα υπήρχε· και έξω από τα όντα ήταν και μόνο στον Πατέρα αναπαυόταν.
Και το πιο σπουδαίο ήταν το εξής: και ως άνθρωπος ζούσε και ως Λόγος έδινε
ζωή σ’ όλα αλλά και ως Υιος συνυπήρχε με τον Πατέρα. Γι’ αυτό, δεν υπέφερε
στη γέννησή του από την Παρθένο· ούτε, όντας μέσα στο σώμα, μολυνόταν,
αλλά το εξαγίαζε κι από πάνω. Διότι, αν και είναι μέσα σ’ όλα, δεν παίρνει
απ’ όλα, αλλά, καλύτερα, όλα απ’ αυτόν λαμβάνουν τη ζωή και την τροφή.
Όπως ο ήλιος, που είναι δημιούργημά του και τον βλέπουμε όλοι μας,
περιπολώντας στον ουρανό, δεν μολύνεται όταν έρχεται σε επαφή με τα επίγεια
σώματα· ούτε το σκοτάδι τον εξαφανίζει αλλά μάλλον αυτός τα σώματα αυτά
και τα φωτίζει και τα καθαρίζει. Πολύ περισσότερο, ο πανάγαθος Λόγος του
Θεού, ο δημιουργός και κύριος του ήλιου, δεν μολύνονταν μέσα στο σώμα ·
αλλά, όντας άφθαρτος, έδινε ζωή και στο θνητό σώμα που περιβλήθηκε και
το καθάριζε· διότι λέει η Γραφή, «αυτός δεν έκαμε καμία αμαρτία,
ούτε βρέθηκε ποτέ στο στόμα του δόλος».
Όταν λοιπόν οι θεολόγοι λένε γι’ Αυτόν ότι τρώει, πίνει και γεννιέται, γνώριζε
ότι το σώμα, βέβαια, σαν σώμα γεννιόταν και τρεφόταν με τις κατάλληλες
τροφές· αυτός όμως ο Θεός Λόγος συνυπάρχει στο σώμα και διακοσμεί
τα πάντα· και με όσα έκαμε με το σώμα του αποδείκνυε ότι δεν ήταν απλός
άνθρωπος αλλά Θεός Λόγος. Και αυτοί οι χαρακτηρισμοί λέγονται γι’ αυτόν,
επειδή το σώμα που τρώει, γεννιέται και υποφέρει, δεν ανήκει σε κάποιον
άλλον αλλά ήταν του Κυρίου. Αφού όμως έγινε άνθρωπος, έπρεπε αυτοί οι
χαρακτηρισμοί να του αποδίδονται όπως σε άνθρωπο, για να τεκμηριώνεται ότι
έχει αληθινό και όχι φανταστικό σώμα.
Και όπως με αυτούς τους χαρακτηρισμούς γινόταν αντιληπτή η σωματική του
παρουσία, παρόμοια με τα έργα του σώματος που έκανε, φανέρωνε τον εαυτό
του ως Υιό του Θεού. Γι’ αυτό και έλεγε στους άπιστους Ιουδαίους: «Εάν δεν
κάνω τα έργα του Πατέρα μου, μη με πιστεύετε· αν όμως τα κάνω, ακόμη κι αν
δεν πιστεύετε σε μένα, πιστέψτε στα έργα μου· έτσι, θα μάθετε ότι ο Πατέρας
είναι με μένα κι εγώ με τον Πατέρα».
Όπως, όντας αόρατος, τον γνώριζαν από τα δημιουργήματα, έτσι και με το που
έγινε άνθρωπος, ενώ δεν φαίνεται στο σώμα, από τα έργα μπορεί να γνωριστεί
ότι δεν είναι άνθρωπος αλλά η Δύναμη και ο Λόγος του Θεού, που τα κάνει
όλα αυτά.
Η εντολή που έδινε στους δαίμονες και εκείνοι έφευγαν μακριά, αποδεικνύει
ότι αυτό δεν είναι ανθρώπινο αλλά θεϊκό έργο. Ή, ποιός τον έβλεπε να
θεραπεύει τις ασθένειες των ανθρώπων, και πίστευε ακόμη ότι δεν είναι Θεός;
Διότι καθάριζε λεπρούς, έκανε κουτσούς να περπατούν, άνοιγε τ’ αυτιά των
κουφών, σε τυφλούς
χάριζε την όραση· και γενικά όλες τις ασθένειες και κάθε
είδους αδυναμία των ανθρώπων τη θεράπευε· απ’ όλ’ αυτά τα θαυμαστά που
έκανε, και ο τυχόντας μπορούσε να αντιληφθεί τη θεϊκότητά του.
Ποιος πάλι, βλέποντάς τον να αναπληρώνει σε ορισμένους τις ελλείψεις που
είχαν από τη γέννησή τους και ν’ ανοίγει τα ματια του εκ γενετής τυφλού, δεν
θα αντιλαμβανόταν ότι η δημιουργία των ανθρώπων είναι στην εξουσία του και
ότι αυτός είναι ο δημιουργός και πλάστης; Διότι αυτός που προσφέρει στον
άνθρωπο ό,τι δεν είχε από τη γέννησή του, σίγουρα φαίνεται ότι αυτός είναι
και ο Αίτιος της δημιουργίας των ανθρώπων.
Γι’ αυτό, και από την αρχή, όταν ήλθε σε μας, πλάθει για τον εαυτό του σώμα
από την Παρθένο· έτσι παρέχει σε όλους σπουδαίο γνώρισμα της θεότητάς του:
ότι αυτός που έκαμε αυτό το σώμα είναι και ο Δημιουργός των υπολοίπων
σωμάτων. Διότι, ποιός αν έβλεπε να δημιουργείται σώμα μόνον από παρθένο,
και όχι από άνδρα, δεν θα σκέφτεται ότι αυτός που παρουσιάζεται σ’ αυτό δεν
είναι ο πλάστης και κύριος και των άλλων σωμάτων;
Ποιος πάλι, όταν βλέπει ν’ αλλάζει η ουσία του νερού και να μεταβάλλεται σε
κρασί, δεν θα πιστέψει ότι αυτός που το κάνει είναι ο Κύριος και Δημιουργός
της σύστασης όλων των υδάτων; Για το λόγο αυτό, περπατούσε σαν κυρίαρχος
πάνω στη θάλασσα, λες και βάδιζε στη γη· παρείχε έτσι σε όλους, όσοι τον
έβλεπαν, απόδειξη της εξουσίας του πάνω σε όλα. Τρέφοντας πάλι με λίγα
ψωμιά τόσο πολύ πλήθος και καλύπτοντας αυτός κάθε έλλειψη, ώστε πέντε
χιλιάδες άνθρωποι να χορτάσουν από πέντε ψωμιά και να περισσέψουν κιόλας,
αντιλαμβανόταν ο καθένας ότι αυτός είναι ο Κύριος που προνοεί για όλα.

19. Ταύτα δε πάντα ποιείν τω Σωτήρι καλώς έχειν εδόκει, ίν επειδή
την εν τοις πάσιν αυτού πρόνοιαν ηγνόησαν οι άνθρωποι και ου
κατενόησαν την δια της κτίσεως αυτού θεότητα, καν εκ των δια του
σώματος έργων αυτού αναβλέψωσι, και έννοιαν λάβωσι δι αυτού της
εις τον Πατέρα γνώσεως, εκ των κατά μέρος την εις τα όλα αυτού
πρόνοιαν, ως προείπον, αναλογιζόμενοι.
Τις γαρ ιδών αυτού την κατά δαιμόνων εξουσίαν, ή τις ιδών τους
δαίμονας ομολογούντας είναι τούτων αυτόν Κύριον, έτι την διάνοιαν
αμφίβολον έξει, ει ούτός εστιν ο του Θεού Υιος και η Σοφία και η
Δύναμις;
Ουδέ γαρ την κτίσιν αυτήν σιωπήσαι πεποίηκεν, αλλά το γε
θαυμαστόν, και εν τω θανάτω, μάλλον δε εν αυτώ τω κατά του
θανάτου τροπαίω, λέγω δη τω σταυρώ, πάσα η κτίσις ωμολόγει τον
εν τω σώματι γνωριζόμενον και πάσχοντα ουχ απλώς είναι
άνθρωπον, αλλά Θεού Υιόν και Σωτήρα πάντων. Ό τε γαρ ήλιος
απεστράφη, και η γη εσείετο, και τα όρη ερρήγνυτο, πάντες
κατέπτησσον. Ταύτα δε τον μεν εν τω σταυρώ Χριστόν Θεόν
εδείκνυον, την δε κτίσιν πάσαν τούτου δούλην είναι, και μαρτυρούσαν
τω φόβω την του δεσπότου παρουσίαν. Ούτω μεν ουν ο Θεός Λόγος
δια των έργων εαυτόν ενεφάνιζε τοις ανθρώποις.
Ακόλουθον δ αν είη και το τέλος της εν σώματι διαγωγής και
περιπολήσεως αυτού διηγήσασθαι, και ειπείν και οποίος γέγονεν ο
του σώματος θάνατος· μάλιστα ότι το κεφάλαιον της πίστεως ημών
εστί τούτο, και πάντες απλώς άνθρωποι περί τούτου θρυλλούσιν· ίνα
γνώς ότι και εκ τούτου μάλλον ουδέν ήττον γινώσκεται Θεός ο
Χριστός και του Θεού Υιος.
   

Και ο Σωτήρας έκρινε καλό να τα κάνει όλα αυτά, ώστε οι άνθρωποι, επειδή
περιφρόνησαν την πρόνοιά του για όλα και δεν πίστεψαν στη θεότητά του
μέσω της κτίσεως, να μετανοήσουν και να δουν έστω τα έργα που έκαμε το
σώμα του· και έτσι, να οδηγηθούν μέσω αυτού στη γνώση του Πατέρα,
αναλογιζόμενοι, όπως είπα παραπάνω, τη φροντίδα του από τα επιμέρους
για όλα γενικά.
Διότι, ποιός βλέποντας την εξουσία που είχε πάνω στους δαίμονες ή τα
δαιμόνια να ομολογούν τη θεϊκή εξουσία που είχε σ’ αυτά, ακόμη θα
αμφιβάλλει αν αυτός είναι ο Υιος του Θεού, η Σοφία και η Δύναμή του;
Διότι και την ίδια την κτίση δεν την έπλασε να σιωπά· αλλά, και το πιο
θαυμαστό, ακόμη και στο θάνατό του, ή καλύτερα στην νίκη που έστησε
ενάντια στο θάνατο –εννοώ το σταυρό του– όλη η κτίση ομολογούσε και
αναγνώριζε ότι αυτός που έπασχε στο σώμα δεν ήταν απλός άνθρωπος,
αλλά ο Υιος του Θεού και Σωτήρας όλων. Διότι, όταν ο ήλιος σκοτείνιαζε,
η γη σείονταν και τα βουνά κόβονταν στα δύο, όλοι τρόμαζαν.
Όλα αυτά αποδείκνυαν ότι ο εσταυρωμένος ήταν ο Χριστός και Θεός και ότι
όλη η κτίση είναι δούλη του· διότι φανέρωνε με το φόβο της την
παρουσία του κυρίου της. Έτσι λοιπόν με τα έργα του ο Θεός Λόγος
παρουσίαζε τον εαυτό του στους ανθρώπους.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να διηγηθούμε και το τέλος της σωματικής του
παρουσίας και συναναστροφής· να πούμε τι είδους ήταν ο σωματικός του
θάνατος. Ιδιαίτερα μάλιστα, διότι ο θανατός του αποτελεί το σπουδαιότερο
κεφάλαιο της πίστεώς μας· όλοι γενικά οι άνθρωποι γι’ αυτόν μιλούν. Έτσι θα
γνωρίσεις ότι και από το θάνατό του δεν αποδεικνύεται ο Χριστός λιγότερο
Θεός και Υιος του Θεού.

20. Τήν μεν ουν αιτίαν της σωματικής επιφανείας αυτού, ως οίόν τε ην,
εκ μέρους, και ως ημείς ηδυνήθημεν νοήσαι, προείπομεν, ότι ουκ άλλου
ην το φθαρτόν εις αφθαρσίαν μεταβαλείν, ει μη αυτού του Σωτήρος,
του και την αρχήν εξ ουκ όντων πεποιηκότος τα όλα· και ουκ άλλου
ην το κατ εικόνα πάλιν ανακτίσαι τοις ανθρώποις, ει μη της Εικόνος
του Πατρός· και ουκ άλλου ην το θνητόν αθάνατον αναστήσαι, ει μη
της Αυτοζωής ούσης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού· και ουκ άλλου
ην περί Πατρός διδάξαι, και την ειδώλων καθαιρήσαι θρησκείαν, ει μη
του τα πάντα διακοσμούντος Λόγου, και μόνου του Πατρός όντος
Υιού μονογενούς αληθινού.
Επειδή δε και το οφειλόμενον παρά πάντων έδει λοιπόν αποδοθήναι·
ωφείλετο γαρ πάντως, ως προείπον, αποθανείν, δι ό μάλιστα και
επεδήμησε· τούτου ένεκεν μετά τας περί θεότητος αυτού εκ των έργων
αποδείξεις, ήδη λοιπόν και υπέρ πάντων την θυσίαν ανέφερεν, αντί
πάντων τον εαυτού ναόν εις θάνατον παραδιδούς, ίνα τους μεν
πάντας ανυπευθύνους και ελευθέρους της αρχαίας παραβάσεως
ποιήση· δείξη δε εαυτόν και θανάτου κρείττονα, απαρχήν της των
όλων αναστάσεως το ίδιον σώμα άφθαρτον επιδεικνύμενος.
Και μη τοι θαυμάσης ει πολλάκις τα αυτά περί των αυτών λέγομεν.
Επειδή γαρ περί της ευδοκίας του Θεού λαλούμεν, δια τούτο τον
αυτόν νουν δια πλειόνων ερμηνεύομεν, μη άρα τι παραλιμπάνειν
δόξωμεν, και έγκλημα γένηται ως ενδεώς ειρηκόσι· και γαρ βέλτιον
ταυτολογίας μέμψιν υποστήναι, ή παραλείψαί τι των οφειλόντων
γραφήναι.
Το μεν ουν σώμα, ως και αυτό κοινήν έχον τοις πάσι την ουσίαν σώμα
γαρ ην ανθρώπινον, ει και καινοτέρω θαύματι συνέστη εκ παρθένου
μόνης, όμως θνητόν ον κατά ακολουθίαν των ομοίων και απέθνησκε·
τη δε του Λόγου εις αυτό επιβάσει, ουκέτι κατά την ιδίαν φύσιν
εφθείρετο, αλλά δια τον ενοικήσαντα του Θεού Λόγον, εκτός εγίνετο
φθοράς.
Και συνέβαινεν αμφότερα εν ταυτώ γενέσθαι παραδόξως· ότι τε ο
πάντων θάνατος εν τω κυριακώ σώματι επληρούτο, και ο θάνατος και
η φθορά δια τον συνόντα Λόγον εξηφανίζετο. Θανάτου γαρ ην χρεία,
και θάνατον υπέρ πάντων έδει γενέσθαι, ίνα το παρά πάντων
οφειλόμενον γένηται.
Όθεν, ως προείπον, ο Λόγος, επεί ουχ οίόν τε ην αυτόν αποθανείν
αθάνατος γαρ ην, έλαβεν εαυτώ σώμα το δυνάμενον αποθανείν, ίνα
ως ίδιον αντί πάντων αυτό προσενέγκη, και ως αυτός υπέρ πάντων
πάσχων, δια την προς αυτό επίβασιν, "καταργήση τον το κράτος
έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διάβολον· και απαλλάξη τούτους,
όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζήν ένοχοι ήσαν δουλείας".
   

Είπαμε ήδη παραπάνω μερικά, όσο ήταν δυνατόν και μπορούσαμε να
καταλάβουμε, για την αιτία της ενανθρώπησης του
Κυρίου· ότι δεν ήταν
δυνατόν άλλος εκτός από τον Σωτήρα, να μεταβάλλει το φθαρτό σε άφθαρτο·
διότι αυτός εξαρχής τα έπλασε όλα από το μηδέν. Και δεν ήταν ικανός άλλος
ν’ ανακαινίσει το κατ’ εικόνα στους ανθρώπους, παρά μόνον Αυτός που ήταν
η Εικόνα του Πατέρα· ούτε άλλος μπορούσε να κάνει το θνητό αθάνατο παρά
μόνον ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, που είναι η πηγή της ζωής· και κανένας
άλλος δεν μπορούσε να διδάξει για τον Πατέρα και να καταργήσει τη θρησκεία
των ειδώλων παρά μόνον ο Λόγος που προνοεί για όλα και είναι ο αληθινά
μονογενής Υιος του Πατέρα.
Έπρεπε βέβαια και να ξεπληρωθεί το χρέος που όφειλαν όλοι. Χρωστούσαν
όλοι, όπως προείπα, να πεθάνουν· περισσότερο για το λόγο αυτό ήλθε στη γη·
και εξαιτίας αυτού, μετά τις αποδείξεις που παρείχε με τα έργα για τη
θεότητά του, πρόσφερε τον εαυτό του θυσία για όλους· παρέδωσε τον ναό του
σώματός του σε θάνατο για χάρη όλων ώστε να τους αφαιρέσει την ευθύνη
και να τους ελευθερώσει από την παλιά παράβαση.
Ν’ αποδείξει, επίσης, ότι ο εαυτός του νικά το θάνατο και το άφθαρτο σώμα του
θ’ αποτελέσει την αρχή της αναστάσεως όλων.
Και μην απορήσεις γιατί πολλές φορές λέμε τα ίδια για τα ίδια πράγματα.
Επειδή μιλάμε για το σχέδιο της σωτηρίας του Θεού, γι’ αυτό εξηγούμε με
περισσότερα λόγια την ίδια ιδέα· να μη φανεί ότι κάτι παραλείπουμε και μας
κατηγορήσουν ότι δεν μιλήσαμε διεξοδικά. Είναι προτιμότερο να μας πουν
ότι λέμε τα ίδια, παρά να παραλείψουμε κάτι απ’ αυτά που οφείλουμε να
γράψουμε.
Το σώμα του Κυρίου λοιπόν, επειδή είχε την ίδια φύση με τα άλλα, ήταν
ανθρώπινο σώμα· βέβαια, δημιουργήθηκε με το παρόδοξο θαύμα της
γέννησης από παρθένο· ήταν όμως θνητό και πέθαινε όπως και τα όμοιά του.
Αλλά, με την ενοίκηση του Λόγου σ’ αυτό, δεν καταστρεφόταν σύμφωνα με τη
φύση του· χάρη στο Λόγο του Θεού που το ενοικούσε, έμενε άφθαρτο.
Συνέβαινε το παράδοξο, να γίνονται ταυτόχρονα και τα δύο: από τη μια η κοινή
μοίρα του θανάτου εκπληρωνόταν και στο σώμα του Κυρίου, κι από την άλλη
εξαφανιζόταν η φθορά και ο θάνατος από το σώμα λόγω της παρουσίας του
Λόγου. Ήταν αναγκαίος ο θάνατος και έπρεπε να συμβεί για το καλό όλων,
για να σβήσει το κοινό χρέος τους.
Έτσι λοιπόν, όπως προείπα, επειδή ο Λόγος ήταν αθάνατος και δεν ήταν
δυνατό να πεθάνει, προσέλαβε σώμα ικανό να πεθάνει· έτσι ώστε να προσφέρει
το δικό του σώμα αντί όλων και υποφέροντας, ως οικείος του σώματος,
αυτός για όλους «να καταργήσει αυτόν που είχε την εξουσία να επιβάλλει το
θάνατο, δηλαδή το διάβολο· έτσι, ν’ απαλλάξει όλους όσοι από το φόβο του
θανάτου ήταν αιχμάλωτοι σ’ όλη τους τη ζωή».

21. Αμέλει, του κοινού πάντων Σωτήρος αποθανόντος υπέρ ημών,
ουκέτι νυν ώσπερ πάλαι κατά την του νόμου απειλήν θανάτω
αποθνήσκομεν οι εν Χριστώ πιστοί· πέπαυται γαρ η τοιαύτη καταδίκη·
αλλά της φθοράς παυομένης και αφανιζομένης εν τη της αναστάσεως
χάριτι, λοιπόν κατά το του σώματος θνητόν διαλυόμεθα μόνον τω
χρόνω ον εκάστω ο Θεός ώρισεν, ίνα "κρείττονος αναστάσεως" τυχείν
δυνηθώμεν.
Δίκην γαρ των εν τη γη καταβαλλομένων σπερμάτων, ουκ
απολλύμεθα διαλυόμενοι, αλλ ως σπειρόμενοι αναστησόμεθα,
καταργηθέντος του θανάτου κατά την του Σωτήρος χάριν. Δια
τούτο γούν και ο μακάριος Παύλος εγγυητής της αναστάσεως πάσι
γενόμενός φησι· "Δεί το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν, και το
θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν· όταν δε το θνητόν τούτο
ενδύσηται αθανασίαν, τότε γενήσεται ο λόγος ο γεγραμμένος·
κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος. Πού σου, θάνατε, το κέντρον;"
Δια τι ουν, αν τις είποι, είπερ αναγκαίον ην αντί πάντων αυτόν
παραδούναι το σώμα θανάτω, ουχ ως άνθρωπος ιδίως απέθετο
τούτο, αλλά και μέχρι του σταυρωθήναι παρήλθεν; Εντίμως γαρ
μάλλον αυτόν έπρεπεν αποθέσθαι το σώμα, ήπερ μεθ ύβρεως τον
τοιούτον θάνατον υπομείναι.
Θέα δη πάλιν ει μη η τοιαύτη αντίθεσίς εστιν ανθρωπίνη· το δε υπό του
Σωτήρος γενόμενον, θείον αληθώς και άξιον της αυτού θεότητος δια
πολλά· πρώτον μεν, ότι ο συμβαίνων τοις ανθρώποις θάνατος κατά
ασθένειαν της αυτών φύσεως αυτοίς παραγίνεται· ου δυνάμενοι γαρ
επί πολύ διαμένειν, τω χρόνω διαλύονται. Δια τούτο γαρ και νόσοι
τούτοις συμβαίνουσι, και εξασθενήσαντες αποθνήσκουσιν. Ο δε Κύριος
ουκ ασθενής, αλλά Θεού Δύναμις, και Θεού Λόγος εστί, και Αυτοζωή.
Ει μεν ουν ην ιδία που, και κατά την συνήθειαν των ανθρώπων
αποθέμενος το σώμα εν κλίνη, ενομίσθη αν και αυτός κατά την της
φύσεως ασθένειαν τούτο παθών, και μηδέν έχων πλέον των άλλων
ανθρώπων. Επειδή δε και Ζωή ην, και Θεού Λόγος, και έδει τον υπέρ
πάντων γενέσθαι θάνατον, δια τούτο ως μεν Ζωή και Δύναμις ων
συνίσχυεν εν αυτώ το σώμα·
ως δε οφείλοντος γενέσθαι του θανάτου, ουχ εαυτώ, αλλά παρ
ετέρων ελάμβανε την πρόφασιν του τελειώσαι την θυσίαν· επεί μηδέ
νοσείν έδει τον Κύριον, τον των άλλων τας νόσους θεραπεύοντα· αλλ
ουδέ εξασθενήσαι έδει πάλιν το σώμα, εν ω και τας των άλλων
ασθενείας ισχυροποιεί.
Δια τι ουν και τον θάνατον ώσπερ και το νοσείν ουκ εκώλυσεν; Ότι
δια τούτον έσχε το σώμα, και απρεπές ην κωλύσαι, ίνα μη και η
ανάστασις εμποδισθή· προηγήσασθαι μέντοι του θανάτου νόσον
απρεπές πάλιν ην, ίνα μη ασθένεια του εν τω σώματι νομισθή. Ουκ
επείνασεν ουν; Ναί επείνασε δια το ίδιον του σώματος, αλλ ου λιμώ
διεφθάρη, δια τον φορούντα αυτό Κύριον. Δια τούτο ει και απέθανε
δια το υπέρ πάντων λύτρον, αλλ ουκ είδε διαφθοράν. Ολόκληρον
γαρ ανέστη· επεί μηδέ άλλου τινός, αλλ αυτής της Ζωής ην το σώμα.
   

Αφού, λοιπόν, ο κοινός Σωτήρας όλων πέθανε για μας, τώρα πλέον οι πιστοί
στο Χριστό δεν πεθαίνουμε όπως παλιά σύμφωνα με την απειλή του νόμου·
δεν ισχύει πια αυτού του είδους η καταδίκη. Επειδή με τη χάρη της
αναστάσεως σταματά και εξαφανίζεται η φθορά της φύσεώς μας, στο εξής
διαλυόμαστε μόνο στο θνητό στοιχείο του σώματος μας· κι αυτό για λίγο καιρό,
όσο όρισε για τον καθέναν ο Θεός, ώστε να μπορέσουμε να πετύχουμε
"καλύτερη ανάσταση".
Διότι, όπως οι σπόροι που ρίχνουμε στο γη, έτσι κι εμείς δεν χανόμαστε όταν
διαλυόμαστε στο χώμα, αλλά θ’ αναστηθούμε (καρπίσουμε) σαν το σπόρο·
διότι, χάρη στο Σωτήρα, καταργήθηκε ο θάνατος. Γι’ αυτό, λοιπόν, και ο
τρισμακάριος απόστολος Παύλος εγγυάται σε όλους την ανάσταση και λέει:
«Πρέπει το φθαρτό σώμα να ντυθεί την αφθαρσία και η θνητότητα να
επενδυθεί την αθανασία· κι όταν το θνητό ντυθεί το αθάνατο σώμα,
τότε θα εκπληρωθεί ο λόγος της Αγίας Γραφής:
η ανάσταση κατάπιε το θάνατο. Πού χάθηκε, θάνατε, η δύναμή σου;».
Γιατί, λοιπόν, θα ρωτούσε κάποιος, εφόσον ήταν αναγκαίο Αυτός να
θανατωθεί για χάρη όλων, δεν πέθανε με φυσικό θάνατο, αλλά έφτασε μέχρι
το σταυρικό θάνατο; Διότι φαίνεται πιο σωστό Αυτός να είχε έναν αξιοπρεπή
θάνατο παρά να υποφέρει έναν τέτοιο ατιμωτικό (σταυρικό) θάνατο.
Πρόσεξε πάλι μήπως αυτή η ένσταση εκφράζει ανθρώπινη άποψη· ενώ αυτό
που έκαμε ο Σωτήρας, ήταν για πολλούς λόγους θείο επίτευγμα και αντάξιο
στη θεότητά του. Πρώτα βέβαια, διότι ο συνηθισμένος θάνατος έρχεται στους
ανθρώπους λόγω φυσικής αδυναμίας· δεν μπορούν να μείνουν για πολύ στη
ζωή και φθείρονται με το χρόνο. Γι’ αυτό το λόγο τους βρίσκουν αρρώστιες,
εξασθενούν και πεθαίνουν. Ο Κύριος όμως δεν είναι αδύναμος, αλλά η
Δύναμη του Θεού· είναι ο Λόγος του Θεού, η Αυτοζωή.
Εάν, λοιπόν, πέθαινε ιδιωτικά και συνηθισμένα όπως οι άνθρωποι σ’ ένα
κρεβάτι, θα θεωρούνταν ότι κι αυτός πέθανε έτσι από φυσική ασθένεια·
δεν θα διέφερε σε τίποτε από τους υπόλοιπους ανθρώπους.
Επειδή όμως ήταν η Ζωή και ο Λόγος του Θεού και έπρεπε να υποστεί το
θάνατο για χάρη όλων, γι’ αυτό, όντας η Ζωή και η Δύναμη, έδινε δύναμη
στο σώμα που είχε περιβληθεί.
Και επειδή έπρεπε να γευτεί το θάνατο, έπαιρνε την αφορμή να ολοκληρώσει
τη θυσία με θάνατο όχι από τον εαυτό του αλλά από τους άλλους. Διότι δεν
άρμοζε στον Κύριο, που θεράπευε τις αρρώστιες των άλλων, να ασθενεί· ούτε
έπρεπε να εξασθενήσει το σώμα του, με το οποίο δυνάμωνε τις αδυναμίες των
άλλων.
Γιατί, λοιπόν, δεν εμπόδισε το θάνατο αλλά ούτε και την ασθένεια; Διότι γι’
αυτό το σκοπό είχε το σώμα· δεν έπρεπε να εμποδίσει το θάνατο, για να μην
φέρει εμπόδιο και στην ανάσταση. Να προηγηθεί πάλι από το θάνατο ασθένεια,
κι αυτό δεν ήταν ορθό, για να μη νομίσουν ότι ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα
ασθένειας. Δεν πείνασε λοιπόν; Βέβαια πείνασε, λόγω του σώματος· αλλά δεν
πέθανε από πείνα, διότι έφερε το Θεό στο σώμα. Γι’ αυτό το λόγο, αν και
πέθανε για τη λύτρωση όλων, δεν γνώρισε φθορά το σώμα του. Ολόκληρο
αναστήθηκε· διότι δεν επρόκειτο για το σώμα κάποιου άλλου, παρά για το
σώμα που έφερε η ίδια η Ζωή.

22. Αλλ έδει, φήσειεν αν τις, κρυβήναι την επιβουλήν των Ιουδαίων,
ίνα καθόλου το εαυτού σώμα αθάνατον φυλάξη. Ακουέτω δη ο
τοιούτος, ότι και τούτο απρεπές ην τω Κυρίω· ως γαρ ουκ έπρεπε τω
του Θεού Λόγω, ζωή όντι, τω σώματι εαυτού θάνατον παρ εαυτού
διδόναι· ούτως ουχ ήρμοζεν ουδέ τον παρ ετέρων διδόμενον φεύγειν·
αλλά και μάλλον διώκειν αυτόν εις αναίρεσιν, όθεν εικότως ούτε εαυτώ
απέθετο το σώμα, ούτε πάλιν επιβουλεύοντας τους Ιουδαίους έφυγε.
Το δε τοιούτον ουκ ασθένειαν εδείκνυε του Λόγου, αλλά μάλλον και
Σωτήρα και Ζωήν αυτόν εγνώριζεν, ότι και τον θάνατον εις αναίρεσιν
περιέμενε, και τον διδόμενον θάνατον υπέρ της πάντων σωτηρίας
έσπευδε τελειώσαι.
Και άλλως δε, ου τον εαυτού θάνατον αλλά τον των ανθρώπων ήλθε
τελειώσαι ο Σωτήρ· όθεν ουκ ιδίω θανάτω, ουκ είχε γαρ Ζωή ων,
απετίθετο το σώμα, αλλά τον παρά των ανθρώπων εδέχετο, ίνα και
τούτον εν τω εαυτού σώματι προσελθόντα τέλεον εξαφανίση.
Έπειτα και εκ τούτων αν τις ευλόγως ίδοι το τοιούτον τέλος
εσχηκέναι το κυριακόν σώμα. Έμελε τω Κυρίω μάλιστα περί ης έμελλε
ποιείν αναστάσεως του σώματος· τούτο γαρ ην κατά του θανάτου
τρόπαιον ταύτην επιδείξασθαι πάσι, και πάντας πιστώσασθαι την
παρ αυτού γενομένην της φθοράς απάλειψιν, και λοιπόν την των
σωμάτων αφθαρσίαν, ης πάσιν ώσπερ ενέχυρον και γνώρισμα της επί
πάντας εσομένης αναστάσεως τετήρηκεν άφθαρτον το εαυτού σώμα.
Ει μεν ουν ην πάλιν νοσήσαν το σώμα, και επ όψει πάντων διαλυθείς
απ αυτού ο Λόγος, απρεπές μεν ην τον των άλλων τας νόσους
θεραπεύοντα παροράν το ίδιον όργανον εν νόσοις τηκόμενον. Πως
γαρ αν επιστεύθη τας άλλων απελάσας ασθενείας, ασθενούντος εν
αυτώ του ιδίου ναού; Ή γαρ ως ου δυνάμενος απελάσαι νόσον
εγελάσθη, ή δυνάμενος, και μη ποιών, αφιλάνθρωπος και προς τους
άλλους ενομίζετο.
   

Αλλά θα έπρεπε, θα έλεγε κανείς, να φυλαχτεί από την επιβουλή των Ιουδαίων,
για να διατηρήσει τελείως αθάνατο το σώμα του. Ν’ ακούσει κι αυτός που λέει
κάτι τέτοιο: και αυτό δεν αρμόζει στον Κύριο· όπως ακριβώς δεν έπρεπε στο
Λόγο του Θεού, που είναι η αυτοζωή, να προκαλέσει μόνος του το θάνατό του·
έτσι δεν έπρεπε ούτε ν’ αποφεύγει το θάνατο που του ετοίμασαν άλλοι· αλλά
καλύτερα να επιδιώκει να τον καταργήσει. Έτσι, δικαιολογημένα, ούτε μόνος
του πέθανε φυσιολογικά, ούτε πάλι κρύφτηκε από την επιβουλή των Ιουδαίων.
Κάτι τέτοιο δεν φανέρωνε αδυναμία του Λόγου· μάλλον τον αποδείκνυε ότι
είναι ο Σωτήρας και ο χορηγός της ζωής· διότι, ανέμενε το θάνατο για να τον
καταργήσει και έσπευδε να γευτεί το θάνατο που του πρόσφεραν για τη
σωτηρία όλων.
Εξάλλου, ο Σωτήρας δεν ήλθε με σκοπό να γευτεί το δικό του θάνατο, αλλά να
καταργήσει το θάνατο των ανθρώπων. Έτσι δεν πέθαινε ο ίδιος, διότι ήταν η
Ζωή (που δεν γνωρίζει θάνατο)· αλλά δεχόταν το θάνατο που του έδωσαν οι
άνθρωποι, για να τον εξαφανίσει κι αυτόν τελείως στο δικό του σώμα.
Έπειτα, μπορεί εύλογα κανείς να διαπιστώσει ότι το σώμα του Κυρίου
εκπλήρωσε την αποστολή του και από τα εξής: ενδιαφερόταν πολύ ο Κύριος
για την ανάσταση του σώματος που επρόκειτο να κάνει· διότι, αυτό ήταν το
τρόπαιο-τεκμήριο ενάντια στο θάνατο: να δείξει σ’ όλους την ανάσταση· να
διαπιστώσουν όλοι την εξάλειψη της φθοράς που αυτός έφερε και την
αφθαρσία των σωμάτων στο εξής. Και διατήρησε άφθαρτο το σώμα του για ν’
αποτελεί για όλους απόδειξη και χαρακτηριστικό της μέλλουσας αναστάσεως
όλων.
Εάν πάλι είχε ασθενήσει το σώμα του και είχε διαλυθεί ο Λόγος μπροστά στα
μάτια όλων, θα ήταν ανάρμοστο, ενώ θεραπεύει τις ασθένειες άλλων, να
παραμελεί το δικό του σώμα και να το διαλύουν οι ασθένειες. Πως θα
πίστευαν ότι θεραπεύει τις ασθένειες των άλλων, εφόσον ασθενεί το δικό του
σώμα; Διότι, ή θα εξευτελιζόταν ως ανίκανος να θεραπεύσει την ασθένειά του,
ή, ενώ μπορούσε και δεν το έκανε, θα αποδειχνόταν και απέναντι στους άλλους
ότι δεν έχει αγάπη.

23. Ει δε και χωρίς τινος νόσου και χωρίς τινος αλγηδόνος, ιδία που
και καθ εαυτόν εν γωνία, ή εν ερήμω τόπω, ή κατ οικίαν, ή όπου
δήποτε το σώμα κρύψας ην, και μετά ταύτα πάλιν εξαίφνης φανείς,
έλεγεν εαυτόν εκ νεκρών εγηγέρθαι· μύθους μεν αν έδοξε λέγειν παρά
πάσιν, ηπιστήθη δε πολλώ πλέον και περί της αναστάσεως λέγων,
ουκ όντος όλως του μαρτυρούντος περί του θανάτου αυτού. Της δε
αναστάσεως προηγείσθαι δεί θάνατον, επεί ουκ αν είη ανάστασις μη
προηγουμένου θανάτου· όθεν ει κρύφα που εγεγόνει του σώματος ο
θάνατος, ου φαινομένου του θανάτου, ουδέ επί μαρτύρων γενομένου,
αφανής ην και αμάρτυρος και η τούτου ανάστασις·
Ή δια τι την μεν ανάστασιν εκήρυττεν αναστάς, τον δε θάνατον
αφανώς εποίει γενέσθαι; Ή δια τι τους μεν δαίμονας επ όψει πάντων
απήλαυνε, τον τε εκ γενετής τυφλόν αναβλέπειν εποίει, και το ύδωρ εις
οίνον μετέβαλεν, ίνα δι αυτών πιστευθή Λόγος Θεού· το δε θνητόν ουκ
επ όψει πάντων άφθαρτον εδείκνυεν, ίνα πιστευθή αυτός ων η Ζωή;
Πως δε και οι τούτου μαθηταί παρρησίαν είχον περί του της
αναστάσεως λόγου, ουκ έχοντες ειπείν ότι πρώτον απέθανεν; Ή Πως
αν επιστεύθησαν λέγοντες γεγονέναι πρώτον θάνατον, είτα την
ανάστασιν, ει μη παρ οίς επαρρησιάζοντο, είχον τούτους μάρτυρας
του θανάτου; Ει γαρ και ούτως επ όψει πάντων γενομένων του τε
θανάτου και της αναστάσεως ουκ ηθέλησαν οι τότε Φαρισαίοι
πιστεύειν, αλλά και τους εωρακότας την ανάστασιν ηνάγκασαν
αρνήσασθαι ταύτην· πάντως ει κεκρυμμένως εγεγόνει ταύτα, πόσας
αν προφάσεις επενόουν απιστίας;
Πως δε άρα το του θανάτου τέλος εδείκνυτο, και η κατά τούτου νίκη,
ει μη επ όψει πάντων προσκαλεσάμενος αυτόν ήλεγξε νεκρόν,
κενωθέντα λοιπόν τη του σώματος αφθαρσία;
   

Εάν πάλι, χωρίς καμία ασθένεια και κανένα πόνο, τελείως μόνος κάπου σε μια
γωνία ή σ’ έναν έρημο τόπο, ή σε σπίτι ή οπουδήποτε αλλού έκρυβε
το σώμα του και μετά το εμφάνιζε ξαφνικά και έλεγε ότι αναστήθηκε
από τους νεκρούς· όλοι θα νόμιζαν ότι λέει παραμύθια. Και πολύ περισσότερο,
δεν θα τον πίστευαν αν μιλούσε για την ανάστασή του· διότι δεν θα υπήρχε
κανένας αυθεντικός μάρτυρας του θανάτου του. Καθώς πρέπει να προηγείται
ο θάνατος από την ανάσταση· επειδή, δεν μπορεί να υπάρξει ανάσταση, αν δεν
προηγείται ο θάνατος. Έτσι, λοιπόν, αν πέθανε στα κρυφά, χωρίς να έγινε
γνωστός ο θάνατός του και χωρίς να υπάρχουν μάρτυρες, τότε είναι επόμενο
και η ανάστασή του να είναι άγνωστη και χωρίς μάρτυρες.
Ή, για ποιό λόγο διακήρυττε την ανάστασή του, ενώ από την άλλη έκρυβε
το θάνατό του; Ή, για ποιό λόγο έδιωχνε τους δαίμονες μπροστά στα μάτια
όλων και έκανε τον εκ γενετής τυφλό να βλέπει, και το νερό το έκανε κρασί,
ώστε μέσω αυτών να πιστέψουν ότι είναι ο Λόγος του Θεού; Γιατί και το θνητό
σώμα του δεν το έδειχνε άφθαρτο μπροστά σε όλους, ώστε να πιστέψουν ότι
αυτός είναι η όντως Ζωή;
Και Πως οι μαθητές του θα είχαν το θάρρος να κηρύξουν για την ανάστασή
του, αν δεν έλεγαν πρώτα ότι πέθανε; Ή Πως θα τους πίστευαν, όταν θα έλεγαν
ότι πρώτα πέθανε και έπειτα αναστήθηκε, εάν αυτοί στους οποίους έκαναν
κήρυγμα με θάρρος, δεν ήταν και μάρτυρες του θανάτου (του Χριστού);
Διότι, εάν και ο θάνατος και η ανάστασή του έγινε φανερά μπροστά σ’ όλους,
κι όμως οι Φαρισαίοι δεν θέλησαν να πιστέψουν και μάλιστα εξανάγκασαν
και τους αυτόπτες μάρτυρες της αναστάσεως να την αρνηθούν· τότε, στην
περίπτωση που όλα αυτά γίνονταν στα κρυφά, πόσες προφάσεις για απιστία
δεν θα πρόβαλαν;
Και Πως άραγε θα εκπλήρωνε το χρέος του θανάτου και τη νίκη σε βάρος του,
εάν μπροστά σ’ όλους δεν προσκαλούσε το θάνατο και δεν τον απόδειχνε νεκρό
και καταργημένο, εξαιτίας της αφθαρσίας που είχε το σώμα του;

24. Τα δε και παρ ετέρων αν λεχθέντα, ταύτα προβαλείν ημάς
αναγκαίον ταις απολογίαις. Τάχα γαρ αν τις είποι και τούτο· Ει επ
όψει πάντων και εμμάρτυρον έδει γενέσθαι τον τούτου θάνατον, ίνα
και ο της αναστάσεως πιστευθή λόγος, έδει καν αυτόν εαυτώ ένδοξον
επινοήσαι θάνατον, ίνα μόνον την ατιμίαν του σταυρού φύγη.
Αλλ ει και τούτο ποιήσας ην, υπόνοιαν καθ εαυτού παρείχεν, ως ου
κατά παντός θανάτου δυνάμενος, αλλά μόνου του περί αυτού
επινοηθέντος· και ουδέν ήττον πάλιν ην η πρόφασις της περί της
αναστάσεως απιστίας. Όθεν ου παρ αυτού, αλλ εξ επιβουλής,
εγίνετο τω σώματι ο θάνατος, ίνα ον αυτοί προσαγάγωσι τω
Σωτήρι θάνατον τούτον αυτός εξαφανίση.
Και ώσπερ γενναίος παλαιστής, μέγας ων τη συνέσει και τη ανδρία,
ουκ αυτός εαυτώ τους αντιπάλους εκλέγεται, ίνα μη υπόνοιαν της
προς τινας δειλίας παράσχη· αλλά τη των θεωρούντων δίδωσιν
εξουσία, και μάλιστα καν εχθροί τυγχάνωσιν, ίνα προς ον εάν
συμβάλλωσιν αυτοί, τούτον αυτός καταρράξας, κρείττων των
πάντων πιστευθή·
ούτως και η των πάντων Ζωή ο Κύριος και Σωτήρ ημών ο Χριστός
ουχ εαυτώ θάνατον επενόει τω σώματι, ίνα μη ως έτερον δειλιών φανή·
αλλά τον παρ ετέρων, και μάλιστα τον παρά των εχθρών ον ενόμιζον
είναι δεινόν εκείνοι και άτιμον και φευκτόν, τούτον αυτός εν σταυρώ
δεχόμενος ηνείχετο· ίνα και τούτου καταλυθέντος, αυτός μεν ων η Ζωή
πιστευθή, του δε θανάτου το κράτος τέλεον καταργηθή.
Γέγονε γούν τι θαυμαστόν και παράδοξον· ον γαρ ενόμιζον άτιμον
επιφέρειν θάνατον, ούτος ην τρόπαιον κατ αυτού του θανάτου· διο
ουδέ τον Ιωάννου θάνατον υπέμεινε, διαιρουμένης της κεφαλής, ουδέ
ως Ησαΐας επρίσθη, ίνα και τω θανάτω αδιαίρετον και ολόκληρον το
σώμα φυλάξη, και μη πρόφασις τοις βουλομένοις διαιρείν την
Εκκλησίαν γένηται.
   

Όσα και άλλοι θα μπορούσαν να πουν, αυτά είναι ανάγκη να μην τα κρύψουμε,
για ν’ απολογηθούμε στις κατηγορίες. Ίσως κανείς θα έλεγε και το εξής: Εάν
ο θάνατός του έπρεπε να γίνει μπροστά στα μάτια όλων και ενώπιον μαρτύρων,
για να γίνει πιστευτό το κήρυγμα της αναστάσεως, έπρεπε τουλάχιστον να
επινοήσει για τον εαυτό του ένδοξο θάνατο και ν’ αποφύγει τον ατιμωτικό
σταυρικό θάνατο.
Αλλά, εάν έκανε κάτι τέτοιο, θα παρείχε την υποψία σε βάρος του, ότι δεν
είχε δυνατότητα να νικήσει κάθε είδους θάνατο, αλλά μόνον εκείνον που αυτός
θα επινοούσε· αυτό θα έδινε μεγαλύτερη αφορμή για ν’ απιστούν στην
ανάστασή του. Έτσι, λοιπόν, ο θάνατός του προήλθε όχι από τον εαυτό του,
αλλά τον επέβαλε η κακία των ανθρώπων· μ’ αυτόν τον τρόπο, το θάνατο στον
οποίο αυτοί οδήγησαν τον Σωτήρα, εκείνος τον νίκησε και κατάργησε.
Συνέβη όπως μ’ ένα γενναίο παλαιστή, που είναι πολύ συνετός και ανδρείος:
δεν επιλέγει αυτός τους αντιπάλους του, για να μη δώσει υποψία σε ορισμένους
ότι είναι δειλός· αλλά αφήνει την επιλογή στη γνώμη των θεατών.
Και μάλιστα, αν τύχει και είναι εχθρικοί σ’ αυτόν, τους επιτρέπει να επιλέξουν,
για να πειστούν ότι είναι ο πιο δυνατός, αφού θα συντρίψει όποιον αυτοί του
προτείνουν να συγκρουστεί.
Έτσι έκανε και ο Κύριός μας Χριστός Σωτήρας, η Ζωή όλων μας: δεν διάλεξε
το σωματικό θάνατο που του άρεσε, για να μη φανεί ότι δειλιάζει. Δέχτηκε να
να υποστεί πάνω στο σταυρό το θάνατο που του επέβαλαν οι άλλοι· και μάλιστα
εκείνον που οι εχθροί του θεωρούσαν φοβερό, ατιμωτικό και αποκρουστικό.
Έτσι ώστε, και εκείνον τον νίκησε και ο ίδιος έγινε πιστευτός ότι είναι η
Αυτοζωή· διότι κατάργησε τελειωτικά την εξουσία του θανάτου.
Συνέβη λοιπόν κάτι αξιοθαύμαστο και παράδοξο· ο θάνατος που του επέβαλαν
και τον θεωρούσαν ατιμωτικό, αυτός να γίνει το τρόπαιο της νίκης ενάντια στον
ίδιο το θάνατο. Γι’ αυτό, ούτε υπέστη το θάνατο του Ιωάννη με αποκεφαλισμό
ούτε πριονίστηκε σαν τον Ησαΐα· κι αυτό, για να διατηρήσει και στο θάνατο
ακέραιο και ολόκληρο το σώμα του· να μη δοθεί αφορμή στους κακόβουλους
να διαιρούν την Εκκλησία.

25. Και ταύτα μεν προς τους έξωθεν εαυτοίς λογισμούς επισωρεύοντας·
αν δε και των εξ ημών τις μη ως φιλόνεικος, αλλ ως φιλομαθής, ζητή
δια τι μη ετέρως αλλά σταυρόν υπέμεινεν, ακουέτω και ούτος ότι ουκ
άλλως ή ούτως ημίν συνέφερε· και τούτο δι ημάς καλώς υπέμεινεν ο
Κύριος.
Ει γαρ την καθ ημών γενομένην κατάραν ήλθεν αυτός βαστάσαι, Πως
αν άλλως εγένετο κατάρα ει μη τον επί κατάρα γενόμενον θάνατον
εδέξατο; έστι δε ούτος, ο σταυρός. Ούτω γαρ και γέγραπται·
"Επικατάρατος, ο κρεμάμενος επί ξύλου".
Έπειτα, ει ο θάνατος του Κυρίου λύτρον εστί πάντων, και τω θανάτω
τούτου το μεσότοιχον του φραγμού λύεται, και γίνεται των εθνών η
κλήσις, Πως αν ημάς προσεκαλέσατο, ει μη εσταύρωτο; εν μόνω γαρ
τω σταυρώ εκτεταμέναις χερσί τις αποθνήσκει. Διο και τούτο έπρεπεν
υπομείναι τον Κύριον, και τας χείρας εκτείναι, ίνα τη μεν τον παλαιόν
λαόν, τη δε τους από των εθνών ελκύση, και αμφοτέρους εν εαυτώ
συνάψη.
Τούτο γαρ και αυτός είρηκε, σημαίνων ποίω θανάτω έμελλε
λυτρούσθαι τους πάντας· "Όταν υψωθώ, πάντας ελκύσω προς
εμαυτόν."
Και πάλιν ει ο εχθρός του γένους ημών διάβολος, εκπεσών από του
ουρανού, περί τον αέρα τον ώδε κάτω πλανάται, κακεί των συν αυτώ
δαιμόνων ως ομοίων εν τη απειθεία εξουσιάζων, φαντασίας μεν δι
αυτών ενεργεί τοις απατωμένοις, επιχειρεί δε τοις ανερχομένοις
εμποδίζειν· και περί τούτου φησίν ο Απόστολος· "Κατά τον άρχοντα
της εξουσίας του αέρος, του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της
απειθείας", ήλθε δε ο Κύριος ίνα τον μεν διάβολον καταβάλη, τον δε
αέρα καθαρίση, και οδοποιήση ημίν την εις ουρανούς άνοδον, ως είπεν
ο Απόστολος, "δια του καταπετάσματος, τούτ έστιν της σαρκός
αυτού", τούτο δε έδει γενέσθαι δια του θανάτου· ποίω δ αν άλλω
θανάτω εγεγόνει ταύτα, ή τω εν αέρι γενομένω, φημί δη τω σταυρώ;
Μόνος γαρ εν τω αέρι τις αποθνήσκει, ο σταυρώ τελειούμενος. Διο και
εικότως τούτον υπέμεινεν ο Κύριος.
Ούτω γαρ υψωθείς, τον μεν αέρα εκαθάριζεν από τε της διαβολικής
και πάσης των δαιμόνων επιβουλής λέγων· "Εθεώρουν τον Σατανάν
ως αστραπήν πεσόντα", την εις ουρανούς άνοδον οδοποιών ενεκαίνιζε
λέγων πάλιν· "Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι
αιώνιοι." Ου γαρ αυτός ο Λόγος ην ο χρήζων ανοίξεως των πυλών,
πάντων Κύριος ων, ουδέ κεκλεισμένον ην τι των ποιημάτων τω
ποιητή, αλλ ημείς ήμεν οι χρήζοντες, ους ανέφερεν αυτός δια του ιδίου
σώματος αυτού. Ως γαρ υπέρ πάντων αυτό προσήνεγκε τω θανάτω,
ούτως δι αυτού πάλιν ωδοποίησε την εις ουρανούς άνοδον.
   

Αυτά λοιπόν αρκούν για τους μη χριστιανούς, που συνεχώς βρίσκουν αρνητικά
επιχειρήματα. Αν όμως κάποιος δικός μας, όχι από αμφισβήτηση αλλά από
φιλομάθεια, ζητεί να μάθει για ποιό λόγο υπέστη σταυρικό θάνατο και όχι
κάποιον άλλο, ας πληροφορηθεί κι αυτός ότι δεν συνέφερε σε μας κάτι τέτοιο·
καλώς σταυρώθηκε για χάρη μας ο Κύριος.
Διότι, αφού ήλθε να φορτωθεί ο ίδιος την κατάρα που μας επιβλήθηκε, Πως
αλλιώς θα γινόταν κατάρα παρά μόνον αν δεχόταν καταραμένο θάνατο; Και
αυτό είναι ο σταυρικός θάνατος. Διότι, έτσι λέει η Αγία Γραφή: «Καταραμένος
να είναι όποιος κρεμιέται στο ξύλο».
Έπειτα, εφόσον ο θάνατος του Κυρίου αποτελεί τη λύτρωση όλων, και με το
θάνατό του καταργείται η μεσοτοιχία που χώριζε (Θεό και ανθρώπους) και
προσκαλούνται οι ειδωλολάτρες, Πως θα μας καλούσε, αν δεν σταυρωνόταν;
Διότι μόνο πάνω στο σταυρό πεθαίνει κάποιος έχοντας απλωμένα τα χέρια. Γι’
αυτό έπρεπε να υπομείνει ο Κύριος το σταυρικό θάνατο και ν’ απλώσει τα
χέρια του, ώστε με το ένα να τραβήξει τον παλαιό λαό (Ιουδαίους) και με το
άλλο τους ειδωλολάτρες· να τους ενώσει και τους δύο με τον εαυτό του.
Και αυτό ο ίδιος το είπε, δηλώνοντας με τι είδους θάνατο επρόκειτο να τους
λυτρώσει όλους: «Όταν θα με σηκώσουν ψηλά (στο σταυρό), όλους θα τους
τραβήξω κοντά μου».
Και πάλι όμως ο εχθρός μας διάβολος, πέφτοντας από τον ουρανό, τριγυρνά
εδώ κάτω στον αέρα· εξουσιάζει τους δικούς του δαίμονες που είναι το ίδιο
μ’ αυτόν ανυπάκουοι (στο Θεό). Με αυτούς δημιουργεί στους πλανεμένους
φαντασιώσεις και προσπαθεί να εμποδίζει όσους επιχειρούν ν’ ανέβουν προς
το Θεό. Γι’ αυτό λέει ο Απόστολος: «Σύμφωνα με τον άρχοντα που εξουσιάζει
τον αέρα και ενεργεί ενάντια στα παιδιά που επαναστάτησαν στον Θεό-Πατέρα
τους». Ήλθε, λοιπόν, ο Κύριος να νικήσει το διάβολο, να καθαρίσει τον αέρα
και να ανοίξει το δρόμο για την άνοδο στον ουρανό, όπως το είπε ο Απόστολος:
«(το πέτυχε) με το καταπέτασμα, δηλαδή τη σάρκα του»· κι αυτό έπρεπε να
συμβεί με το θάνατό του. Ποιος άλλος θάνατος θα τα έκαμε αυτά παρά μόνον
αυτός που συμβαίνει στον αέρα, εννοώ το σταυρικό θάνατο; Διότι στον αέρα
πεθαίνει μόνον εκείνος που θυσιάζεται στο σταυρό. Δικαιολογημένα λοιπόν
τον υπέμεινε ο Κύριος.
Έτσι, λοιπόν, υψώθηκε στο σταυρό ο Κύριος και καθάρισε τον αέρα από τις
κακόβουλες παγίδες του διαβόλου και των δαιμόνων
λέγοντας: «Είδα το
Σατανά να πέφτει σαν αστραπή». Ετοίμασε και ανακαίνισε το δρόμο της
ανόδου στον ουρανό, όπως το λέει πάλι: «Οι άρχοντές σας ν’ ανοίξουν τις
πόρτες· ανοίξτε πύλες της αιωνιότητας». Διότι ο Λόγος δεν είχε ανάγκη να του
ανοίξουν τις πόρτες, αφού είναι ο Κύριος όλων· ούτε ήταν αποκλεισμένος ο
δημιουργός από κάποιο δημιούργημά του. Εμείς ήμασταν που είχαμε ανάγκη·
κι εμάς ανέβασε με το σώμα του στον ουρανό. Διότι, όπως το πρόσφερε με το
θάνατό του για χάρη όλων, έτσι πάλι μ’ αυτό ετοίμασε το δρόμο της ανόδου
στον ουρανό.

26. Πρέπων ουν άρα και αρμόζων ο εν τω σταυρώ γέγονε θάνατος
υπέρ ημών· και η αιτία τούτου εύλογος εφάνη κατά πάντα, και
δικαίους έχει τους λογισμούς, ότι μη άλλως, αλλά δια του σταυρού
έδει γενέσθαι την σωτηρίαν των πάντων.
Και γαρ ουδ ούτως αφανή εαυτόν ουδέ εν τω σταυρώ αφήκεν·
αλλά κατά περιττόν την μεν κτίσιν εποίει μαρτυρείν την του εαυτής
Δημιουργού παρουσίαν, τον δε εαυτού ναόν το σώμα ουκ επί πολύ
μένειν ανασχόμενος, αλλά μόνον δείξας νεκρόν τη του θανάτου προς
αυτό συμπλοκή, τριταίον ευθέως ανέστησε, τρόπαια και νίκας κατά
του θανάτου φέρων την εν τω σώματι γενομένην αφθαρσίαν και
απάθειαν.
Ηδύνατο μεν γαρ και παρ αυτά του θανάτου το σώμα διεγείραι και
πάλιν δείξαι ζων· αλλά και τούτο καλώς προϊδών ο Σωτήρ ου
πεποίηκεν. Είπε γαρ αν τις μηδόλως αυτό τεθνηκέναι, ή μηδέ τέλεον
αυτού τον θάνατον εψαυκέναι, ει παρ αυτά την ανάστασιν ην
επιδείξας. Τάχα δε και εν ίσω του διαστήματος όντος του τε θανάτου
και της αναστάσεως, άδηλον εγίνετο το περί της αφθαρσίας κλέος.
Όθεν, ίνα δειχθή νεκρόν το σώμα, και μίαν υπέμεινε μέσην ο Λόγος, και
τριταίον τούτο πάσιν έδειξεν άφθαρτον.Ένεκα μεν ουν του δειχθήναι
τον θάνατον εν τω σώματι, τριταίον ανέστησε τούτο.
Ίνα δε μη επί πολύ διαμείναν και φθαρέν τέλεον ύστερον αναστήσας
απιστηθή ως ουκ αυτό αλλ έτερον σώμα φέρων· έμελλε γαρ αν τις και
δια τον χρόνον απιστείν τω φαινομένω, και επιλανθάνεσθαι των
γενομένων· δια τούτο ου πλείω των τριών ημερών ηνέσχετο, ουδέ επί
πολύ τους ακούσαντας αυτού περί της αναστάσεως παρείλκυσεν·
αλλ έτι των ακοών αυτών έναυλον εχόντων τον λόγον, και έτι των
οφθαλμών αυτών εκδεχομένων, και της διανοίας αυτών ηρτημένης,
και ζώντων επί γης έτι και επί τόπων όντων των θανατωσάντων,
και μαρτύρων του θανάτου του κυριακού σώματος, αυτός ο του Θεού
Υιος εν τριταίω διαστήματι το γενόμενον νεκρόν σώμα έδειξεν
αθάνατον και άφθαρτον· και ανεδείχθη πάσιν, ότι ουκ ασθενεία φύσεως
του ενοικούντος Λόγου τέθνηκε το σώμα, αλλ επί τω τον θάνατον
εξαφανισθήναι εν αυτώ τη δυνάμει του Σωτήρος.
   

Επομένως, ο θάνατος ήταν σταυρικός, διότι έτσι ταίριαζε και συνέφερε σε
μας· η αιτιολογία του είναι εύλογη και δικαιολογημένη σε όλα·
διότι δεν έπρεπε να γίνει διαφορετικά, αλλά μόνο με το σταυρό να συντελεστεί
η σωτηρία όλων.
Διότι έτσι φανέρωσε τον εαυτό του πάνω στο σταυρό.
Και έκανε την κτίση να δίνει πολύ εντονότερα τη μαρτυρία της παρουσίας του
Δημιουργού της. Δεν άφησε το ναό του σώματός του να μείνει για πολύ στον
τάφο αλλά, αφού το έδειξε να πεθαίνει στη συμπλοκή του με το θάνατο,
ευθύς αμέσως το ανέστησε την τρίτη ημέρα· και έφερε ως τρόπαιο και
απόδειξη νίκης ενάντια στο θάνατο την αφθαρσία και απάθεια του σώματός
του.
Μπορούσε βέβαια αμέσως ν’ αναστήσει το σώμα του από το θάνατο και να
το δείξει ζωντανό· αλλά κι αυτό καλά το προείδε ο Σωτήρας και δεν το έκανε.
Διότι αν είχε αναστηθεί αμέσως, θα έλεγαν ότι το σώμα του καθόλου
δεν είχε πεθάνει
ή ότι δεν το άγγιξε σε τίποτε ο θάνατος.
Και ίσως, αν συνέβαιναν στον ίδιο χρόνο και ο θάνατος και η ανάστασή του,
δεν θα φανερωνόταν η δόξα της αφθαρσίας.
Γι’ αυτό, για να δειχθεί το σώμα νεκρό, ο Λόγος υπέμεινε και μία ενδιάμεση
ημέρα, και την τρίτη ημέρα το φανέρωσε σε όλους άφθαρτο. Για να δειχθεί
λοιπόν ότι το σώμα πέθανε, το ανάστησε μετά τρεις ημέρες.
Για να μην μείνει όμως πολλές ημέρες στον τάφο το σώμα και φθαρεί
ανεπανόρθωτα· και όταν αναστηθεί, θα δημιουργούσε αμφιβολίες ότι είναι
αυτό και όχι άλλο –διότι σίγουρα κάποιος λόγω του πολύ χρόνου θα απιστούσε
και θα λησμονούσε τα γεγονότα–· γι’ αυτό δεν άφησε η ανάσταση να ξεπεράσει
τις τρεις ημέρες· ούτε άργησε να εμφανιστεί σ’ αυτούς που είχαν ακούσει να
μιλάει για την ανάσταση.
Αλλά, ενώ ακόμη οι ακροατές του είχαν τα λόγια του στ’ αυτιά του· ενώ τον
"έβλεπαν" ακόμη μπροστά τους και η σκέψη τους ήταν προσκολλημένη σ’
αυτόν·ενώ ήταν ακόμη στη γη και στον τόπο του θανάτου του και είχαν
μπροστά τους τη μαρτυρία του θανάτου του σώματος του Κυρίου· ενώ λοιπόν
ζούσαν όλα αυτά, ο Υιος του Θεού μέσα σε τρεις ημέρες παρουσίασε το νεκρό
σώμα του αναστημένο, αθάνατο και άφθαρτο. Αποδείχτηκε έτσι σε όλους ότι
δεν πέθανε το σώμα του Λόγου από αδυναμία της ανθρώπινης φύσεώς του,
αλλά με τη δύναμη του Κυρίου να καταργήσει το θάνατο πάνω στο σώμα.

27. Του μεν γαρ καταλελύσθαι τον θάνατον, και νίκην κατ αυτού
γεγενήσθαι τον σταυρόν, και μηκέτι λοιπόν ισχύειν, αλλ είναι νεκρόν
αυτόν αληθώς, γνώρισμα ουκ ολίγον και πίστις εναργής, το παρά
πάντων των του Χριστού μαθητών αυτόν καταφρονείσθαι, και
πάντας επιβαίνειν κατ αυτού, και μηκέτι φοβείσθαι τούτον, αλλά τω
σημείω του σταυρού και τη εις Χριστόν πίστει καταπατείν αυτόν ως
νεκρόν.
Πάλαι μεν γαρ πριν την θείαν επιδημίαν γενέσθαι του Σωτήρος,
πάντες τους αποθνήσκοντας ως φθειρομένους εθρήνουν· άρτι δε του
Σωτήρος αναστήσαντος το σώμα, ουκέτι μεν ο θάνατός εστι φοβερός,
πάντες δε οι τω Χριστώ πιστεύοντες ως ουδέν αυτόν όντα πατούσι,
και μάλλον αποθνήσκειν αιρούνται ή αρνήσασθαι την εις Χριστόν
πίστιν. Ίσασι γαρ όντως ότι αποθνήσκοντες ουκ απόλλυνται,
αλλά ζώσι, και άφθαρτοι δια της αναστάσεως γίνονται.
Εκείνος δε ο πάλαι τω θανάτω πονηρώς εναλλόμενος διάβολος,
λυθεισών αυτού των ωδίνων, έμεινε μόνος αληθώς νεκρός· και τούτου
τεκμήριον, ότι πριν πιστεύσουσιν οι άνθρωποι τω Χριστώ, φοβερόν
τον θάνατον ορώσι και δειλιώσιν αυτόν. Επειδάν δε εις την εκείνου
πίστιν και διδασκαλίαν μετέλθωσι, τοσούτον καταφρονούσι του
θανάτου, ως και προθύμως επ αυτόν ορμάν και μάρτυρας γίνεσθαι
της κατ αυτού παρά του Σωτήρος γενομένης αναστάσεως.
Και γαρ έτι νήπιοι όντες την ηλικίαν σπεύδουσι αποθνήσκειν, και
μελετώσι κατ αυτού ταις ασκήσεσιν ου μόνον άνδρες, αλλά και
γυναίκες. Ούτως ασθενής γέγονεν, ως και γυναίκας τας απατηθείσας
το πριν παρ αυτού, νυν παίζειν αυτόν ως νεκρόν και παρειμένον.
Ως γαρ τυράννου καταπολεμηθέντος υπό γνησίου βασιλέως και
δεθέντος τους πόδας και τας χείρας, πάντες λοιπόν οι διαβαίνοντες
καταπαίζουσιν αυτού τύπτοντες και διασύροντες, ουκ έτι φοβούμενοι
την μανίαν αυτού και την αγριότητα, δια τον νικήσαντα βασιλέα·
ούτω και του θανάτου νικηθέντος και στηλιτευθέντος υπό του
Σωτήρος εν τω σταυρώ, και δεδεμένου τας χείρας και τους πόδας,
πάντες οι εν Χριστώ διαβαίνοντες αυτόν καταπατούσι,
και μαρτυρούντες τω Χριστώ χλευάζουσι τον θάνατον,
επικερτομούντες αυτώ και τα άνωθεν κατ αυτού γεγραμμένα
λέγοντες· "Πού σου, θάνατε, το νίκος; που σου, άδη, το κέντρον;"
   

Μεγάλο γνώρισμα και δυνατή απόδειξη ότι ο σταυρός κατάλυσε
και νίκησε το θάνατο και δεν έχει πλέον καμία
δύναμη αλλά είναι νεκρωμένος, αποτελεί το εξής:
όλοι οι μαθητές του Χριστού περιφρονούν το θάνατο·
όλοι βαδίζουν εναντίον του και δεν τον φοβούνται καθόλου· το αντίθετο,
με το σημείο του σταυρού και την πίστη του Χριστού τον παραθεωρούν
σαν νεκρό.
Διότι, τον παλιό καιρό, πριν τη θεία έλευση του Σωτήρα στη γη,
όλοι έκλαιγαν τους πεθαμένους σαν χαμένους για πάντα. Τώρα όμως, με την
ανάσταση του σώματος του Χριστού, δεν προκαλεί πλέον φόβο ο θάνατος·
όσοι πιστεύουν στο Χριστό, περιφρονούν το θάνατο σαν ένα τίποτε·
προτιμούν μάλιστα να πεθάνουν παρά ν’ αρνηθούν την πίστη στον Κύριο.
Διότι γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι πεθαίνοντας δεν χάνονται,
αλλά ζουν και διατηρούνται άφθαρτοι χάρη στην ανάσταση (του Χριστού).
Εκείνος πάλι ο διάβολος, που παλαιότερα επιτίθενταν πονηρά στους ανθρώπους
με όπλο το θάνατο, τώρα που διαλύθηκαν τα σπλάγχνα του, στ’ αλήθεια
νεκρώθηκε. Απόδειξη αυτού είναι ότι οι άνθρωποι, πριν πιστέψουν στο Χριστό,
θεωρούν το θάνατο φοβερό και δειλιάζουν. Όταν όμως πιστέψουν σ’ Εκείνον
και γίνουν μαθητές του, τόσο πολύ περιφρονούν το θάνατο
ώστε πρόθυμα τρέχουν να τον γευθούν και να γίνουν μάρτυρες
της νίκης της αναστάσεως που ο Σωτήρας έφερε πάνω σ’ αυτόν.
Διότι, ακόμη και μικρά νήπια στην ηλικία, σπεύδουν να πεθάνουν·
κατέρχονται στον αγώνα εναντίον του θανάτου όχι μόνον άνδρες αλλά και
γυναίκες. Τόσο πολύ εξασθένησε ο θάνατος ώστε ακόμη και οι γυναίκες, που
προηγουμένως τον φοβόταν, τώρα να τον κοροϊδεύουν ως νεκρό και παράλυτο.
Συνέβη όπως μ’ έναν τύραννο που τον πολέμησε και νίκησε ένας αληθινός
βασιλιάς· τον έδεσε χειροπόδαρα και όλοι οι περαστικοί στο εξής τον
εμπαίζουν χτυπώντας και διασύροντάς τον. Δεν φοβούνται πλέον την τρέλα
και την αγριότητά του, χάρη στο βασιλιά νικητή.
Έτσι παρόμοια και ο Σωτήρας πάνω στο σταυρό νίκησε και ρεζίλεψε
το θάνατο· του έδεσε τα χέρια και τα πόδια·
γι’ αυτό, όλοι οι χριστιανοί περνούν και τον διασύρουν·
οι μάρτυρες του Χριστού κοροϊδεύουν και περιπαίζουν το θάνατο·
Απευθύνουν
σ’ αυτόν τα λόγια που εξαρχής γράφει η Αγία Γραφή: «Πού χάθηκε,
θάνατε,η δύναμή σου; Πού βρίσκεται, άδη, το δηλητηριώδες κεντρί σου;».
Είναι, λοιπόν, αυτό μικρή απόδειξη της αδυναμίας του θανάτου;

28. Άρ ουν τούτο μικρός έλεγχός εστι της του θανάτου ασθενείας;
ή μικρά εστιν απόδειξις της κατ αυτού γενομένης νίκης παρά του
Σωτήρος, όταν οι εν Χριστώ παίδες και νέαι κόραι παρορώσι τον
ενταύθα βίον και αποθανείν μελετώσιν;
Έστι μεν γαρ κατά φύσιν ο άνθρωπος δειλιών τον θάνατον και την
του σώματος διάλυσιν· το δε παραδοξότατον τούτό εστιν, ότι την
του σταυρού πίστιν ενδυσάμενος καταφρονεί και των κατά φύσιν, και
τον θάνατον ου δειλιά δια τον Χριστόν.
Και ώσπερ του πυρός έχοντος κατά φύσιν το καίειν, ει λέγοι τις είναί τι
το μη δειλιών αυτού την καύσιν, αλλά και μάλλον ασθενές αυτό
δεικνύον, οίον δη λέγεται το παρά Ινδοίς αμίαντον· είτα ο τω
λεγομένω μη πιστεύων ει πείραν θελήσειε λαβείν του λεγομένου,
πάντως το άκαυστον ενδυσάμενος και προσβαλών πυρί, πιστούται
λοιπόν την κατά του πυρός ασθένειαν·
ή ως ει τις τον τύραννον δεδεμένον ιδείν θελήσειε, πάντως εις την του
νικήσαντος χώραν και αρχήν παρελθών, ορά τον άλλοις φοβερόν
ασθενή γενόμενον·
ούτως ει τις εστιν άπιστος, και ακμήν μετά τοσαύτα, και μετά τους
τοσούτους εν Χριστώ γενομένους μάρτυρας, μετά την καθ ημέραν
γινομένην κατά του θανάτου χλεύην παρά των εν Χριστώ
διαπρεπόντων· όμως ει έτι την διάνοιαν αμφίβολον έχει περί του
κατηργήσθαι τον θάνατον και τέλος εσχηκέναι, καλώς μεν ποιεί
θαυμάζων περί του τηλικούτου· πλήν μη σκληρός εις απιστίαν, μηδέ
αναιδής προς τα ούτως εναργή γινέσθω.
Αλλ ώσπερ ο το αμίαντον λαβών γινώσκει το άψαυστον του πυρός
προς αυτό, και ο τον τύραννον δεδεμένον θέλων οράν, εις την του
νικήσαντος αρχήν παρέρχεται· ούτως και ο απιστών περί της του
θανάτου νίκης λαμβανέτω την πίστιν του Χριστού, και εις την τούτου
διδασκαλίαν παρερχέσθω· και όψεται του θανάτου την ασθένειαν, και
την κατ αυτού νίκην· πολλοί γαρ πρότερον απιστούντες και
χλευάζοντες, ύστερον πιστεύσαντες, ούτως κατεφρόνησαν του
θανάτου, ως και μάρτυρας αυτούς γενέσθαι του Χριστού.
   

Ή αποτελεί ελάχιστο τεκμήριο της νίκης που έκανε ο Σωτήρας εναντίον του
το γεγονός ότι χριστιανοί νέοι και νέες περιφρονούν την επίγεια ζωή
και αποφασίζουν να πεθάνουν (μαρτυρήσουν);
Βέβαια, ο άνθρωπος από φυσικού του δειλιάζει μπροστά στο θάνατο και τη
διάλυση του σώματος· το πιο όμως αξιοθαύμαστο είναι το εξής: αυτός που
εγκολπώνεται την πίστη στο σταυρό (του Κυρίου), περιφρονεί τα παρόντα και
για χάρη του Χριστού δεν δειλιάζει μπροστά στο θάνατο.
Συμβαίνει όπως στη φύση της φωτιάς που έχει την ιδιότητα να καίει· θα έλεγε
κανείς ότι υπάρχει κάτι που όχι μόνο δεν φοβάται το κάψιμό της, αλλά το
αποδεικνύει και αδύναμο· τέτοιος είναι ο αμίαντος που έρχεται από την Ινδία.
Αν, βέβαια, κάποιος δεν πιστεύει σ’ αυτό που λέμε και θέλει να δοκιμάσει, δεν
έχει παρά να φορέσει αυτό που δεν καίει και να έλθει σε επαφή με τη φωτιά·
τότε θα διαπιστώσει την αδυναμία της.
Ή, για παράδειγμα, αν κάποιος θέλει να δει δεμένο τύραννο, οπωσδήποτε
πηγαίνει στη χώρα και το βασίλειο του νικητή και εκεί βλέπει αδύναμο αυτόν
που προκαλούσε φόβο στους άλλους.
Έτσι, αν κάποιος είναι άπιστος, ακόμη και μετά τόσα πολλά· ύστερα από
τόσους πολλούς μάρτυρες του Χριστού και μετά την καθημερινή χλευαστική
στάση απέναντι στο θάνατο που δείχνουν οι σπουδαίοι χριστιανοί (μάρτυρες)·
αν, παρ’ όλ’ αυτά, ακόμη αμφιβάλλει για την κατάργηση και το τέλος
της εξουσίας του θανάτου, ασφαλώς καλά κάνει και απορεί για ένα τόσο
μεγάλο γεγονός. Αλλά, ας μη φανεί αμετανόητα άπιστος και αδιάντροπος
μπροστά σε τόσο ξεκάθαρα γεγονότα.
Όπως εκείνος που δοκιμάζει τον αμίαντο και διαπιστώνει την αντοχή του στη
δύναμη της φωτιάς πάνω του· όπως, επίσης, εκείνος που θέλει να δει
φυλακισμένο τον τύραννο και πάει στη χώρα του νικητή· έτσι ακριβώς και
αυτός που δυσπιστεί στην ήττα του θανάτου, ας πιστέψει στο Χριστό και ας
διδαχθεί
τη διδασκαλία του. Τότε θα δει την αδυναμία του θανάτου και τη νίκη
που του κατάφερε (ο Χριστός). Διότι πολλοί, ενώ πρώτα απιστούσαν και
χλεύαζαν, ύστερα πίστεψαν· και τόσο περιφρόνησαν το θάνατο
ώστε αναδείχθηκαν και μάρτυρες του Χριστού.

29. Ει δε τω σημείω του σταυρού και τη πίστει τη εις Χριστόν
καταπατείται ο θάνατος, δήλον αν είη παρά αληθεία δικαζούση, μη
άλλον είναι αλλ ή αυτόν τον Χριστόν, τον κατά του θανάτου
τρόπαια και νίκας επιδειξάμενον, κακείνον εξασθενήσαι ποιήσαντα.
Και ει πρότερον μεν ίσχυεν ο θάνατος, και δια τούτο φοβερός ην, άρτι
δε μετά την επιδημίαν του Σωτήρος και τον του σώματος αυτού
θάνατον και την ανάστασιν καταφρονείται, φανερόν αν είη παρ
αυτού του επί τον σταυρόν αναβάντος Χριστού κατηργήσθαι και
νενικήσθαι τον θάνατον.
Ως γαρ εάν μετά νύκτα γένηται ήλιος, και πας ο περίγειος τόπος
καταλάμπηται υπ αυτού, πάντως ουκ έστιν αμφίβολον, ότι ο το φως
εφαπλώσας ήλιος πανταχού, αυτός εστιν ο και το σκότος απελάσας
και τα πάντα φωτίσας· ούτως του θανάτου καταφρονηθέντος και
καταπατηθέντος αφ ου γέγονεν η του Σωτήρος εν σώματι σωτήριος
επιφάνεια και το τέλος του σταυρού, πρόδηλον αν είη, ότι αυτός
εστιν ο Σωτήρ ο και εν σώματι φανείς, ο τον θάνατον καταργήσας,
και κατ αυτού τρόπαια καθ ημέραν εν τοις εαυτού μαθηταίς
επιδεικνύμενος.
Όταν γαρ ίδη τις ανθρώπους ασθενείς όντας τη φύσει, προπηδώντας
εις τον θάνατον, και μη καταπτήσσοντας αυτού την φθοράν, μηδέ τας
εν άδου καθόδους δειλιώντας, αλλά προθύμω ψυχή προκαλουμένους
αυτόν, και μη πτήσσοντας βασάνους, αλλά μάλλον της ενταύθα ζωής
προκρίνοντας δια τον Χριστόν την εις τον θάνατον ορμήν· ή και εάν
θεωρός τις γένηται ανδρών και θηλειών και παίδων νέων ορμώντων
και επιπηδώντων εις τον θάνατον δια την εις Χριστόν ευσέβειαν, τις
ούτως εστίν ευήθης ή τις ούτως εστίν άπιστος, τις δε ούτως την
διάνοιαν πεπήρωται, ως μη νοείν και λογίζεσθαι, ότι ο Χριστός, εις ον
μαρτυρούσιν οι άνθρωποι, αυτός την κατά του θανάτου νίκην εκάστω
παρέχει και δίδωσιν, εξασθενείν αυτόν ποιών εν εκάστω των αυτού
την πίστιν εχόντων και το σημείον του σταυρού φορούντων.
Και γαρ ο τον όφιν βλέπων καταπατούμενον, ειδώς αυτού μάλιστα
την προτέραν αγριότητα, ουκ αμφιβάλλει λοιπόν ότι νεκρός εστι και
τέλεον εξησθένησεν, εκτός ει μη την διάνοιαν απεστράφη, και ουδέ τας
του σώματος αισθήσεις υγιαινούσας έχει. Τις γαρ και λέοντα
παιζόμενον υπό παιδίων ορών, αγνοεί τούτον ή νεκρόν γενόμενον ή
πάσαν απολέσαντα την εαυτού δύναμιν;
Ώσπερ ουν ταύτα αληθή είναι τοις οφθαλμοίς έξεστιν οράν, ούτως
παιζομένου και καταφρονουμένου του θανάτου υπό των εις Χριστόν
πιστευόντων, μηκέτι μηδείς αμφιβαλλέτω, μηδέ γινέσθω τις άπιστος,
ότι υπό Χριστού κατήργηται ο θάνατος, και η τούτου φθορά
διαλέλυται και πέπαυται.
   

Εάν, λοιπόν, με το σημείο του σταυρού και την πίστη στο Χριστό
καταργείται ο θάνατος, είναι φανερό –μάρτυρας η αλήθεια– ότι
δεν είναι άλλος ο τροπαιούχος και νικητής του θανάτου παρά ο ίδιος
ο Χριστός, ο οποίος και τον εξαφάνισε.
Κι αν προηγουμένως είχε δύναμη ο θάνατος και προκαλούσε το φόβο, τώρα
όμως, μετά την ενανθρώπηση του Σωτήρα, το θάνατο και την ανάσταση
του σώματός του, αυτός περιφρονείται· είναι φανερό ότι ο Χριστός που
ανέβηκε στο σταυρό κατάργησε και νίκησε το θάνατο.
Όπως ακριβώς γίνεται με τον ήλιο που έρχεται μετά τη νύχτα και φωτίζει
όλη την επιφάνεια της γης· δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι ο ήλιος
που άπλωσε το φως του παντού, διάλυσε το σκοτάδι και φώτισε τα πάντα.
Έτσι, μετά τη σωματική σωτήρια επιφάνεια του Λυτρωτή και το σταυρικό του
θάνατο, περιφρονήθηκε και καταργήθηκε ο θάνατος· και μετά απ’ αυτά
είναι ξεκάθαρο ότι αυτός είναι ο Σωτήρας·
αυτός που εμφανίστηκε με σώμα, εξαφάνισε το θάνατο
και καθημερινά με τους μαθητές του στήνει τρόπαια νίκης
σε βάρος του (του θανάτου).
Διότι, όταν δει κάποιος τους αδύναμους στη φύση τους ανθρώπους να τρέχουν
προς το θάνατο και να μην τρέμουν τη φθορά που προκαλεί· όταν τους δει να
μη δειλιάζουν στην έξοδο για την άλλη ζωή αλλά πρόθυμα να προκαλούν το
θάνατο· όταν τους δει να μην υπολογίζουν τα βασανιστήρια αλλά να θεωρούν
για χάρη του Χριστού προτιμότερο το θάνατο από την επίγεια ζωή· ή όταν
κάποιος βλέπει άνδρες, γυναίκες και νέα παιδιά να ορμούν και να πηδούν
μέσα στο θάνατο από αγάπη και ευλάβεια για το Χριστό· ποιός είναι τόσο
ανόητος ή τόσο άπιστος ή τόσο λιγόμυαλος
ώστε να μη καταλαβαίνει και να εννοεί ότι ο Χριστός, για τον οποίο
θυσιάζονται οι άνθρωποι, αυτός δίνει στον καθένα την νίκη σε βάρος του
θανάτου; Ποιος δεν εννοεί ότι Αυτός κάνει το θάνατο να εξασθενεί μπροστά
σε κάθε πιστό και καθένα που φέρει το σημείο του σταυρού;
Διότι, αυτός που γνώριζε πριν την αγριότητα του φιδιού και το βλέπει τώρα
να λιώνει από τα χτυπήματα, δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι είναι νεκρό και
τελείως εξουδετερωμένο· εκτός πια αν σάλεψε ο νους του και δεν έχει υγιείς
τις αισθήσεις του σώματός του. Το ίδιο, ποιός είναι που βλέπει τα παιδιά να
παίζουν μ’ ένα λιοντάρι και δεν καταλαβαίνει ότι ή είναι νεκρό ή έχασε
όλη του τη δύναμη;
Όπως, λοιπόν, είναι δυνατόν να δούμε με τα μάτια ότι αυτά είναι αληθινά,
έτσι κι όταν οι πιστοί χριστιανοί εμπαίζουν και περιφρονούν το θάνατο,
κανείς πλέον να μην αμφιβάλλει καθόλου ή να μην πιστεύει
ότι ο Χριστός κατάργησε το θάνατο και σταμάτησε την επίδραση της
φθοράς του.

30. Του μεν ουν κατηργήσθαι τον θάνατον, και τρόπαιον είναι κατ
αυτού τον Κυριακόν σταυρόν, ου μικρός έλεγχος τα προειρημένα.
Της δε γενομένης λοιπόν αθανάτου αναστάσεως του σώματος παρά
του κοινού πάντων Σωτήρος και Ζωής όντως Χριστού, εναργεστέρα
των λόγων η δια των φαινομένων απόδειξίς εστι τοις τον οφθαλμόν
της διανοίας έχουσιν υγιαίνοντα.
Ει γαρ κατήργηται ο θάνατος, ως ο λόγος έδειξε, και δια τον Κύριον
πάντες αυτόν καταπατούσι, πολλώ πλέον αυτός αυτόν πρώτος
κατεπάτησε τω ιδίω σώματι και κατήργησεν αυτόν. Του δε θανάτου
νεκρωθέντος υπ αυτού, τι έδει γενέσθαι ή το σώμα αναστήναι, και
τούτο δειχθήναι κατ αυτού τρόπαιον; Ή Πως γαρ αν εφάνη
καταργηθείς ο θάνατος, ει μη το σώμα το κυριακόν ην αναστάν;
ει δε τω μη αυτάρκης η απόδειξις αύτη περί της αναστάσεως αυτού,
καν εκ των εν όψει γενομένων πιστούσθω το λεγόμενον. Ει γαρ δη
νεκρός τις γενόμενος ουδέν ενεργείν δύναται, αλλά μέχρι του μνήματός
εστιν αυτώ η χάρις, και πέπαυται λοιπόν, μόνων δε των ζώντων εισίν
αι πράξεις και αι προς τους ανθρώπους ενέργειαι, οράτω δη ο
βουλόμενος και γενέσθω δικαστής εκ των ορωμένων την αλήθειαν
ομολογών.
Τοσαύτα γαρ του Σωτήρος ενεργούντος εν ανθρώποις, και καθ
ημέραν πανταχόθεν από τε των την Ελλάδα και την βάρβαρον
οικούντων τοσούτον πλήθος αοράτως πείθοντος εις την εαυτού
πίστιν παρελθείν, και πάντας υπακούειν τη αυτού διδασκαλία· άρ έτι
τις την διάνοιαν αμφίβολον έξει ει γέγονεν ανάστασις υπό του
Σωτήρος, και ζη ο Χριστός, μάλλον δε αυτός εστιν η Ζωή;
Άρα δε νεκρού εστι τας μεν διανοίας των ανθρώπων κατανύττειν,
ώστε τους πατρικούς αρνείσθαι νόμους, την δε Χριστού διδασκαλίαν
προσκυνείν; ή Πως, είπερ ουκ έστιν ενεργών, νεκρού γαρ ίδιόν εστι
τούτο, αυτός τους ενεργούντας και ζώντας της ενεργείας παύει, ώστε
τον μεν μοιχόν μηκέτι μοιχεύειν, τον δε ανδροφόνον μηκέτι φονεύειν,
τον δε αδικούντα μηκέτι πλεονεκτείν, και τον ασεβή λοιπόν ευσεβείν;
Πως δε ει μη ανέστη, αλλά νεκρός εστι, τους λεγομένους υπό των
απίστων ζήν ψευδοθέους και θρησκευομένους δαίμονας αυτός
απελαύνει και διώκει και καταβάλλει;
Ένθα γαρ ονομάζεται Χριστός και η τούτου πίστις, εκείθεν πάσα μεν
ειδωλολατρία καθαιρείται, πάσα δε δαιμόνων απάτη ελέγχεται, πας
δε δαίμων ουδέ το όνομα υποφέρει· αλλά και μόνον ακούσας φυγάς
οίχεται. Τούτο δε ου νεκρού το έργον, αλλά ζώντος και μάλιστα Θεού.
Άλλως τε και γελοίον αν είη, τους μεν διωκομένους υπ αυτού
δαίμονας και τα καταργούμενα είδωλα λέγειν ζώντας είναι, τον δε
απελαύνοντα και τη εαυτού δυνάμει μηδέ φανήναι ποιούντα τούτους,
αλλά και ομολογούμενον υπό πάντων είναι Θεού Υιόν, τούτον λέγειν
είναι νεκρόν.
   

Όσα είπαμε προηγουμένως αποτελούν μεγάλη απόδειξη ότι ο θάνατος
καταργήθηκε και ο σταυρός του Κυρίου είναι το τρόπαιο της νίκης σε βάρος
του. Σε όσους έχουν υγιή τα μάτια του νου τους, η πιο φανερή απόδειξη για
την συντελεσθείσα ανάσταση του σώματος του από τον ίδιο τον Σωτήρα όλων
και χορηγό της ζωής Χριστό, είναι τα ίδια τα γεγονότα και όχι τα λόγια.
Διότι, αν καταργήθηκε ο θάνατος, όπως το είπαμε, και με τη δύναμη του
Κυρίου όλοι τον περιφρονούν, πολύ περισσότερο πρώτος που καταπάτησε και
κατάργησε το θάνατο με το ίδιο του το σώμα είναι Αυτός ο ίδιος. Και αφού
Αυτός νέκρωσε το θάνατο, τι έπρεπε να κάνει μετά παρά ν’ αναστήσει το σώμα
του και να το δείχνει ως τρόπαιο εναντίον του (του θανάτου); Ή, Πως θα
φαινόταν ότι έχει καταργηθεί ο θάνατος, εάν δεν είχε αναστηθεί το σώμα του
Κυρίου;
Αν όμως δεν είναι αρκετή για κάποιον αυτή η απόδειξη για την ανάσταση του
Κυρίου, ας πιστέψει απ’ αυτά που γίνονται μπροστά στα μάτια μας. Διότι, αν
κάποιος γίνει νεκρός, δεν μπορεί να κάνει τίποτε· μέχρι το μνήμα φτάνει η
ικανότητά του· πέραν αυτού παύει. Οι πράξεις και οι ενέργειες προς τους
ανθρώπους είναι ιδιότητες μόνο των ζωντανών. Αυτός που θέλει, λοιπόν, ας
προσέξει και ας κρίνει απ’ όσα βλέπει, για να ομολογήσει την αλήθεια.
Όταν, λοιπόν, ο Σωτήρας κάνει στους ανθρώπους τόσα μεγάλα θαύματα
και καθημερινά πείθει μυστικά να έλθουν στη δική του πίστη
τόσους πολλούς από παντού, από την Ελλάδα και τις βαρβαρικές χώρες·
και τους κάνει όλους να υπακούν στη διδασκαλία του. Επομένως,
ακόμη θ’ αμφιβάλλει κανείς εάν όντως αναστήθηκε ο Σωτήρας
και ζει ο Χριστός, ή καλύτερα ότι Αυτός είναι η Ζωή;
Μήπως αποτελεί χαρακτηριστικό του νεκρού να επηρεάζει το νου των
ανθρώπων, για ν’ αρνούνται τη θρησκεία των πατέρων τους και ν’ ασπάζονται
τη διδασκαλία του Χριστού; Ή, αν δεν ενεργεί, εφόσον είναι νεκρός, Πως
αυτός σταματά τις ενέργειες εκείνων που ζουν και ενεργούν; Πως ενεργεί
ώστε ο μοιχός να σταματά να μοιχεύει, ο φονιάς να μη φονεύει πλέον,
ο άδικος να μην είναι πλεονέκτης και ο ασεβής να γίνεται ευσεβής;
Εάν δεν αναστήθηκε αλλά εξακολουθεί να είναι νεκρός, Πως γίνεται να διώχνει
μακριά και να εξαφανίζει τους ψεύτικους θεούς και τους λατρευόμενους
δαίμονες, που οι άπιστοι λένε ότι ζουν;
Διότι, όπου προφέρεται το όνομα "Χριστός" και κηρύσσεται η πίστη του, από
κει απομακρύνεται κάθε μορφής ειδωλολατρία· φανερώνεται κάθε δαιμονική
απάτη. Ο διάβολος ούτε το όνομά του δεν αντέχει· και μόνο να τ’ ακούσει
φεύγει μακριά. Αυτά, λοιπόν, δεν είναι έργα ενός νεκρού, αλλά ενός ζωντανού,
και μάλιστα έργα του Θεού.
Εξάλλου, θ’ αποτελούσε γελοιότητα, οι δαίμονες που φυγαδεύονται και τα
είδωλα που καταργούνται, να λέμε ότι ζούν· και αντίθετα, να λέμε ότι είναι
νεκρός αυτός που τα διώχνει και με τη δύναμή του δεν τ’ αφήνει να
παρουσιάζονται· να λέμε ότι είναι νεκρός αυτός που όλοι ομολογούν ότι είναι
ο Υιος του Θεού.

31. Μέγαν δε και καθ εαυτών τον έλεγχον οι απιστούντες τη
αναστάσει προβάλλονται, ει τον Χριστόν τον λεγόμενον παρ αυτών
νεκρόν οι πάντες δαίμονες και οι προσκυνούμενοι παρ αυτών θεοί ου
διώκουσιν· αλλά μάλλον ο Χριστός τους πάντας ελέγχει νεκρούς. Ει
γαρ αληθές τον νεκρόν μηδέν ενεργείν, εργάζεται δε τοσαύτα καθ
ημέραν ο Σωτήρ, έλκων εις ευσέβειαν, πείθων εις αρετήν, διδάσκων
περί αθανασίας, εις πόθον των ουρανίων ανάγων, αποκαλύπτων την
περί Πατρός γνώσιν, την κατά του θανάτου δύναμιν εμπνέων, εκάστω
δεικνύων εαυτόν, και την ειδώλων αθεότητα καθαιρών·
τούτων δε ουδέν δύνανται οι παρά τοις απίστοις θεοί και δαίμονες,
αλλά μάλλον τη Χριστού παρουσία νεκροί γίνονται, αργήν έχοντες
και κενήν την φαντασίαν· τω δε σημείω του σταυρού πάσα μεν μαγεία
παύεται, πάσα δε φαρμακεία καταργείται, και πάντα μεν τα είδωλα
ερημούται και καταλιμπάνεται, πάσα δε άλογος ηδονή παύεται, και
πας τις από γης εις ουρανόν αναβλέπει· τίνα αν τις είποι νεκρόν; τον
τοσαύτα εργαζόμενον Χριστόν; αλλ ουκ ίδιον νεκρού το εργάζεσθαι·
ή τον μηδ όλως ενεργούντα, αλλ ως άψυχον κείμενον, όπερ ίδιον των
δαιμόνων και ειδώλων ως νεκρών υπάρχει;
Ο μεν γαρ του Θεού Υιος ζων και ενεργής ων καθ ημέραν εργάζεται,
και ενεργεί την πάντων σωτηρίαν. Ο δε θάνατος ελέγχεται καθ
ημέραν αυτός εξασθενήσας, και τα είδωλα και οι δαίμονες μάλλον
νεκροί τυγχάνοντες, ως εκ τούτου μηδένα διστάζειν έτι περί της του
σώματος αναστάσεως αυτού.
Έοικε δε ο περί της αναστάσεως του κυριακού σώματος απιστών
αγνοείν δύναμιν Θεού Λόγου και Σοφίας. Ει γαρ όλως έλαβεν εαυτώ
σώμα, και τούτο ιδιοποιήσατο κατά την εύλογον ακολουθίαν, ως ο
λόγος έδειξε, τι έδει τον Κύριον ποιείν περί τούτου; ή ποίον έδει τέλος
γενέσθαι του σώματος, άπαξ επιβάντος αυτώ του Λόγου;
Μη αποθανείν μεν γαρ ουκ ηδύνατο, άτε δη θνητόν ον, και υπέρ
πάντων προσφερόμενον εις τον θάνατον· ου χάριν και ο Σωτήρ αυτό
κατεσκεύασεν εαυτώ. Μείναι δε νεκρόν ουχ οίόν τε ην, δια το Ζωής
αυτό ναόν γεγενήσθαι. Όθεν απέθανε μεν ως θνητόν· ανέζησε δε δια
την εν αυτώ ζωήν, και της αναστάσεως εστί γνώρισμα τα έργα.
   

Όσοι απιστούν στην ανάσταση αντιμετωπίζουν έντονο έλεγχο· διότι
όλοι οι δαίμονες και οι θεοί τους οποίους προσκυνούν δεν μπορούν να
καταδιώξουν τον Χριστό, τον οποίο οι ίδιοι θεωρούν νεκρό. Το αντίθετο
μάλιστα· ο Χριστός περισσότερο φανερώνει ότι όλοι αυτοί είναι νεκροί. Διότι,
εάν είναι αλήθεια ότι ο νεκρός δεν μπορεί να κάνει τίποτε, και από την άλλη
ο Σωτήρας κάνει τόσα κάθε μέρα, όπως: ελκύει σε ευσέβεια, πείθει για αρετή,
διδάσκει την αθανασία, σπρώχνει σε πόθο των θείων, αποκαλύπτει τη γνώση
για τον Πατέρα, εμπνέει δύναμη ενάντια στο θάνατο, δείχνει στον καθένα
τον εαυτό του και γκρεμίζει την αθεΐα των ειδώλων.
Απ’ αυτά, κανένα δεν μπορούν να κάνουν οι θεοί και οι δαίμονες των απίστων·
αλλά μάλλον νεκρώνονται με την παρουσία του Χριστού, διότι η εμφάνισή
τους είναι χωρίς περιεχόμενο. Με το σημείο του σταυρού λύνεται κάθε μορφής
μαγεία· όποια μαγική πράξη καταργείται και όλα τα είδωλα μένουν έρημα και
εγκαταλειμένα· σταματά κάθε παράλογη ηδονή και ο καθένας στρέφει το
βλέμα από τη γη στον ουρανό. Ποιόν, λοιπόν, θα ονομάσει κάποιος νεκρό;
Μήπως το Χριστό, που κάνει τόσα έργα; Αλλά δεν είναι ίδιο του νεκρού να
εργάζεται. Ή θα πει νεκρό αυτόν που δεν κάνει τίποτε αλλά στέκεται σαν
άψυχος, κάτι χαρακτηρίζει τους δαίμονες και τα είδωλα ως νεκρά όντα;
Διότι, ο Υιος του Θεού είναι ζωντανός και καθημερινά ενεργεί και εργάζεται·
κατεργάζεται τη σωτηρία όλων. Ο θάνατος πάλι καθημερινά αποδείχνεται ότι
εξασθενεί· το ίδιο και τα είδωλα και οι δαίμονες δείχνονται ότι είναι νεκροί.
Σαν συμπέρασμα λοιπόν όλων αυτών, κανένας δεν αμφιβάλλει πλέον για την
ανάσταση του σώματός του.
Αυτός που δεν πιστεύει στην ανάσταση του σώματος του Κυρίου φαίνεται ότι
αγνοεί τη δύναμη του Λόγου και της Σοφίας του Θεού. Διότι, εφόσον έλαβε
σώμα και σαν φυσική συνέπεια το έκανε δικό του, όπως το αποδείξαμε με το
λόγο μας, τι έπρεπε να το κάνει ο Κύριος; Ή, ποιό έπρεπε να είναι το τέλος
του σώματος, στο οποίο ενοικούσε ο ίδιος ο Λόγος;
Δεν ήταν δυνατό να μην πεθάνει, επειδή ήταν θνητό και προσφερόταν για χάρη
όλων στο θάνατο· για το γεγονός αυτό ο Σωτήρας προσέλαβε το σώμα για
τον εαυτό του. Να παραμείνει πάλι νεκρό δεν ήταν δυνατό, γιατί είχε γίνει
κατοικητήριο της όντως Ζωής. Γι’ αυτό πέθανε σαν θνητό που ήταν· ξανάζησε
όμως γιατί είχε μέσα του τη ζωή· αυτά τα κατορθώματα αποδεικνύουν την
ανάσταση.

32. Ει δ ότι μη οράται, απιστείται και εγηγέρθαι, ώρα και το κατά
φύσιν αρνείσθαι τους απιστούντας. Θεού γαρ ίδιον μη οράσθαι μεν,
εκ δε των έργων γινώσκεσθαι, καθάπερ και επάνω λέλεκται.
Ει μεν ουν τα έργα μη εστι, καλώς τω μη φαινομένω απιστούσιν· ει δε
τα έργα βοά και δείκνυσιν εναργώς, δια τι εκόντες αρνούνται την της
αναστάσεως ούτως φανερώς ζωήν; Ει γαρ και την διάνοιαν
επηρώθησαν, αλλά καν ταις έξωθεν αισθήσεσιν οράν εστί την
αναντίρρητον του Χριστού δύναμιν και θεότητα.
Επεί και τυφλός εάν μη βλέπη τον ήλιον, αλλά καν της υπ αυτού
γενομένης θέρμης αντιλαμβανόμενος, οίδεν ότι ήλιος υπέρ γης εστίν.
Ούτως και οι αντιλέγοντες ει και μήπω πιστεύουσιν, ακμήν
τυφλώττοντες περί την αλήθειαν, αλλά καν ετέρων πιστευόντων
γινώσκοντες την δύναμιν, μη αρνείσθωσαν την του Χριστού θεότητα
και την υπ αυτού γενομένην ανάστασιν.
Δήλον γαρ ότι ει νεκρός εστιν ο Χριστός, ουκ αν τους δαίμονας εδίωκε,
και τα είδωλα εσκύλευε· νεκρώ γαρ ουκ αν υπήκουσαν οι δαίμονες.
Ει δε διώκονται φανερώς τη τούτου ονομασία, δήλον αν είη μη είναι
τούτον νεκρόν, μάλιστα ότι δαίμονες, και τα μη βλεπόμενα τοις
ανθρώποις ορώντες, ηδύναντο γινώσκειν ει νεκρός εστιν ο Χριστός,
και μηδόλως υπακούειν αυτώ.
Νυν δε ό μη πιστεύουσιν ασεβείς ορώσιν οι δαίμονες, ότι Θεός εστι, και
δια τούτο φεύγουσι και προσπίπτουσιν αυτώ, λέγοντες α και ότε ην εν
σώματι εφθέγξαντο· "Οίδαμέν σε τις ει· ο άγιος του Θεού"· και· "Έα,
τι σοι και ημίν, Υιε του Θεού; δέομαί σου, μη με βασανίσης."
Δαιμόνων τοίνυν ομολογούντων και των έργων οσημέραι
μαρτυρούντων, φανερόν αν είη, και μηδείς αναιδευέσθω προς την
αλήθειαν, ότι τε ανέστησε το εαυτού σώμα ο Σωτήρ, και ότι Θεού
Υιος εστιν αληθινός, εξ αυτού οία δη εκ Πατρός ίδιος Λόγος και Σοφία
και Δύναμις υπάρχων, ος χρόνοις ύστερον επί σωτηρία των πάντων
έλαβε σώμα, και την μεν οικουμένην περί Πατρός εδίδαξε, τον δε
θάνατον κατήργησε, πάσι δε την αφθαρσίαν εχαρίσατο δια της
επαγγελίας της αναστάσεως, απαρχήν ταύτης το ίδιον εγείρας σώμα,
και τρόπαιον αυτό κατά του θανάτου και της τούτου φθοράς
επιδειξάμενος τω σημείω του σταυρού.
   

Εάν όμως δεν πιστεύουν ότι αναστήθηκε, γιατί δεν τον βλέπουν, είναι ώρα οι
άπιστοι ν’αρνηθούν και τα φυσικά πράγματα. Διότι χαρακτηριστική ιδιότητα
του Θεού είναι να μην τον βλέπουν αλλά να τον γνωρίζουν από τα έργα του,
όπως παραπάνω το είπαμε.
Εάν λοιπόν δεν υπάρχουν έργα, καλά κάνουν και δεν πιστεύουν σ’ αυτόν που
δεν φαίνεται· εάν όμως τα έργα "κράζουν" και δείχνουν ολοφάνερα, γιατί
αρνούνται θεληματικά την τόσο φανερή ζωή της αναστάσεως; Ακόμη κι αν
έχει υποστεί βλάβη ο νους τους, μπορούν με τις εξωτερικές τους αισθήσεις να
βλέπουν την αναντίρρητη δύναμη και θεότητα του Χριστού.
Επειδή κι ένας τυφλός που δεν βλέπει τον ήλιο, αντιλαμβάνεται όμως τη
θερμότητα που εκπέμπει, και πιστεύει ότι υπάρχει ο ήλιος πάνω από τη γη.
Έτσι, και όσοι έχουν αντιρρήσεις –ακόμη κι αν δεν πιστεύουν και παραμένουν
τυφλοί μπροστά στην αλήθεια– αναγνωρίζοντας τη δύναμη
όσων πιστεύουν,ας μην αρνούνται τη θεότητα του Χριστού
και την ανάστασή του.
Διότι είναι ολοφάνερο: εάν ο Χριστός είναι νεκρός, δεν θα έδιωχνε τους
δαίμονες ούτε θα λαφυραγωγούσε τα είδωλα· διότι οι δαίμονες δεν θα άκουγαν
ένα νεκρό. Εφόσον όμως φεύγουν μακριά από την επίκληση του ονόματός του,
είναι βέβαιο ότι αυτός δεν είναι νεκρός· μάλιστα οι δαίμονες βλέπουν κι αυτά
που δεν βλέπουν οι άνθρωποι και μπορούν να γνωρίζουν αν είναι νεκρός ο
Χριστός, ώστε καθόλου να μην τον υπακούν.
Τώρα, όμως, αυτό που δεν πιστεύουν οι ασεβείς, οι δαίμονες το βλέπουν, ότι
δηλαδή υπάρχει Θεός· γι’ αυτό φεύγουν μακριά του και τον ικετεύουν λέγοντας
όσα του έλεγαν και στην επίγεια ζωή του: «Γνωρίζουμε ποιός είσαι· ο εκλεκτός
του Θεού»· και αλλού: «Εμπρός, τι θέλεις με μένα, Υιε του Θεού; Σε παρακαλώ,
μη με βασανίσεις».
Ενώ λοιπόν οι δαίμονες ομολογούν και τα έργα καθημερινά μαρτυρούν,
είναι φανερό –και κανείς ας μην είναι αναιδής απέναντι στην αλήθεια–,
ότι ο Σωτήρας ανάστησε το σώμα του· ότι είναι, επίσης, αληθινός Υιος
του Θεού· ότι προέρχεται από τον Πατέρα και είναι ο δικός του Λόγος,
Σοφία και Δύναμη. Αυτός στα κατοπινά χρόνια, για τη σωτηρία όλων,
προσέλαβε ανθρώπινο σώμα και δίδαξε σ’ όλο τον κόσμο για τον Πατέρα του·
κατάργησε το θάνατο και χάρισε σε όλους την αφθαρσία με την υπόσχεση
της αναστάσεως. Έκανε την αρχή της αναστάσεως με την έγερση του δικού του
σώματος. Και ανέδειξε το σώμα του με τα σημάδια του σταυρού (σταύρωση)
τρόπαιο νίκης ενάντια στο θάνατο και τη φθορά.

33. Τούτων δε ούτως εχόντων και φανεράς ούσης της αποδείξεως
περί της αναστάσεως του σώματος και της κατά του θανάτου
γενομένης υπό του Σωτήρος νίκης, φέρε, και την απιστίαν των
Ιουδαίων και την των Ελλήνων χλεύην διελέγξωμεν.
Επί τούτοις γαρ ίσως Ιουδαίοι μεν απιστούσιν, Έλληνες δε γελώσι,
το απρεπές του σταυρού και της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου
διασύροντες· αλλά κατ αμφοτέρων ο λόγος ουκ οκνήσει χωρήσαι,
μάλιστα κατ αυτών τας αποδείξεις εναργείς έχων.
Ιουδαίοι μεν απιστούντες έχουσιν αφ ων αναγινώσκουσι και αυτοί
γραφών τον έλεγχον· άνω και κάτω, και πάσης απλώς θεοπνεύστου
βίβλου περί τούτων βοώσης, ως και αυτά τα ρήματα πρόδηλα.
Προφήται μεν γαρ άνωθεν περί του κατά την παρθένον θαύματος
και της εξ αυτής γενομένης γεννήσεως προεμήνυον, λέγοντες· "Ιδού η
παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα
αυτού Εμμανουήλ, ό εστι μεθερμηνευόμενον, μεθ ημών ο Θεός."
Μωσής δε ο τω όντι μέγας, και παρ αυτοίς πιστευόμενος αληθής, περί
της ενανθρωπήσεως του Σωτήρος αντί μεγάλου το ρητόν δοκιμάσας
και αληθές επιγνούς έθηκε λέγων· "Ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ, και
άνθρωπος εξ Ισραήλ, και θραύσει τους αρχηγούς Μωάβ." Και πάλιν·
"Ως καλοί σου οι οίκοι, Ιακώβ, αι σκηναί σου, Ισραήλ, ωσεί νάπαι
σκιάζουσαι, και ωσεί παράδεισοι επί ποταμών, και ωσεί σκηναί ας
έπηξεν ο Κύριος, ωσεί κέδροι παρ ύδατα. Εξελεύσεται άνθρωπος εκ
του σπέρματος αυτού, και κυριεύσει εθνών πολλών." Και πάλιν
Ησαΐας· "Πρίν ή γνώναι το παιδίον καλείν πατέρα ή μητέρα, λήψεται
δύναμιν Δαμασκού και τα σκύλα Σαμαρείας έναντι βασιλέως
Ασσυρίων."
Ότι μεν ουν άνθρωπος φανήσεται, δια τούτων προκαταγγέλλεται.
Ότι δε Κύριος πάντων εστίν ο ερχόμενος, πάλιν προμηνύουσι
λέγοντες· "Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης, και ήξει εις
Αίγυπτον, και σεισθήσεται τα χειροποίητα Αιγύπτου." Και γαρ
κακείθεν αυτόν ο Πατήρ ανακαλεί λέγων· "Εξ Αιγύπτου εκάλεσα
τον υιόν μου."
   

Εφόσον, λοιπόν, αυτά έχουν έτσι και είναι ολοφάνερη η απόδειξη για την
σωματική ανάσταση του Σωτήρα και τη νίκη που έκανε σε βάρος
του θανάτου, εμπρός, ας εξετάσουμε ελεγκτικά την απιστία των
Ιουδαίων και τους χλευασμούς των ειδωλολατρών.
Διότι, σχετικά μ’ αυτά, οι Ιουδαίοι δείχνουν απιστία ενώ οι ειδωλολάτρες
κοροϊδεύουν· εμπαίζουν το ατιμωτικό γεγονός της σταυρώσεως και της
ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Ο λόγος μας όμως δεν θα διστάσει να
ελέγξει και τις δύο απόψεις, καθώς έχει σε βάρος τους ξεκάθαρες αποδείξεις.
Η απιστία των Ιουδαίων καταδικάζεται από την Αγία Γραφή, την οποία και
αυτοί μελετούν. Διότι παντού και όλη γενικά η θεόπνευστη Βίβλος γι’ αυτά
τα γεγονότα βροντοφωνάζει· τα λόγια της είναι ξεκάθαρα.
Οι Προφήτες πρώτα, από την παλαιά εποχή, προανήγγειλαν για το θαύμα της
παρθενίας και της γεννήσεως (της Θεοτόκου), λέγοντας: «Να, η παρθένος
θα συλλάβει και θα γενήσει υιό, και θα του δώσουν το όνομα
Εμμανουήλ, που σημαίνει, ο Θεός είναι μαζί μας».
Ο Μωϋσής πάλι, ο όντως πολύ μεγάλος και αξιόπιστος για τους Ιουδαίους,
θεώρησε ότι είναι σπουδαίο αυτό που ειπώθηκε για την ενανθρώπηση του
Σωτήρα και το συμπεριέλαβε στο βιβλίο του, λέγοντας: «Θ’ ανατείλει άστρο
από τη γενιά του Ιακώβ και άνθρωπος από τον Ισραήλ, ο οποίος θα συντρίψει
τους αρχηγούς των Μωαβιτών». Και πάλι λέει :«Πόσο ωραίες είναι οι κατοικίες
σου, Ιακώβ, οι σκηνές σου, Ισραήλ! Είναι απλωμένες σαν κοιλάδες και σαν
παράδεισοι σε όχθες ποταμού· σαν σκηνές που έστησε ο Κύριος, σαν κέδροι
κοντά στα νερά. Από τη γενιά του θα προέλθει άνθρωπος που θα κυριαρχήσει
σε πολλά έθνη». Και πάλι λέει ο Ησαΐας: «Προτού το παιδί μάθει να λέει
πατέρα ή μητέρα, θ’ αποκτήσει την εξουσία στη Δαμασκό και τα λάφυρα της
Σαμάρειας μπροστά στο βασιλιά των Ασσυρίων».
Απ’ αυτά, λοιπόν, προαναγγέλλεται ότι θα γίνει άνθρωπος. Και πάλι
προμηνύουν ότι αυτός που έρχεται είναι ο Κύριος όλων· λένε:
«Να, ο Κύριος είναι πάνω σ’ ένα γρήγορο σύννεφο και θα έλθει στην
Αίγυπτο, όπου με σεισμό θα γκρεμιστούν τα χειροποίητα είδωλά της». Και
από κει πάλι ο Πατέρας τον καλεί πίσω, λέγοντας: «Από την Αίγυπτο κάλεσα
πίσω τον υιό μου».

34. Ου σεσιώπηται δε ουδέ ο τούτου θάνατος· αλλά και λίαν
τηλαυγώς εν ταις θείαις σημαίνεται γραφαίς. Και γαρ και την αιτίαν
του θανάτου, ότι μη δι εαυτόν, αλλ υπέρ της πάντων αθανασίας και
σωτηρίας υπομένει, και την Ιουδαίων επιβουλήν, και τας εις αυτόν
γινομένας παρ αυτών ύβρεις, ουκ εφοβήθησαν ειπείν, προς το μηδένα
αυτών των γινομένων ανήκοον είναι και πλανηθήναι.
Φασί τοίνυν· "Άνθρωπος εν πληγή ων, και ειδώς φέρειν μαλακίαν,
ότι απέστραπται το πρόσωπον αυτού· ητιμάσθη και ουκ ελογίσθη.
Αυτός τας αμαρτίας ημών φέρει, και περί ημών οδυνάται· και ημείς
ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω, και εν πληγή, και εν κακώσει. Αυτός
δε ετραυματίσθη δια τας αμαρτίας ημών, και μεμαλάκισται δια τας
ανομίας ημών· παιδεία ειρήνης ημών επ αυτόν, τω μώλωπι αυτού
ημείς ιάθημεν."
Θαύμαζε την του Λόγου φιλανθρωπίαν, ότι δι ημάς ατιμάζεται, ίνα
ημείς έντιμοι γενώμεθα. "Πάντες γαρ, φησίν, ως πρόβατα επλανήθημεν·
άνθρωπος τη οδώ αυτού επλανήθη· και Κύριος παρέδωκεν αυτόν ταις
αμαρτίαις ημών· και αυτός δια το κεκακώσθαι ουκ ανοίγει το στόμα.
Ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη, και ως αμνός εναντίον του κείροντος
αυτόν άφωνος, ούτως ουκ ανοίγει το στόμα αυτού· εν τη ταπεινώσει
αυτού η κρίσις αυτού ήρθη."
Είτα, ίνα μη τις αυτόν κοινόν άνθρωπον εκ του πάθους υπολάβοι,
προλαμβάνει τας υπονοίας των ανθρώπων, και την υπέρ αυτού
δύναμιν, και το προς ημάς ανόμοιον της φύσεως διηγείται η γραφή
λέγουσα· "Τήν δε γενεάν αυτού τις διηγήσεται; Ότι αίρεται από της
γης η ζωή αυτού. Από των ανομιών του λαού ήχθη εις θάνατον.
Και δώσω τους πονηρούς αντί της ταφής αυτού, και τους πλουσίους
αντί του θανάτου αυτού· ότι ανομίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη
δόλος εν τω στόματι αυτού. Και Κύριος βούλεται καθαρίσαι αυτόν
από της πληγής".
   

Επίσης, δεν αποσιωπάται ο θάνατός του· αντίθετα, τον περιγράφει
η Αγία Γραφή πολύ καθαρά. Δεν φοβήθηκε να πει ούτε την αιτία του θανάτου
του, ότι δηλαδή δεν υπομένει φυσιολογικό θάνατο, αλλά πεθαίνει για την
αθανασία και σωτηρία όλων των ανθρώπων· δεν κρύβει επίσης (η Αγία Γραφή)
την επιβουλή των Ιουδαίων και τις ύβρεις που εκτόξευσαν εναντίον του. Έτσι,
κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν τα άκουσε και να οδηγηθεί στην πλάνη.
Λέει, λοιπόν, σχετικά η Αγία Γραφή: «Άνθρωπος πονεμένος, δόκιμος
ασθένειας
και περιφρονημένος· καταφρονήθηκε και θεωρήθηκε ένα τίποτα. Παρ’ όλ’
αυτά, αυτός βάσταξε τις αμαρτίες μας και επιφορτίστηκε τις θλίψεις
μας·
ενώ εμείς τον θεωρήσαμε τραυματισμένο από το Θεό, πληγωμένο και
μωλωπισμένο. Αυτός όμως για τις παραβάσεις μας τραυματίστηκε και
ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίες μας· η τιμωρία, που έφερε την ειρήνη μας με το
Θεό, έγινε πάνω του· θεραπευθήκαμε με τις δικές του πληγές».
Θαύμαζε τη φιλανθρωπία του Θεού· για μας ατιμάζεται, για ν’ αποδειχθούμε
εμείς έντιμοι. Διότι, λέει: «Όλοι οι άνθρωποι πλανηθήκαμε σαν τα πρόβατα και
ξεφύγαμε από το δρόμο μας· ο Θεός όμως παρέδωσε αυτόν (τον Υιό του) για
τις αμαρτίες μας. Και αυτός από τα βασανιστήρια δεν άνοιγε το στόμα του.
Οδηγήθηκε στη σφαγή σαν πρόβατο, και σαν αρνί άφωνο μπροστά σ’ εκείνον
που το κουρεύει· έτσι κι αυτός δεν άνοιξε το στόμα του· με την ταπείνωσή του
αρπάχτηκε από τη γενιά του».
Έπειτα, για να μην τον θεωρήσει κανείς κοινό θνητό, λόγω του πάθους του,
προλαβαίνει η Αγία Γραφή τις υποψίες των ανθρώπων και μας διηγείται
τη δύναμή του και την ανομοιότητα της φύσεώς του με μας:
«Ποιος θα διηγηθεί τη γενιά του; Η ζωή του αποκόπηκε από τη γη.
Εξαιτίας των ανομιών του λαού οδηγήθηκε στο θάνατο.
Ο τάφος του δόθηκε μαζί με τους κακούργους και ο θάνατός του ορίστηκε
με τους πλούσιους. Διότι δεν διέπραξε ανομία, ούτε το στόμα του εκστόμισε
δόλο. Ο Θεός θέλησε να τον καθαρίσει με το πάθος και τις πληγές του».

35. Αλλ ίσως περί μεν της του θανάτου προφητείας ακούσας, ζητείς
και τα περί του σταυρού σημαινόμενα μαθείν. Ουδέ γαρ ουδέ τούτο
σεσιώπηται· δεδήλωται δε και λίαν τηλαυγώς από των αγίων.
Μωϋσής γαρ πρώτος μεγάλη τη φωνή προαπαγγέλλει λέγων·
"Όψεσθε την ζωήν υμών κρεμαμένην απέναντι των οφθαλμών υμών,
και ου μη πιστεύσητε."
Και οι μετ αυτόν δε προφήται πάλιν περί τούτου μαρτυρούσι
λέγοντες· "Εγώ δε ως αρνίον άκακον αγόμενον του θύεσθαι, ουκ
έγνων· επ εμέ ελογίσαντο πονηρόν λέγοντες· δεύτε, και εμβάλωμεν
ξύλον εις τον άρτον αυτού, και εκτρίψωμεν αυτόν από γης ζώντων."
Και πάλιν· "Ώρυξαν χείράς μου και πόδας μου· εξηρίθμησαν πάντα
τα οστά μου, διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς, και επί τον
ιματισμόν μου έβαλον κλήρον."
Θάνατος δε μετέωρος, και εν ξύλω γινόμενος, ουκ άλλος αν είη, ει μη ο
σταυρός· και εν ουδενί πάλιν θανάτω διορύσσονται χείρες και πόδες, ει
μη εν μόνω τω σταυρώ.
Επειδή δε τη του Σωτήρος επιδημία και πάντα τα έθνη πανταχόθεν
επιγινώσκειν τον Θεόν ήρξαντο, ουδέ τούτο απαρασήμαντον
κατέλειψαν· αλλ έστι και περί τούτων μνήμη εν τοις αγίοις γράμμασιν.
"Έσται γαρ, φησίν, η ρίζα του Ιεσσαί, και ο ανιστάμενος άρχειν εθνών,
επ αυτώ έθνη ελπιούσι." Ταύτα μεν ολίγα προς απόδειξιν των
γενομένων.
Πάσα δε γραφή πεπλήρωται διελέγχουσα την Ιουδαίων απιστίαν.
Τις γαρ πώποτε των εν ταις θείαις γραφαίς ιστορηθέντων δικαίων,
και αγίων προφητών, και πατριαρχών, εκ παρθένου μόνης έσχε την
του σώματος γένεσιν; ή τις γυνή χωρίς ανδρός αυτάρκης γέγονε προς
σύστασιν ανθρώπων; ουκ Άβελ μεν εξ Αδάμ γέγονεν, Ενώχ δε εκ του
Ιάρεδ, Νώε εκ Λαμέχ, και Αβραάμ μεν εκ Θάρρα, Ισαάκ δε εξ Αβραάμ,
και Ιακώβ εξ Ισαάκ; ουχί Ιούδας εξ Ιακώβ, και Μωϋσής και Ααρών
εξ Αμεράμ; ου Σαμουήλ του Ελκανά γέγονεν, ου Δαβίδ του Ιεσσαί,
ου Σολομών του Δαβίδ, ουκ Εζεκίας του Άχαζ, ουκ Ιωσίας του
Αμώς, ουχ Ησαΐας του Αμώς, ουχ Ιερεμίας του Χελκίου, ουκ
Ιεζεκιήλ του Βουζί; ουχ έκαστος έσχε τον πατέρα της γενέσεως
αρχηγόν; τις ουν ο εκ παρθένου μόνης γεγονώς; ότι και λίαν εμέλησε
τω προφήτη περί της τούτου σημασίας.
Τίνος δε της γενέσεως προέδραμεν αστήρ εν ουρανοίς, και τον
γεννηθέντα εσήμανε τη οικουμένη; Μωϋσής μεν γαρ γεννώμενος
εκρύπτετο υπό των γονέων· Δαβίδ δε ουδέ τοις εκ γειτόνων ηκούσθη,
όπουγε ουδέ ο μέγας Σαμουήλ αυτόν εγίνωσκεν, αλλ επυνθάνετο,
ει έστιν έτι υιος τω Ιεσσαί· Αβραάμ δε λοιπόν γεγονώς μέγας εγνώσθη
τοις εγγύς. Της δε του Χριστού γενέσεως μάρτυς ουκ άνθρωπος, αλλ
αστήρ φαινόμενος ην εν ουρανώ, όθεν και κατέβαινεν.
   

Ίσως όμως, αφού άκουσες για τις προφητείες σχετικά με το θάνατό του, να
να ζητείς να μάθεις και όσα λέγονται για το σταυρό. Διότι, ούτε κι αυτό το
γεγονός μένει στη σιωπή. Το έχουν δηλώσει οι προφήτες, και μάλιστα πολύ
καθαρά.
Πρώτος ο Μωϋσής το προαναγγέλλει με δυνατή φωνή λέγοντας:
«Θα δείτε αυτόν που είναι η ζωή σας να είναι κρεμασμένος μπροστά στα μάτια
σας, και δεν θα το πιστέψετε».
Και οι μετέπειτα προφήτες πάλι γι’ αυτόν (το σταυρό) δίνουν μαρτυρία,
λέγοντας: «Εγώ ήμουν σαν άκακο αρνί που το οδηγούν στη σφαγή και δεν το
γνώριζα·σκέφτηκαν σε βάρος μου άσχημα και είπαν: εμπρός, ας καταστρέψουμε
το δέντρο μαζί με τον καρπό του, και ας τον εξαφανίσουμε από τους ζωντανούς».
Και αλλού λέει: «Τρύπησαν τα χέρια και τα πόδια μου· μπορούν να μετρήσουν
όλα τα κόκαλά μου· μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα μου και στο πανωφόρι
μου έριξαν κλήρο».
Και δεν υπάρχει άλλος θάνατος στον αέρα και πάνω σε ξύλο παρά μόνον ο
σταυρικός. Και σε κανέναν άλλο θάνατο επίσης δεν τρυπιούνται χέρια και
πόδια παρά μόνον στο σταυρικό.
Και το ότι με την ενανθρώπηση του Χριστού άρχισαν όλα τα έθνη από παντού
να γνωρίζουν τον αληθινό Θεό, κι αυτό οι προφήτες δεν το άφησαν χωρίς να το
πουν· το μνημονεύει η Αγία Γραφή· λέει συγκεκριμμένα: «Αυτός θα είναι η
ρίζα του Ιεσσαί και η σημαία που θα εξουσιάζει τα έθνη· σ’ αυτόν θα
προστρέξουν όλα τα έθνη». Αυτά τα λίγα αρκούν, για ν’ αποδείξουν τα
γεγονότα.
Κάθε προφητεία της Αγίας Γραφής έχει εκπληρωθεί και ελέγχει την απιστία
των Ιουδαίων. Διότι, ποιός ποτέ από τους δικαίους, προφήτες και πατριάρχες,
που διηγείται η Αγία Γραφή, γεννήθηκε σωματικά μόνον από μία παρθένο;
Ή, ποιά γυναίκα, χωρίς άνδρα, κατάφερε μόνη της να φέρει στη ζωή (γεννήσει)
ανθρώπους; Δεν γεννήθηκε ο Άβελ από τον Αδάμ, ο Ενώχ από τον Ιάρεδ,
ο Νώε από τον Λάμεχ, ο Αβραάμ από τον Θάρρα, ο Ισαάκ από τον Αβραάμ και
ο Ιακώβ από τον Ισαάκ; Δεν γεννήθηκε ο Ιούδας από τον Ιακώβ, ο Μωϋσής και
ο Ααρών από τον Αμεράμ; Δεν είναι ο Σαμουήλ του Ελκανά, ο Δαβίδ του
Ιεσσαί, ο Σολομών του Δαβίδ, ο Εζεκίας του Άχαζ, ο Ιωσίας του Αμώς,
ο Ησαΐας του Αμώς, ο Ιερεμίας του Χελκία, ο Ιεζεκιήλ του Βουζί;
Δεν έχει ο καθένας αίτιο της γεννήσεώς του τον πατέρα του;
Ποιος, λοιπόν, γεννήθηκε μόνον από παρθένο κόρη; Διότι πολύ ενδιαφέρθηκε
ο προφήτης να τονίσει τη σημασία αυτού του γεγονότος.
Σε τίνος γέννηση πάλι φάνηκε προηγουμένως να τρέχει στον ουρανό αστέρι,
και ν’ αναγγέλλει σ’ όλη την οικουμένη αυτόν που γεννήθηκε; Τον Μωϋσή π.χ.,
όταν γεννιόταν, οι γονείς του τον έκρυβαν. Τον Δαβίδ δεν τον άκουσαν ούτε οι
γείτονες, ούτε ακόμη ο μεγάλος προφήτης Σαμουήλ· ρωτούσε μάλιστα να μάθει,
αν έχει άλλο παιδί ο Ιεσσαί. Ο Αβραάμ πάλι, μόνον όταν μεγάλωσε, έγινε
γνωστός στους γείτονές του. Για τη γέννηση όμως του Χριστού δεν έχουμε για
μάρτυρα άνθρωπο, αλλά αστέρι που έλαμψε στον ουρανό· από κει που εκείνος
κατέβηκε στη γη.

36. Τις δε πώποτε των γενομένων βασιλέων "πριν ισχύσαι καλείν
πατέρα ή μητέρα" εβασίλευσε και τρόπαια κατά των εχθρών είληφεν;
ου Δαβίδ τριακονταετής εβασίλευσε, και Σαλομών νέος γεγονώς
εβασίλευσεν; Ουκ Ιωάς ετών επτά γενόμενος επί την βασιλείαν
παρήλθε, και ο έτι κατωτέρω Ιωσίας περί έτη γεγονώς επτά της
αρχής αντελάβετο; Αλλά και όμως ούτοι ταύτην άγοντες την ηλικίαν,
ίσχυον καλείν πατέρα ή μητέρα.
Τις ουν άρα εστίν ο σχεδόν πριν γενέσεως βασιλεύων, και σκυλεύων
τους εχθρούς; Τις δε τοιούτος γέγονε βασιλεύς εν τω Ισραήλ, και εν
τω Ιούδα, λεγέτωσαν οι Ιουδαίοι διερευνήσαντες, εφ ον τα έθνη
πάντα την ελπίδα τέθεινται και ειρήνην έσχε;
Και ου μάλλον ηναντιούντο πανταχόθεν αυτοίς; Έως γαρ συνειστήκει
η Ιερουσαλήμ, πόλεμος ην άσπονδος αυτοίς, και εμάχοντο πάντες
προς τον Ισραήλ, Ασσύριοι μεν θλίβοντες, Αιγύπτιοι δε διώκοντες,
Βαβυλώνιοι δε επιβαίνοντες· και το γε θαυμαστόν, ότι και Σύρους τους
εκ γειτόνων αντιπολεμούντας είχον αυτοίς.
Ή ουχί Δαβίδ τους εν Μωάβ επολέμει, και τους Σύρους εξέκοπτεν,
Ιωσίας τους πλησίον εφυλάττετο, και Εζεκίας εδειλία την αλαζονείαν
του Σεναχηρείμ, και Μωϋσεί ο Αμαλήκ εστρατεύετο, και οι Αμορραίοι
ηναντιούντο Ιησού τω του Ναυή, οι την Ιεριχώ κατοικούντες
αντιπαρετάσσοντο; Και όλως άσπονδα ην τοις έθνεσι προς τον
Ισραήλ τα της φιλίας; Τις ουν εστίν εις ον τα έθνη την ελπίδα τίθεται,
άξιον ιδείν· είναι γαρ δεί, επεί και τον προφήτην αδύνατον ψεύσασθαι.
Τίνος δε των αγίων προφητών ή των άνωθεν πατριαρχών ο θάνατος
εν σταυρώ γέγονεν υπέρ της πάντων σωτηρίας; Ή τις ετραυματίσθη
και ανηρέθη υπέρ της πάντων υγείας; Τις δε των δικαίων ή των
βασιλέων κατήλθεν εις Αίγυπτον, και τη τούτου καθόδω τα των
Αιγυπτίων είδωλα πέπαυται; Αβραάμ μεν γαρ κατήλθε, και πάλιν η
ειδωλολατρία κατά πάντων. Μωϋσής εκεί γεγέννηται, και ουδέν
ήττον ην εκεί η των πεπλανημένων θρησκεία.
   

Ποιος πάλι απ’ όσους έγιναν βασιλείς, προτού «μπορέσει να πει το όνομα του
πατέρα ή της μητέρας του», βασίλεψε και πέτυχε νίκες εναντίον των εχθρών;
Ο Δαβίδ δεν βασίλεψε όταν έγινε τριάντα χρονών; Και ο Σολομών νέος δεν
έγινε βασιλιάς; Και ο Ιωάς δεν ανέβηκε στο βασιλικό θρόνο σε ηλικία επτά
ετών; Και ο μετέπειτα Ιωσίας δεν ανέλαβε τη βασιλεία σε ηλικία επτά ετών;
Κι αυτοί όμως, παρόλο που βρίσκονταν σε τόσο μικρή ηλικία, μπορούσαν να
προφέρουν το όνομα του πατέρα ή της μητέρας τους.
Ποιος, λοιπόν, είναι άραγε αυτός που προτού γεννηθεί είναι βασιλιάς και
εξολοθρεύει τους εχθρούς; Ας μας πουν οι Ιουδαίοι ιστορικοί: ποιός βασιλιάς
στο βασίλειο του Ισραήλ και του Ιούδα υπήρξε τέτοιος, στον οποίο να ελπίζουν
όλα τα έθνη και έκαμε την ειρήνη;
Και από παντού δεν επιτίθενταν εναντίον τους; Από τότε που κτίσθηκε
η Ιερουσαλήμ είχαν αδιάκοπο πόλεμο και πολεμούσαν όλοι εναντίον του
Ισραήλ: οι Ασσύριοι τους πίεζαν, οι Αιγύπτιοι τους καταδίωκαν και οι
Βαβυλώνιοι τους κατακτούσαν· και το πιο παράξενο, ακόμη και οι γείτονές
τους, οι Σύριοι, πολεμούσαν εναντίον τους.
Ή μήπως δεν πολεμούσε ο Δαβίδ τους Μωαβίτες και δεν εξολόθρευε τους
Σύριους; Ο Ιωσίας δεν πρόσεχε από τους γείτονές του και ο Εζεκίας δεν
φοβόταν τη φιλοδοξία του Σεναχηρείμ; Οι Αμαληκίτες δεν πολεμούσαν τον
Μωϋσή και οι Αμορραίοι, όπως και οι κάτοικοι της Ιεριχώ, δεν
αντιπαρατάσσονταν στον Ιησού του Ναυή; Και γενικά δεν ήταν τελείως
εχθρικά τα έθνη προς τον Ισραήλ; Αξίζει, λοιπόν, να δούμε ποιός είναι αυτός
στον οποίο ελπίζουν τα έθνη· διότι πρέπει να υπάρχει, αφού ο προφήτης είναι
αδύνατον να λέει ψέμματα.
Ποιος από τους άγιους προφήτες η τους αρχαίους πατριάρχες πέθανε πάνω στο
σταυρό, για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι; Ή ποιός πληγώθηκε και σκοτώθηκε,
για να έχουν όλοι την υγεία τους; Ποιος από τους δίκαιους ή τους βασιλείς
κατέβηκε στην Αίγυπτο, και με την κάθοδό του συνέβηκε να γκρεμιστούν τα
είδωλα των Αιγυπτίων; Κατέβηκε ο Αβραάμ στην Αίγυπτο, αλλά πάλι η
ειδωλολατρία ήταν κυρίαρχη. Ο Μωϋσής εκεί γεννήθηκε, αλλά καθόλου δεν
μειώθηκε η θρησκεία της πλάνης.

37. Τις δε των εν τη γραφή μαρτυρουμένων διωρύχθη τας χείρας και
τους πόδας, ή όλως επί ξύλου κεκρέμασται, και σταυρώ τετελείωται
υπέρ της πάντων σωτηρίας; Αβραάμ μεν γαρ επί κλίνης εκλείπων
απέθανεν· Ισαάκ δε και Ιακώβ και αυτοί εξάραντες τους πόδας επί
κλίνης απέθανον. Μωϋσής και Ααρών εν τω όρει, Δαβίδ εν τω οίκω
τετελεύτηκεν, ουδεμίαν επιβουλήν υπό των λαών παθών. Ει δε και
εζητήθη υπό του Σαούλ, αλλά αβλαβής εσώζετο. Ησαΐας επρίσθη μεν,
αλλ ουκ επί ξύλου κεκρέμασται· Ιερεμίας υβρίσθη, αλλ ου κατακριθείς
απέθανεν· Ιεζεκιήλ έπασχεν, αλλ ουχ υπέρ του λαού, αλλά τα εσόμενα
κατά του λαού σημαίνων.
Έπειτα ούτοι, και πάσχοντες, άνθρωποι ήσαν, οποίοι και πάντες
κατά την της φύσεως ομοιότητα· ο δε σημαινόμενος εκ των γραφών
υπέρ πάντων πάσχειν, ουκ απλώς άνθρωπος, αλλά ζωή πάντων
λέγεται, καν όμοιος κατά την φύσιν τοις ανθρώποις. "Όψεσθε γαρ,
φησί, την ζωήν υμών κρεμαμένην απέναντι των οφθαλμών υμών", και·
"Τήν γενεάν αυτού τις διηγήσεται;"
Πάντων μεν γαρ των αγίων την γενεάν τις δύναται μαθών άνωθεν
διηγήσασθαι τις και πόθεν έκαστος γέγονε· του δε τυγχάνοντος ζωής
αδιήγητον την γενεάν οι θείοι σημαίνουσι λόγοι. Τις ουν εστι, περί ου
ταύτα λέγουσιν αι θείαι γραφαί; ή τις τηλικούτος, ως και τους
προφήτας περί αυτού τοσαύτα προκαταγγέλλειν;
Αλλά γαρ ουδείς άλλος εν ταις γραφαίς ευρίσκεται, πλήν του κοινού
πάντων Σωτήρος του Θεού Λόγου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ούτος γαρ εστιν ο εκ παρθένου προελθών και άνθρωπος επί γης
φανείς και αδιήγητον έχων την κατά σάρκα γενεάν. Ου γαρ εστιν ος
δύναται τον κατά σάρκα πατέρα τούτου λέγειν, ουκ όντος του
σώματος αυτού εξ ανδρός αλλ εκ παρθένου μόνης.
Ώσπερ ουν του Δαβίδ και Μωϋσέως και πάντων των πατριαρχών
τους πατέρας τις γενεαλογείν δύναται, ούτως ουδείς δύναται την
κατά σάρκα γενεάν του Σωτήρος εξ ανδρός διηγήσασθαι. Ούτός εστιν
ο και τον αστέρα σημαίνειν την του σώματος γένεσιν ποιήσας. Έδει
γαρ απ ουρανού κατερχόμενον τον Λόγον, εξ ουρανού και την
σημασίαν έχειν· και έδει τον της κτίσεως βασιλέα προερχόμενον,
εμφανώς υπό πάσης της οικουμένης γινώσκεσθαι.
Αμέλει εν Ιουδαία εγεννάτο, και οι από Περσίδος ήρχοντο
προσκυνήσαι αυτώ. Ούτός εστιν ο και πριν της σωματικής επιφανείας
λαβών την κατά των αντικειμένων δαιμόνων νίκην, και κατά της
ειδωλολατρίας τρόπαια.
Πάντες γούν πανταχόθεν οι από των εθνών, εξομνύμενοι την πάτριον
συνήθειαν και την ειδώλων αθεότητα, προς τον Χριστόν λοιπόν την
ελπίδα τίθενται, και αυτώ καταγράφουσιν εαυτούς, ως και τοις
οφθαλμοίς έξεστιν ιδείν το τοιούτον. Ουδέ γαρ άλλοτε η των
Αιγυπτίων αθεότης πέπαυται, ει μη ότε ο Κύριος του παντός, ως επί
νεφέλης εποχούμενος, τω σώματι κατήλθεν εκεί, και την των ειδώλων
κατήργησε πλάνην, πάντας δε εις εαυτόν και δι εαυτού προς τον
Πατέρα μετήνεγκεν.
Ούτός εστιν ο σταυρωθείς επί μάρτυρι τω ηλίω και τη κτίσει και τοις
αυτώ τον θάνατον προσαγαγούσι· και τω τούτου θανάτω η σωτηρία
πάσι γέγονε, και η κτίσις πάσα λελύτρωται. Ούτός εστιν η πάντων
ζωή, και ο ως πρόβατον υπέρ της πάντων σωτηρίας αντίψυχον το
εαυτού σώμα εις θάνατον παραδούς, καν Ιουδαίοι μη πιστεύωσιν.
   

Απ’ όσους μας διηγείται η Αγία Γραφή, ποιού του τρύπησαν τα χέρια και τα
πόδια; Ή γενικά ποιόν κρέμασαν στο ξύλο και πέθανε πάνω στο σταυρό για
τη σωτηρία όλων; Διότι ο Αβραάμ στο τέλος της ζωής του πέθανε στο κρεβάτι·
ο Ισαάκ και ο Ιακώβ κι αυτοί άπλωσαν τα πόδια τους στο κρεβάτι και πέθαναν.
Ο Μωϋσής και ο Ααρών πέθαναν στο όρος, ο Δαβίδ στο σπίτι του, χωρίς να
υποστεί καμιά επιβουλή από το λαό. Αν και τον καταδίωξε ο Σαούλ,
σώθηκε όμως χωρίς να πάθει τίποτε. Ο Ησαΐας πάλι πριονίστηκε, αλλά δεν
κρεμάστηκε στο ξύλο. Τον Ιερεμία τον έβρισαν, αλλά δεν πέθανε
καταδικασμένος. Ο Ιεζεκιήλ υπέφερε πάθη, όχι όμως για χάρη του λαού, αλλά
για να επισημάνει ποιά δεινά θα συμβούν στο μέλλον στο λαό.
Έπειτα αυτοί, αν και έπασχαν, ήταν άνθρωποι, όμοιοι στη φύση με όλους.
Αυτός όμως, για τον οποίο προφητεύουν οι Γραφές ότι θα θυσιαστεί για χάρη
όλων, δεν ήταν απλός άνθρωπος, αλλά η ζωή όλων, αν και στη φύση είναι
όμοιος με τους ανθρώπους. Διότι λέει η Γραφή: «Θα δείτε αυτόν που είναι η
ζωή σας να είναι κρεμασμένος μπροστά στα μάτια σας»· και αλλού λέει:
«Ποιος θα διηγηθεί για τη γενιά του;».
Διότι, την καταγωγή όλων των αγίων, αφού την πληροφορηθεί κάποιος, μπορεί
να την πει, ποιός είναι ο καθένας και από που κατάγεται· αυτός όμως που είναι
η ζωή,η καταγωγή του είναι ανεκδιήγητη, όπως λέει η Αγία Γραφή. Ποιος είναι,
λοιπόν, αυτός για τον οποίο λέει αυτά η Αγία Γραφή; Ή ποιός είναι τόσο
σπουδαίος, ώστε και οι προφήτες να προαναγγέλλουν τόσα πολλά γι’ αυτόν;
Διότι, κανένας άλλος δεν βρίσκεται τόσο μεγάλος μέσα στην Αγία Γραφή,
εκτός από τον κοινό Σωτήρα όλων, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, το Λόγο του
Θεού. Διότι αυτός είναι που γεννήθηκε από παρθένο κόρη και ενανθρώπησε
και έχει άγνωστη την ανθρώπινη ρίζα της γενιάς του. Δεν υπάρχει κανείς που
να μπορεί να ονομάσει τον σαρκικό πατέρα του, διότι το σώμα του δεν
προήλθε από άνδρα αλλά μόνον από παρθένο κόρη.
Όπως λοιπόν μπορεί ν’ αναζητήσει κάποιος το γενεαλογικό δέντρο του Δαβίδ,
του Μωϋσή και όλων των πατριαρχών, έτσι δεν μπορεί ν’ απαριθμήσει την
ανθρώπινη ρίζα του Σωτήρα από την πλευρά του πατέρα. Αυτός είναι που
δημιούργησε το αστέρι, για να δηλώσει τη σωματική του γέννηση. Διότι
έπρεπε, αφού από τον ουρανό κατέβηκε ο Λόγος, και από τον ουρανό να δοθεί
το μήνυμα της γεννήσεώς του. Και έπρεπε, εφόσον ο ερχόμενος ήταν ο
βασιλιάς της κτίσεως, να τον γνωρίζει ξεκάθαρα όλη η οικουμένη.
Αν και γεννήθηκε στην Ιουδαία, έρχονταν να τον προσκυνήσουν
οι Πέρσες. Αυτός είναι που και πριν από την ενανθρώπησή του
πήρε τη νίκη ενάντια στους αντίπαλους δαίμονες και τα τρόπαια ενάντια
στην ειδωλολατρία.
Όλοι, λοιπόν, οι ειδωλολάτρες απ’ όλα τα έθνη απαρνήθηκαν τις
πατροπαράδοτες συνήθειές τους και την αθεΐα των ειδώλων· εναποθέτουν
λοιπόν την ελπίδα τους στο Χριστό και γίνονται στρατιώτες του, πράγμα που
είναι δυνατόν να το δούμε με τα μάτια μας. Διότι ποτέ άλλοτε δεν είχε παύσει
η αθεΐα των Αιγυπτίων, παρά μόνον όταν ο Παντοκράτωρ Κύριος κατέβηκε
εκεί σωματικά, σαν να ήταν πάνω σε σύννεφο· κατάργησε εκεί την πλάνη
των ειδώλων και όλους τους τράβηξε κοντά του και τους οδήγησε στη
συνέχεια προς τον Πατέρα του.
Αυτός είναι εκείνος που σταυρώθηκε με μάρτυρα τον ήλιο και την κτίση και
αυτούς που τον θανάτωσαν. Και με το θάνατό του συντελέστηκε η σωτηρία
όλων και λυτρώθηκε όλη η κτίση. Αυτός είναι η ζωή όλων, και εκείνος που
παράδωσε σαν πρόβατο το σώμα του σε θάνατο για τη σωτηρία όλων,
αν και οι Ιουδαίοι δεν τον πιστεύουν.

38. Ει γαρ μη αυτάρκη νομίζουσι ταύτα, καν εξ ετέρων πειθέσθωσαν
αφ ων αυτοί πάλιν έχουσι λογίων. Περί τίνος γαρ λέγουσιν οι
προφήται· "Εμφανής εγενόμην τοις εμέ μη ζητούσιν, ευρέθην τοις εμέ
μη επερωτώσιν· είπα ιδού ειμι τω έθνει οί ουκ εκάλεσάν μου το όνομα·
εξεπέτασα τας χείράς μου προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα;"
Τις ουν εστιν ο εμφανής γενόμενος; Είποι τις προς Ιουδαίους· ει μεν
γαρ ο προφήτης εστί, λεγέτωσαν πότε εκρύπτετο, ίνα και ύστερον
φανή· Ποίος δε ούτός εστιν ο προφήτης ο και εμφανής εξ αφανών
γενόμενος, και τας χείρας εκπετάσας επί σταυρού; Τών μεν ουν
δικαίων ουδείς, μόνος δε ο του Θεού Λόγος, ο ασώματος ων την φύσιν
και δι ημάς σώματι φανείς και υπέρ ημών παθών.
Ή ει μηδέ τούτο αύταρκες αυτοίς, καν εξ ετέρων δυσωπείσθωσαν,
ούτως εναργή τον έλεγχον ορώντες· φησί γαρ η γραφή· "Ισχύσατε
χείρες ανειμέναι και γόνατα παραλελυμένα· παρακαλέσατε οι
ολιγόψυχοι τη διανοία· ισχύσατε, μη φοβείσθε· ιδού ο Θεός ημών
κρίσιν ανταποδίδωσιν, αυτός ήξει και σώσει ημάς· τότε ανοιχθήσονται
οφθαλμοί τυφλών, και ώτα κωφών ακούσονται· τότε αλείται ως
έλαφος ο χωλός, και τρανή έσται γλώσσα μογγιλάλων."
Τι τοίνυν και περί τούτου δύνανται λέγειν, ή Πως όλως και προς
τούτο τολμώσιν αντιβλέπειν; Η μεν γαρ προφητεία Θεόν επιδημείν
σημαίνει, τα δε σημεία και τον χρόνον της παρουσίας γνωρίζει· το τε
γαρ τυφλούς αναβλέπειν, και χωλούς περιπατείν, και κωφούς ακούειν,
και τρανούσθαι μογγιλάλων την γλώσσαν, επί τη γενομένη θεία
παρουσία λέγουσι. Πότε τοίνυν γέγονε τοιαύτα σημεία εν τω Ισραήλ
ή που τοιούτόν τι γέγονεν εν τη Ιουδαία, λεγέτωσαν.
Λεπρός εκαθαρίσθη Ναιμάν, αλλ ου κωφός ήκουσεν, ουδέ χωλός
περιεπάτησε. Νεκρόν ήγειρεν Ηλίας και Ελισσαίος, αλλ ουκ εκ γενετής
ανέβλεψε τυφλός. Μέγα μεν γαρ και το εγείραι νεκρόν αληθώς, αλλ ου
τοιούτον, οποίον το παρά του Σωτήρος θαύμα. Πλήν ει το περί του
λεπρού και του νεκρού της χήρας ου σεσιώπηκεν η γραφή, πάντως ει
εγεγόνει και χωλόν περιπατείν και τυφλόν αναβλέπειν, ουκ αν παρήκε
του δηλώσαι και ταύτα ο λόγος. Επειδή δε σεσιώπηται εν ταις
γραφαίς, δήλόν εστι μη γεγενήσθαι ταύτα πρότερον.
Πότε ουν γέγονε ταύτα, ει μη ότε αυτός ο του Θεού Λόγος εν σώματι
παραγέγονε; Πότε δε παραγέγονεν, ει μη ότε χωλοί περιεπάτησαν,
και μογγιλάλοι ετρανώθησαν, και κωφοί ήκουσαν, και τυφλοί εκ
γενετής ανέβλεψαν; Δια τούτο γαρ και οι τότε θεωρούντες Ιουδαίοι
έλεγον, ως ουκ άλλοτε ταύτα γενόμενα ακούσαντες· "Εκ του αιώνος
ουκ ηκούσθη, ότι ανέωξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου· ει μη ην
ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν."
   

Εάν βέβαια δεν τα θεωρούν αυτά αρκετά για να τους πείσουν, ας πεισθούν
τουλάχιστον από άλλες προφητείες που αυτοί πάλι έχουν. Διότι, για ποιόν λένε
οι προφήτες: «Φανερώθηκα σ’ αυτούς που δεν με αναζητούσαν· βρέθηκα απ’
αυτούς που δεν ρωτούσαν για μένα· είπα, να εγώ είμαι σε έθνος που δεν
αποκαλεί το όνομά μου· άπλωσα τα χέρια μου σ’ έναν απειθή λαό που αντιδρά»;
Θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος τους Ιουδαίους: ποιός είναι λοιπόν αυτός
που εμφανίστηκε; Εάν είναι προφήτης, ας μας πουν πότε κρυβόταν, για να
εμφανιστεί έπειτα. Και ποιός είναι αυτός ο προφήτης που κρυβόταν κι
εμφανίστηκε έπειτα, και άπλωσε τα χέρια του πάνω στο σταυρό; Δεν είναι
κανείς από τους δίκαιους· είναι μόνον ο Λόγος του Θεού, που είναι ασώματος
στη φύση του, αλλά για χάρη μας πήρε σώμα και έπαθε για τη σωτηρία μας.
Εάν και αυτό δεν τους ικανοποιεί, τουλάχιστον ας ντραπούν από τα υπόλοιπα,
διότι θα δουν σ’ αυτά φανερή την απόδειξη. Διότι λέει η Αγία Γραφή: «Πάρτε
δύναμη τα αποκαμωμένα χέρια και τα παράλυτα πόδια· να πείτε σ’ όσους
φοβούνται: να είστε δυνατοί, μη φοβόσαστε· διότι, να, ο Θεός μας θα ρθει να
εκδικηθεί, αυτός θα έρθει και θα μας σώσει. Τότε τα μάτια των τυφλών θ’
ανοιχτούν και τ’ αυτιά των κουφών θ’ ακούσουν· τότε θα πηδάει σαν ελάφι
ο κουτσός και η γλώσσα των μουγγών θα λέει πολλά».
Τι λοιπόν μπορούν να πουν και γι’ αυτή την προφητεία, ή Πως τολμούν να τη
βλέπουν μπροστά τους; Διότι η προφητεία δηλώνει ότι ο Θεός θα ενανθρωπίσει
και κάνει γνωστά τα σημάδια και το χρόνο της παρουσίας του. Το ότι οι τυφλοί
βλέπουν, οι κουτσοί περπατούν, οι κουφοί ακούν και η γλώσσα των μουγγών
λέει πολλά, όλα αυτά (τα θαυμαστά σημεία) τα λέει για το γεγονός της
σαρκώσεως του Θεού. Ας πουν, πότε συνέβησαν τέτοια μεγάλα σημεία στο
(βασίλειο του) Ισραήλ ή σε κάποιο μέρος (του βασιλείου) της Ιουδαίας;
Καθαρίστηκε βέβαια από τη λέπρα ο Ναιμάν, αλλά κανείς κουφός δεν άκουσε
ούτε κουτσός περπάτησε. Ανάστησαν νεκρό ο Ηλίας και ο Ελισσαίος, αλλά δεν
είδε το φως τυφλός από γεννησιμιού του. Είναι σπουδαίο πράγματι ν’
αναστηθεί νεκρός, αλλ’ όχι τόσο σπουδαίο σαν τα θαύματα του Σωτήρα.
Μάλιστα,εφόσον η Γραφή δεν αποσιώπησε το θαύμα του λεπρού και του
νεκρού παιδιού της χήρας, σίγουρα δεν θα παρέλειπε να πει κι αν συνέβαινε
κουτσός να
περπατήσει και τυφλός να δει. Επειδή όμως δεν τα αναφέρει η Αγία
Γραφή, είναι φανερό ότι δεν είχαν συμβεί αυτά προηγουμένως.
Πότε λοιπόν συνέβησαν αυτά, παρά μόνον όταν ενανθρώπισε ο Λόγος του
Θεού; Και πότε ήρθε, παρά όταν οι κουτσοί περπάτησαν, οι μουγγοί
μίλησαν, οι κουφοί άκουσαν και οι τυφλοί από τη γέννα τους είδαν το φως;
Γι’ αυτό το λόγο και οι Ιουδαίοι που τα έβλεπαν αυτά τότε έλεγαν, ότι δεν
έχουν ακούσει να γίνονται τέτοια θαυμαστά γεγονότα παλαιότερα: «Ποτέ δεν
ακούστηκε ότι άνοιξε κάποιος τα μάτια εκ γενετής τυφλού· εάν αυτός που το
έκανε δεν ήταν από το Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε».

39. Αλλ ίσως και αυτοί μη δυνάμενοι προς τα φανερά διαμάχεσθαι,
ουκ αρνήσονται μεν τα γεγραμμένα, προσδοκάν δε ταύτα και μηδέπω
παραγεγενήσθαι τον Θεόν Λόγον διαβεβαιώσονται. Τούτο γαρ άνω
και κάτω θρυλλούντες, ουκ ερυθριώσιν αναιδευόμενοι προς τα
φαινόμενα.
Αλλά περί τούτου και προ πάντων μάλλον ελεγχθήσονται, ου παρ
ημών, αλλά παρά του σοφωτάτου Δανιήλ σημαίνοντος και τον
παρόντα καιρόν, και την θείαν του Σωτήρος επιδημίαν, λέγοντος·
"Εβδομήκοντα εβδομάδες συνετμήθησαν επί τον λαόν σου, και επί την
πόλιν την αγίαν, του συντελεσθήναι αμαρτίαν, και του σφραγισθήναι
αμαρτίας, και απαλείψαι τας αδικίας, και του εξιλάσασθαι τας αδικίας,
και του αγαγείν δικαιοσύνην αιώνιον, και του σφραγίσαι όρασιν και
προφήτην, και του χρίσαι άγιον αγίων· και γνώση και συνήσεις από
εξόδου λόγου του αποκριθήναι, και του οικοδομήσαι Ιερουσαλήμ, έως
Χριστού ηγουμένου."
Ίσως επί τοις άλλοις καν προφάσεις ευρίσκειν δύνανται, και εις
μέλλοντα χρόνον αναβάλλεσθαι τα γεγραμμένα. Τι δε προς ταύτα
λέγειν ή όλως αντωπήσαι δύνανται; όπουγε και ο Χριστός σημαίνεται,
και ο χριόμενος ουκ άνθρωπος απλώς αλλ Άγιος αγίων είναι
καταγγέλλεται, και έως της παρουσίας αυτού Ιερουσαλήμ συνίσταται,
και λοιπόν παύεται προφήτης και όρασις εν τω Ισραήλ.
Εχρίσθη πάλαι Δαβίδ, και Σολομών, και Εζεκίας, αλλά και πάλιν
Ιερουσαλήμ και ο τόπος συνειστήκει, και προφήται προεφήτευον, Γάδ,
και Ασάφ, και Νάθαν, και μετ αυτούς Ησαΐας, και Ωσήε, και Αμώς,
και άλλοι. Έπειτα και αυτοί οι χρισθέντες άνθρωποι άγιοι εκλήθησαν,
και ουχ άγιοι αγίων.
Αλλ εάν την αιχμαλωσίαν προβάλλωνται, και δι αυτήν μη είναι
λέγωσι την Ιερουσαλήμ, τι και περί των προφητών αν είποιεν; και
γαρ πάλαι καταβαίνοντος του λαού εις Βαβυλώνα, ήσαν εκεί Δανιήλ
και Ιερεμίας· προεφήτευον δε Ιεζεκιήλ και Αγγαίος και Ζαχαρίας.
   

Ίσως όμως κι αυτοί, επειδή δεν μπορούν φανερά ν’ αντιμάχονται, δεν θ’
αρνηθούν όσα λέει η Αγία Γραφή· θα υποστηρίξουν όμως ότι αυτά ακόμη τα
περιμένουν να γίνουν, και θα βεβαιώσουν ότι δεν ήλθε ακόμη ο Λόγος του
Θεού. Αυτά τα διαδίδουν δεξιά κι αριστερά και δεν ντρέπονται που
αμφισβητούν τα γεγονότα.
Γι’ αυτό όμως θα δεχθούν πάνω απ’ όλα σφοδρό έλεγχο, όχι από μας, αλλά
από τον σοφότατο προφήτη Δανιήλ, ο οποίος καθορίζει και τον ακριβή
χρόνο της θείας ενανθρωπήσεως του Σωτήρα· λέει συγκεκριμμένα:
«Εβδομήντα εβδομάδες ορίστηκαν για το λαό σου και για την αγία πόλη σου,
ώστε να συντελεστεί η παράβαση και να τελειώσουν όλες οι αμαρτίες·
ν’ απαλειφτούν οι αδικίες και να γίνει εξιλέωση για την ανομία·
να εισαχθεί αιώνια δικαιοσύνη, να σφραγιστεί η όραση και η προφητεία και
να χριστεί ο Άγιος των αγίων. Γνώρισε λοιπόν και εννόησε ότι από την έκδοση
του διατάγματος, για ν’ ανοικοδομηθεί πάλι η Ιερουσαλήμ, έως που θα έρθει
ο Χριστός Ηγήτορας…».
Ίσως για τα άλλα να μπορούν να βρουν προφάσεις και ν’ αναβάλλουν για
μελλοντικό χρόνο την εκπλήρωση των προφητειών. Γι’ αυτά όμως τι μπορεί να
πουν ή Πως να τ’ αντιμετωπίσουν; Εδώ ολοφάνερα προφητεύεται ο Χριστός,
και ο χριόμενος δεν ομολογείται απλός άνθρωπος αλλά Άγιος των αγίων·
η Ιερουσαλήμ υπάρχει έως την παρουσία του, και στο εξής σταματούν να
υπάρχουν προφήτες και (μελλοντικά) οράματα στον Ισραήλ.
Χρίστηκε παλαιότερα ο Δαβίδ, ο Σολομών, ο Εζεκίας, αλλά και πάλι η
Ιερουσαλήμ και ο τόπος της εξακολουθούσαν να υπάρχουν· οι προφήτες
συνέχιζαν να προφητεύουν, όπως ο Γάδ, ο Ασάφ, ο Νάθαν, μετέπειτα ο Ησαΐας,
ο Ωσηέ, ο Αμώς και άλλοι. Έπειτα κι αυτοί που χρίστηκαν ονομάστηκαν άγιοι
άνθρωποι, όχι όμως άγιοι των αγίων.
Αλλά, εάν προβάλλουν ως επιχείρημα την αιχμαλωσία και ισχυρίζονται ότι
εξαιτίας της δεν θα υπάρχει η Ιερουσαλήμ, τι μπορούν να πουν και για τους
προφήτες (ότι δεν θα υπάρχουν); Διότι και παλαιότερα, όταν ο λαός εξοριζόταν
στη Βαβυλώνα, παρ’ όλ’ αυτά ήταν μαζί εκεί ο Δανιήλ και ο Ιερεμίας· και
προφήτευαν επίσης ο Ιεζεκιήλ, ο Αγγαίος και ο Ζαχαρίας.

40. Ουκούν μυθολογούσιν Ιουδαίοι, και παρόντα τον νυν καιρόν
υπερτίθενται. Πότε γαρ επαύσατο προφήτης ή όρασις από του
Ισραήλ, ει μη νυν ότε ο Άγιος των αγίων Χριστός παρεγένετο;
σημείον γαρ και μέγα γνώρισμα της του Θεού Λόγου παρουσίας, το
μηκέτι μήτε την Ιερουσαλήμ εστάναι, μήτε προφήτην εγερθήναι, μήτε
όρασιν αποκαλύπτεσθαι τούτοις, και μάλα εικότως.
Ελθόντος γαρ του σημαινομένου, τις έτι χρεία των σημαινόντων ην;
Και παρούσης της Αληθείας, τις έτι χρεία της σκιάς ην; Δια τούτο γαρ
και προεφήτευον έως αν έλθη η Αυτοδικαιοσύνη και ο λυτρούμενος τας
πάντων αμαρτίας. Δια τούτο και Ιερουσαλήμ επί τοσούτον
συνειστήκει, ίν εκεί προμελετώσι της αληθείας τους τύπους.
Παρόντος τοίνυν του Αγίου των αγίων, εικότως εσφραγίσθη και
όρασις και προφητεία, και η της Ιερουσαλήμ βασιλεία πέπαυται. Επί
τοσούτον γαρ εχρίοντο παρ αυτοίς βασιλείς, έως αν εχρίσθη ο Άγιος
των αγίων· και Μωϋσής δε έως αυτού την Ιουδαίων ίστασθαι
βασιλείαν προφητεύει λέγων· "Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα, και
ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως αν έλθη τα αποκείμενα αυτώ,
και αυτός προσδοκία εθνών."
Όθεν και αυτός ο Σωτήρ εβόα λέγων· "Ο νόμος και οι προφήται έως
Ιωάννου προεφήτευσαν." Ει μεν ουν εστί παρά Ιουδαίοις νυν
βασιλεύς ή προφήτης ή όρασις, καλώς αρνούνται τον ελθόντα
Χριστόν. Ει δε μήτε βασιλεύς μήτε όρασις, αλλ εσφράγισται λοιπόν και
πάσα προφητεία, και η πόλις και ο ναός εάλω, τι τοσούτον ασεβούσι
και παραβαίνουσιν, ως τα μεν γενόμενα οράν, τον δε ταύτα
πεποιηκότα Χριστόν αρνείσθαι;
τι δε και τους από των εθνών θεωρούντες καταλιμπάνοντας τα
είδωλα, και επί τον Θεόν Ισραήλ δια του Χριστού έχοντας την ελπίδα,
αρνούνται τον εκ της ρίζης Ιεσσαί κατά σάρκα γενόμενον Χριστόν και
βασιλεύοντα λοιπόν; ει μεν γαρ άλλον εθρήσκευον τα έθνη θεόν, αλλά
μη τον Θεόν Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ και Μωϋσέως ωμολόγουν,
καλώς αν πάλιν προεφασίζοντο μη εληλυθέναι τον Θεόν.
Ει δε τον Μωϋσή δεδωκότα τον νόμον και τω Αβραάμ
επαγγειλάμενον Θεόν, και ου τον λόγον ητίμασαν Ιουδαίοι, τούτον
τα έθνη σέβουσι, δια τι μη γινώσκουσι, μάλλον δε δια τι εκόντες
παρορώσιν, ότι ο προφητευόμενος υπό των γραφών Κύριος επέλαμψε
τη οικουμένη και επεφάνη σωματικώς αυτή, καθώς είπεν η γραφή·
"Κύριος ο Θεός επέφανεν ημίν", και πάλιν· "Εξαπέστειλε τον Λόγον
αυτού και ιάσατο αυτούς", και πάλιν· "Ου πρέσβυς, ουκ άγγελος, αλλ
αυτός ο Κύριος έσωσεν αυτούς."
Όμοιον δε πάσχουσιν, ως ει τις παραπεπληγώς την διάνοιαν, την μεν
γην φωτιζομένην υπό του ηλίου βλέποι, τον δε ταύτην φωτίζοντα
ήλιον αρνείται. Τι γαρ και πλείον ελθών ο προσδοκώμενος παρ αυτοίς
έχει ποιήσαι; Καλέσαι τα έθνη; Αλλ έφθασαν κληθήναι. Αλλά παύσαι
προφήτην, και βασιλέα, και όρασιν; Γέγονεν ήδη και τούτο. Τήν
ειδώλων αθεότητα διελέγξαι; Διηλέγχθη ήδη και κατεγνώσθη. Αλλά
τον θάνατον καταργήσαι; Κατήργηται ήδη.
Τι τοίνυν ου γέγονεν, ό δεί τον Χριστόν ποιήσαι; ή τι περιλείπεται, ό
μη πεπλήρωται, ίνα νυν χαίρωσιν Ιουδαίοι και απιστώσιν; Ει γαρ δη,
ώσπερ ουν και ορώμεν, ούτε βασιλεύς, ούτε προφήτης, ούτε
Ιερουσαλήμ, ούτε θυσία, ούτε όρασίς εστι παρ αυτοίς· αλλά και πάσα
πεπλήρωται η γη της γνώσεως του Θεού, και οι από των εθνών
καταλιμπάνοντες την αθεότητα, λοιπόν προς τον Θεόν Αβραάμ
καταφεύγουσι δια του Λόγου, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού·
δήλον αν είη και τοις λίαν αναισχυντούσιν εληλυθέναι τον Χριστόν,
και αυτόν πάντας απλώς τω εαυτού φωτί καταλάμψαντα, και
διδάξαντα περί του εαυτού Πατρός την αληθή και θείαν διδασκαλίαν.
Ιουδαίους μεν ουν αν τις εκ τούτων και των πλειόνων παρά των
θείων γραφών εικότως ελέγξειεν.
   

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, λένε παραμύθια και ενώ (οι προφητείες) εκπληρώθηκαν
στον παρόντα χρόνο, αυτοί τις τοποθετούν στο μέλλον. Διότι, πότε έπαψαν οι
προφητείες και τα οράματα στον Ισραήλ παρά μόνον όταν ήλθε ο Χριστός, ο
Άγιος των αγίων; Μεγάλη απόδειξη και γνώρισμα της παρουσίας του Λόγου
του Θεού είναι ότι η Ιερουσαλήμ δεν θα υπάρχει πλέον ούτε προφήτης θ’
αναδειχθεί ούτε οράματα θ’ αποκαλύπτονται, και αυτά είναι πολύ φυσιολογικά.
Διότι, αφού ήλθε αυτός, για τον οποίο λέγονταν οι προφητείες, τι χρειάζονται
πλέον αυτές; Όταν είναι παρούσα η Αλήθεια, τι χρειάζεται η σκιά της. Γι’ αυτό
και δίκαια προφήτευαν έως ότου έλθει η ίδια η Δικαιοσύνη και ο Λυτρωτής
των αμαρτιών όλων. Και η Ιερουσαλήμ υπήρχε για τόσο καιρό, για να
προσχεδιάζονται εκεί οι προτυπώσεις της αλήθειας.
Όταν λοιπόν ήρθε ο Άγιος των αγίων, εύλογα σταμάτησαν και τα οράματα και
οι προφητείες· και καταργήθηκε η βασιλεία της Ιερουσαλήμ. Μέχρι τότε
χρίονταν σ’ αυτούς βασιλείς, έως ότου χρίστηκε ο Άγιος των αγίων.
Και ο Μωϋσής προφητεύει ότι θα υφίσταται η βασιλεία των Ιουδαίων μέχρι
αυτόν (το Χριστό), λέγοντας: «Δεν θα λείψει άρχοντας από τη φυλή του Ιούδα
και Ηγήτορας από τη γενιά του, έως ότου έλθει ο αναμενόμενος· αυτός θα
είναι η προσδοκία των εθνών».
Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Σωτήρας έλεγε ξεκάθαρα: «Ο νόμος και οι προφήτες
είχαν ισχύ έως τον Ιωάννη (Πρόδρομο)». Εάν, λοιπόν, υπάρχει τώρα στους
Ιουδαίους βασιλιάς, προφήτης ή όραμα, καλά κάνουν και αρνούνται το Χριστό
που ήλθε. Εάν όμως δεν έχουν ούτε βασιλιά ούτε οράματα, αλλά έχει
σταματήσει κάθε προφητεία και έχει κυριευθεί η πόλη και ο ναός (του
Σολομώντα), γιατί τόσο ασεβούν και γίνονται παραβάτες; Ενώ βλέπουν
καθαρά τα γεγονότα, τον Χριστό όμως που τα κάνει τον αρνούνται.
Και ενώ βλέπουν τους ειδωλολάτρες να εγκαταλείπουν τα είδωλα και να
ελπίζουν μέσω του Χριστού στο Θεό του Ισραήλ, γιατί αρνούνται τον
Χριστό που σαρκώθηκε από τη γενιά του Ιεσσαί και είναι στο εξής ο βασιλιάς
τους; Διότι, εάν οι ειδωλολάτρες λάτρευαν άλλο θεό και δεν πίστευαν το Θεό
του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ και του Μωϋσή, καλά θα έκαναν πάλι και
θα προφασίζονταν ότι δεν σαρκώθηκε ο αληθινός Θεός.
Εάν όμως οι ειδωλολάτρες προσκυνούν το Θεό που έδωσε το νόμο στον
Μωϋσή και τις υποσχέσεις στον Αβραάμ, και του οποίου το λόγο οι Ιουδαίοι
τον περιφρόνησαν, γιατί δεν γνωρίζουν ή, καλύτερα, γιατί με τη θέλησή τους
παραβλέπουν ότι ο Κύριος, τον οποίο προφήτευσαν οι Γραφές, έλαμψε στον
κόσμο και φανερώθηκε με σώμα σ’ αυτόν, όπως το είπε η Αγία Γραφή:
«Ο Θεός Κύριος φανερώθηκε σε μας»· και αλλού λέει: «Έστειλε στη γη το
Λόγο του και τους θεράπευσε»· και αλλού πάλι λέει: «Όχι πρεσβευτής ούτε
αγγελιαφόρος αλλά ο ίδιος ο Κύριος τους έσωσε»;
Παθαίνουν κάτι παρόμοιο με έναν που είναι διανοητικά ανάπηρος: ενώ βλέπει
τη γη να φωτίζεται από τον ήλιο, αρνείται όμως τον ήλιο που τη φωτίζει.
Διότι, τι περισσότερο μπορεί να κάνει αυτός τον οποίο εκείνοι προσδοκούν να
έλθει; Να προσκαλέσει τα έθνη; Αλλά πρόφθασαν να κληθούν. Να σταματήσει
τις προφητείες, τη βασιλεία, τα οράματα; Κι αυτό ήδη έχει γίνει. Μήπως να
ελέγξει την αθεΐα των ειδώλων; Ελέγχθηκε ήδη και έχει καταδικαστεί. Αλλά
μήπως να καταργήσει το θάνατο; Ήδη έχει καταργηθεί.
Τι, λοιπόν, δεν έχει γίνει και πρέπει να το κάνει ο Χριστός; Τι λείπει, για να
συμπληρωθεί; ώστε, να μη χαιρεκακούν οι Ιουδαίοι και απιστούν; Διότι εάν,
πράγμα που και το βλέπουμε, δεν υπάρχει σ’ αυτούς ούτε βασιλιάς ούτε
προφήτης ούτε Ιερουσαλήμ ούτε θυσίες ούτε οράματα· αλλά, έχει γεμίσει όλη
η γη τη γνώση του Θεού· και οι ειδωλολάτρες αφήνουν την αθεΐα των
ειδώλων και καταφεύγουν προς το Θεό του Αβραάμ, με την πίστη στο Λόγο,
δηλαδή τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Μετά απ’ όλ’ αυτά, είναι ολοφάνερο,
ακόμη και στους πιο ξεδιάντροπους, ότι έχει έλθει στη γη ο Χριστός·
έχει φωτίσει με το φως του όλους γενικά και δίδαξε την αληθινή θεία
διδασκαλία για τον Πατέρα του.
Μ’ αυτά, λοιπόν, και με άλλα περισσότερα επιχειρήματα, που περιέχει η Αγία
Γραφή, εύλογα μπορεί κάποιος να ελέγξει τους Ιουδαίους.

41. Έλληνας δε και πάνυ τις θαυμάσειε γελώντας μεν τα αχλεύαστα,
πεπηρωμένους δε επί τη εαυτών αισχύνη, ην εν λίθοις και ξύλοις
αναθέντες ουχ ορώσι.
Πλήν ουκ απορούντος εν αποδείξεσι του παρ ημίν λόγου, φέρε και
τούτους εκ των ευλόγων δυσωπήσωμεν, μάλιστα αφ ων και αυτοί
ημείς ορώμεν. Τι γαρ άτοπον, ή τι χλεύης παρ ημίν άξιον; Ή πάντως
ότι τον Λόγον εν σώματι πεφανερώσθαι λέγομεν; Αλλά τούτο και
αυτοί συνομολογήσουσι μη ατόπως γεγενήσθαι, εάνπερ της αληθείας
γένωνται φίλοι. Ει μεν ουν όλως αρνούνται Λόγον είναι Θεού,
περιττώς ποιούσι, περί ου μη ίσασι χλευάζοντες.
Ει δε ομολογούσιν είναι Λόγον Θεού, και τούτον Ηγεμόνα του
παντός, και εν αυτώ τον Πατέρα δεδημιουργηκέναι την κτίσιν, και τη
τούτου προνοία τα όλα φωτίζεσθαι και ζωογονείσθαι και είναι, και επί
πάντων αυτόν βασιλεύειν, ως εκ των έργων της προνοίας
γινώσκεσθαι αυτόν και δι αυτού τον Πατέρα· σκόπει, παρακαλώ,
ει μη την χλεύην καθ εαυτών κινούντες αγνοούσι.
Τόν κόσμον σώμα μέγα φασίν είναι οι των Ελλήνων φιλόσοφοι, και
αληθεύουσι λέγοντες. Ορώμεν γαρ αυτόν και τα τούτου μέρη ταις
αισθήσεσιν υποπίπτοντα. Ει τοίνυν εν τω κόσμω σώματι όντι ο του
Θεού Λόγος εστί, και εν όλοις και τοις κατά μέρος αυτού πάσιν
επιβέβηκε, τι θαυμαστόν ή τι άτοπον ει και εν ανθρώπω φαμέν αυτόν
επιβεβηκέναι;
Ει γαρ άτοπον όλως εν σώματι αυτόν γενέσθαι, άτοπον αν είη και εν
τω παντί τούτον επιβεβηκέναι, και τα πάντα τη προνοία εαυτού
φωτίζειν και κινείν· σώμα γαρ εστι και το όλον.
Ει δε τω κόσμω τούτον επιβαίνειν και εν όλω αυτόν γνωρίζεσθαι
πρέπει, πρέποι αν και εν ανθρωπίνω σώματι αυτόν επιφαίνεσθαι, και
υπ αυτού τούτο φωτίζεσθαι και ενεργείν. Μέρος γαρ του παντός και
το ανθρώπων εστί γένος. Και ει το μέρος απρεπές εστιν όργανον
αυτού γίνεσθαι προς την της θεότητος γνώσιν, ατοπώτατον αν είη
και δι όλου του κόσμου γνωρίζεσθαι τον τοιούτον.
   

Είναι ν’ απορεί κανείς με τους ειδωλολάτρες διότι από τη μια κοροϊδεύουν
αυτά που δεν πρέπει, κι από την άλλη τυφλώνονται από τα πάθη τους και
λατρεύουν πέτρες και ξύλα.
Όμως, επειδή δεν είναι φτωχός ο λόγος μας σε αποδείξεις, ας επιχειρήσουμε
να πείσουμε κι αυτούς από τα ευνόητα, και μάλιστα απ’ αυτά τα οποία
βλέπουμε οι ίδιοι. Διότι, τι το άτοπο άξιο χλευασμού υπάρχει σε μας, εκτός του
ότι λέμε ότι ο Λόγος φανερώθηκε με σώμα; Αλλά θα συμφωνήσουν και οι
ίδιοι ότι το γεγονός αυτό (της σαρκώσεως) δεν είναι παράλογο, εφόσον βέβαια
αγαπούν την αλήθεια. Διότι, εάν αρνούνται τελείως ότι υπάρχει ο Λόγος του
Θεού, είναι περιττό να χλευάζουν αυτό που δεν παραδέχονται.
Εάν όμως παραδέχονται ότι υπάρχει ο Λόγος του Θεού και εξουσιάζει τα
πάντα· ότι με Αυτόν ο Πατέρας δημιούργησε τον κόσμο· ότι με τη δική του
πρόνοια έχουν το φωτισμό, τη ζωή και την ύπαρξη όλα τα κτίσματα· και ότι
Αυτός όλα τα κυβερνά, ώστε να γίνεται γνωστός ο ίδιος από τα έργα της
πρόνοιάς του, και μέσω αυτού ο Πατέρας· εξέτασε μετά απ’ όλα αυτά, σε
παρακαλώ, μήπως δεν γνωρίζουν ότι επισύρουν τον χλευασμό σε βάρος τους.
Οι φιλόσοφοι των Ελλήνων λένε ότι ο κόσμος είναι ένα μεγάλο σώμα· κι αυτό
είναι αλήθεια. Διότι βλέπουμε ότι ο κόσμος και τα μέρη του γίνονται αντιληπτά
από τις αισθήσεις μας. Εάν λοιπόν ο Λόγος του Θεού βρίσκεται στον κόσμο,
που είναι ένα σώμα, και βρίσκεται και σ’ όλα τα σώματα και στα τμήματά τους,
γιατί να είναι παράδοξο και αδύνατο αυτό που λέμε εμείς ότι ο Λόγος μπήκε
και μέσα σε άνθρωπο;
Εάν, λοιπόν, είναι γενικά άτοπο να μπει ο Λόγος σε σώμα,
θα ήταν άτοπο να
βρίσκεται και μέσα στο σύμπαν, να φωτίζει και να κινεί τα πάντα με την
πρόνοιά του. Διότι και το σύμπαν αποτελεί ένα σώμα.
Εάν όμως πρέπει ο Λόγος να βρίσκεται μέσα στον κόσμο και ν’ αναγνωρίζεται
στο σύμπαν, θα έπρεπε αυτός να εμφανιστεί και στο ανθρώπινο σώμα, για να
το φωτίζει και να του δίνει ενέργεια. Διότι και το ανθρώπινο γένος αποτελεί
μέρος του σύμπαντος. Και αν δεν αρμόζει το μέρος να γίνει όργανο του Λόγου,
για να γίνει γνωστή η θεότητά του, θα ήταν ακόμη πιο άτοπο και ανάρμοστο
να γνωρίζουμε το Θεό απ’ όλο τον κόσμο.

42. Ώσπερ γαρ όλου του σώματος υπό του ανθρώπου ενεργουμένου
και φωτιζομένου, ει τις λέγοι άτοπον είναι και εν τω δακτύλω του
ποδός την δύναμιν είναι του ανθρώπου, ανόητος αν νομισθείη, ότι
διδούς εν τω όλω αυτόν διϊκνείσθαι και ενεργείν, κωλύει και εν τω μέρει
αυτόν είναι· ούτως ο διδούς και πιστεύων τον του Θεού Θεόν Λόγον
εν τω παντί είναι, και το παν υπ αυτού φωτίζεσθαι και κινείσθαι, ουκ
άτοπον αν ηγήσηται και σώμα εν ανθρώπινον υπ αυτού κινείσθαι και
φωτίζεσθαι.
Ει δε ότι γενητόν εστι, και εξ ουκ όντων γέγονε το ανθρώπινον γένος,
δια τούτο ουκ ευπρεπή νομίζουσιν ημάς λέγειν την εν ανθρώπω του
Σωτήρος επιφάνειαν, ώρα και της κτίσεως αυτούς αυτόν εκβάλλειν·
και γαρ και αύτη εκ του μη όντος εις το είναι δια του Λόγου γέγονεν.
Ει δε και γενητής ούσης της κτίσεως, ουκ άτοπον εν αυτή τον Λόγον
είναι, ουκ άρα ουδέ εν ανθρώπω αυτόν είναι άτοπον. Οποία γαρ αν
περί του όλου νοήσειαν, τοιαύτα ανάγκη και περί του μέρους αυτούς
ενθυμείσθαι. Μέρος γαρ, ως προείπον, του όλου και ο άνθρωπός εστιν.
Ουκούν όλως ουκ απρεπές το εν ανθρώπω είναι τον Λόγον, και
πάντα υπ αυτού και εν αυτώ φωτίζεσθαι και κινείσθαι και ζήν,
καθώς και οι παρ αυτοίς συγγραφείς φασιν, ότι "εν αυτώ ζώμεν,
και κινούμεθα, και εσμέν".
Τι λοιπόν χλεύης άξιον λέγομεν, ει εν ω έστιν ο Λόγος, τούτω προς
φανέρωσιν ως οργάνω κέχρηται ο Λόγος; Ει μεν γαρ ουκ ην εν αυτώ,
ουδέ χρήσασθαι αν ηδυνήθη τούτω. Ει δε προαποδεδώκαμεν εν τω
παντί και εν τοις κατά μέρος είναι τούτον, τι άπιστον ει εν οίς εστίν, εν
τούτοις εαυτόν και επιφαίνει;
Ώσπερ γαρ ταις εαυτού δυνάμεσιν όλος εν εκάστω και πάσιν
επιβαίνων, και πάντα διακοσμών αφθόνως, ει ήθελε, δια ηλίου ή
σελήνης ή ουρανού ή γης ή υδάτων ή πυρός ουκ αν τις ατόπως αυτόν,
φωνή χρήσασθαι και γνωρίσαι εαυτόν και τον αυτού Πατέρα, έφησε
πεποιηκέναι· άπαξ πάντα αυτού συνέχοντος και μετά πάντων και εν
αυτώ τω μέρει τυγχάνοντος και αοράτως εαυτόν δεικνύντος· ούτως
ουκ άτοπον αν είη διακοσμούντα αυτόν τα πάντα και τα όλα
ζωοποιούντα, και θελήσαντα δι ανθρώπων γνωρίσαι, ει οργάνω
κέχρηται ανθρώπου σώματι προς φανέρωσιν αληθείας και
γνώσιν του Πατρός. Μέρος γαρ του όλου και η ανθρωπότης τυγχάνει.
Και ώσπερ ο νους, δι όλου του ανθρώπου ων, από μέρους του
σώματος, της γλώττης λέγω, σημαίνεται, και ου δήπου τις
ελαττούσθαι την ουσίαν του νού δια τούτο λέγει· ούτως ο Λόγος,
δια πάντων ων, ει ανθρωπίνω κέχρηται οργάνω, ουκ απρεπές αν
φαίνοιτο τούτο. Ει γαρ, ως προείπον, απρεπές οργάνω χρήσασθαι
σώματι, απρεπές και εν τω όλω αυτόν είναι.
   

Συμβαίνει όπως με το ανθρώπινο σώμα, που φωτίζεται και τίθεται σε ενέργεια
από τον άνθρωπο. Θα θεωρηθεί, λοιπόν ανόητος κάποιος που λέει ότι είναι
αδύνατο η δύναμη του ανθρώπου να βρίσκεται και στο δάχτυλο του ποδιού του·
διότι, ενώ παραδέχτηκε ότι αυτός εισέρχεται κει ενεργεί στο σύνολο, τον
εμποδίζει όμως να είναι και στο μέρος. Έτσι κι αυτός που παραδέχεται και
πιστεύει ότι ο Θεός Λόγος του Πατέρα βρίσκεται στο σύμπαν και το φωτίζει
και το κινεί, δεν θα θεωρήσει αδύνατο να φωτίζει και να κινεί και ένα
ανθρώπινο σώμα.
Εάν όμως, επειδή το ανθρώπινο γένος είναι γεννητό και δημιουργήθηκε από το
μηδέν, γι’ αυτό το λόγο θεωρούν ότι είναι αναξιοπρεπές να λέμε για την
ενανθρώπηση του Σωτήρα, τότε είναι η ώρα να διώξουν το Λόγο και έξω από
τη δημιουργία· διότι και η κτίση ήρθε στην ύπαρξη από το μηδέν, με δημιουργό
το Λόγο.
Εάν όμως, ενώ είναι δημιουργημένη η κτίση, δεν είναι απαγορευμένο να
βρίσκεται σ’ αυτήν ο Λόγος, είναι επόμενο να επιτρέπεται να είναι και μέσα
στον άνθρωπο. Διότι, όσα στοχάζονται για το όλο, τα ίδια πρέπει να σκέφτονται
και το μέρος. Και όπως προείπα, μέρος του όλου είναι και ο άνθρωπος.
Λοιπόν, δεν είναι καθόλου αναξιοπρεπές να βρίσκεται ο Λόγος μέσα στον
άνθρωπο· να φωτίζει, να κινεί και να ζωοποιεί ως αίτιός τους τα πάντα,
όπως το λένε και οι δικοί τους (ειδωλολάτρες) συγγραφείς, ότι «μέσα σ’ αυτόν
ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε».
Ποιό είναι, λοιπόν, το άξιο κοροϊδίας που λέμε, εάν ο Λόγος, όπου βρίσκεται,
αυτό να το χρησιμοποιεί και ως όργανο φανέρωσής του; Διότι, αν δεν ήταν
μέσα σ’ αυτό, ούτε να το χρησιμοποιήσει θα μπορούσε. Εφόσον όμως
προηγουμένως παραδεχθήκαμε ότι Αυτός υπάρχει στο σύμπαν και τα μέρη του,
ποιό είναι το αναξιόπιστο, εάν παρουσιάζεται με αυτά στα οποία υπάρχει;
Διότι αυτός, με όλη τη δύναμη που έχει, βρίσκεται όλος και στο καθένα και σε
όλα· όλα τα διακοσμεί πλουσιοπάροχα· εάν ήθελε να μιλήσει και να
γνωρίσει τον εαυτό του και τον Πατέρα του είτε με τον ήλιο ή τη σελήνη ή
τον ουρανό ή τη γη ή τα νερά ή τη φωτιά, κανείς δεν θα του έλεγε ότι κακώς το
έκαμε.
Διότι αυτός όλα τα συγκρατεί και βρίσκεται και με όλα και με το μέρος
του καθένα, και αόρατα φανερώνει τον εαυτό του. Έτσι Αυτός που διακοσμεί
και ζωοποιεί τα πάντα και θέλησε μέσω των ανθρώπων να γίνει γνωστός,
δεν θα ήταν άτοπο, αν χρησιμοποιούσε σαν όργανο ανθρώπινο σώμα,
ώστε να φανερώσει την αλήθεια και να καταστήσει γνωστό τον Πατέρα του.
Διότι η ανθρωπότητα είναι μέρος του όλου.
Και όπως ο νους, ενώ υπάρχει σ’ όλο τον άνθρωπο, γίνεται γνωστός μόνο από
ένα μέρος του σώματος, εννοώ τη γλώσσα· και κανείς βέβαια δεν λέει ότι
εξαιτίας αυτού μειώνεται η ουσία του νου. Έτσι και ο Λόγος, εφόσον είναι
μέσα σ’ όλα, δεν φαίνεται καθόλου αναξιοπρεπές, αν χρησιμοποίησε
ανθρώπινο όργανο. Διότι εάν, όπως είπα παραπάνω, είναι απρεπές να
χρησιμοποιήσει ως όργανο το σώμα, είναι το ίδιο απρεπές να υπάρχει και
στο σύμπαν.

43. Διατί ουν, εάν λέγωσιν, ουχί δι άλλων μερών καλλιόνων της
κτίσεως εφάνη, και καλλίονι οργάνω οίον ηλίω ή σελήνη ή άστροις ή
πυρί ή αιθέρι ου κέχρηται, αλλά ανθρώπω μόνω, γινωσκέτωσαν ότι
ουκ επιδείξασθαι ήλθεν ο Κύριος, αλλά θεραπεύσαι και διδάξαι τους
πάσχοντας.
Επιδεικνυμένου μεν γαρ ην μόνον επιφανήναι και καταπλήξαι τους
ορώντας· θεραπεύοντος δε και διδάσκοντός εστι, μη απλώς επιδημήσαι,
αλλ επ ωφελεία των δεομένων γενέσθαι, και ως οι χρήζοντες φέρουσιν
επιφανήναι, ίνα μη τω υπερβάλλοντι την χρείαν των πασχόντων
αυτούς τους δεομένους ταράξη, και ανωφελής τούτοις η επιφάνεια του
θείου γένηται.
Ουδέν τοίνυν των εν τη κτίσει πεπλανημένον ην εις τας περί Θεού
εννοίας, ει μη μόνος ο άνθρωπος. Αμέλει, ουχ ήλιος, ου σελήνη, ουκ
ουρανός, ου τα άστρα, ουχ ύδωρ, ουκ αιθήρ παρήλλαξαν την τάξιν,
αλλ ειδότες τον εαυτών δημιουργόν και βασιλέα Λόγον μένουσιν ως
γεγόνασιν· άνθρωποι δε μόνοι αποστραφέντες το καλόν, λοιπόν τα
ουκ όντα αντί της αληθείας επλάσαντο, και την εις Θεόν τιμήν και την
περί αυτού γνώσιν δαίμοσι και ανθρώποις εν λίθοις ανατεθείκασιν.
Όθεν εικότως, επειδή παριδείν το τηλικούτον ουκ άξιον ην της του
Θεού αγαθότητος, αλλά και εν τω όλω αυτόν διέποντα και
ηγεμονεύοντα ουκ ηδυνήθησαν αυτόν γνώναι οι άνθρωποι, μέρος του
όλου λαμβάνει εαυτώ όργανον το ανθρώπινον σώμα, και επιβαίνει
τούτω, ίν επειδή εν τω όλω αυτόν ουκ ηδυνήθησαν γνώναι, καν εν τω
μέρει μη αγνοήσωσιν αυτόν· και επειδή αναβλέψαι ουκ ηδυνήθησαν εις
την αόρατον αυτού δύναμιν, καν εκ των ομοίων λογίσασθαι και
θεωρήσαι δυνηθώσιν αυτόν.
Άνθρωποι γαρ όντες, δια του καταλλήλου σώματος και των δι
αυτού θείων έργων, ταχύτερον και εγγύτερον τον τούτου Πατέρα
γινώσκειν δυνήσονται, συγκρίνοντες ως ουκ ανθρώπινα, αλλά Θεού
έργα εστί, τα υπ αυτού γινόμενα.
Και εάν άτοπον ην κατ αυτούς δια των του σώματος έργων τον
Λόγον γνωρίζεσθαι, πάλιν άτοπον αν είη εκ των έργων του παντός
γινώσκεσθαι τούτον. Ώσπερ γαρ εν τη κτίσει ων, ουδέν τι της κτίσεως
μεταλαμβάνει, αλλά μάλλον τα πάντα της αυτού δυνάμεως
μεταλαμβάνει, ούτως και τω σώματι οργάνω χρώμενος, ουδενός των
του σώματος μετείχεν, αλλά μάλλον αυτός ηγίαζε και το σώμα.
Ει γαρ δη και ο παρά τοις Έλλησι θαυμαζόμενος Πλάτων φησίν ότι
ορών τον κόσμον ο γεννήσας αυτόν χειμαζόμενον και κινδυνεύοντα εις
τον της ανομοιότητος δύνειν τόπον, καθίσας επί τους οίακας της
Ψυχής βοηθεί, και πάντα τα πταίσματα διορθούται· τι άπιστον
λέγεται παρ ημίν, ει πλανωμένης της ανθρωπότητος εκάθισεν ο
Λόγος επί ταύτην, και άνθρωπος επεφάνη, ίνα χειμαζομένην αυτήν
περισώση δια της κυβερνήσεως αυτού και αγαθότητος;
   

Εάν πάλι λένε, γιατί δεν φανερώθηκε (ο Λόγος) μέσω άλλων δημιουργημάτων
της κτίσεως που είναι πιο ωραία, και μέσω ωραιότερου οργάνου όπως είναι ο
ήλιος, η σελήνη, τα άστρα, η φωτιά, ο αιθέρας και όχι μόνο μέσω του
ανθρώπου,ας μάθουν ότι ο Κύριος δεν ήλθε για επίδειξη, αλλά για να
θεραπεύσει και διδάξει τους ασθενείς.
Διότι αυτός που επιδεικνύεται φαντάζει απλά και εντυπωσιάζει τους θεατές·
ενώ, χαρακτηριστικό του ιατρού και δασκάλου είναι, όχι απλά να παρουσιαστεί,
αλλά και να ωφελήσει αυτούς που τον χρειάζονται· να εμφανιστεί σύμφωνα με
τις δυνάμεις αυτών που τον έχουν ανάγκη, ώστε να μην τους ταράξει με μέσα
υπερβολικά που ξεπερνούν τις ανάγκες των ασθενών· και αποβεί έτσι η
ενανθρώπηση του Θεού ανώφελη γι’ αυτούς.
Διότι κανένα κτίσμα δεν είχε πλανεμένη αντίληψη για το Θεό, παρά μόνον
ο άνθρωπος. Αναμφίβολα, ούτε ο ήλιος ούτε η σελήνη ούτε ο ουρανός ούτε
τα άστρα ούτε τα νερά ούτε ο αιθέρας διάστρεψαν την τάξη της δημιουργίας.
Αλλά, αναγνωρίζουν το Δημιουργό τους και Λόγο που τους κυβερνά και μένουν
όπως δημιουργήθηκαν. Μόνον οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν από το καλό και
έβαλαν στη θέση της αλήθειας αυτά που δεν υπάρχουν· απέδωσαν την τιμή και
τη γνώση που ανήκει στο Θεό σε δαίμονες και πέτρινα αγάλματα ανθρώπων.
Γι’ αυτό, επειδή δεν ήταν αντάξιο της καλωσύνης του Θεού να παραβλέψει
αυτό το τόσο μεγάλο γεγονός (της διαστροφής των ανθρώπων) και επειδή δεν
μπόρεσαν οι άνθρωποι να γνωρίσουν Αυτόν που ρυθμίζει και κυβερνά τα
σύμπαντα, λαμβάνει ως όργανο ένα μέρος του όλου, το ανθρώπινο σώμα·
σαρκώνεται στο σώμα, ώστε, αφού δεν μπόρεσαν να τον αναγνωρίσουν στο
σύνολο, τουλάχιστον να μην τον αγνοήσουν στο μέρος·
και επειδή δεν
μπόρεσαν να δουν την αόρατη δύναμή του, να μπορέσουν τουλάχιστον από το
όμοιο να σκεφτούν και δουν αυτόν.
Διότι, επειδή είναι άνθρωποι, με το κατάλληλο σώμα και με τα θεία έργα του,
πιο γρήγορα και από κοντά θα μπορέσουν να γνωρίσουν τον Πατέρα του·
θα συγκρίνουν και θα διαπιστώσουν ότι αυτά που κάνει αυτός είναι έργα του
Θεού και όχι ανθρώπινα.
Κι αν ήταν άτοπο γι’ αυτούς να γνωρίσουν το Λόγο με τα έργα του σώματός
του, πάλι άτοπο θα ήταν να γίνει γνωστός από τα έργα του σύμπαντος.
Διότι, όπως με το να είναι μέσα στην κτίση, δεν παίρνει τίποτε από την κτίση,
αλλά, αντίθετα, όλα δέχονται τη δική του δύναμη,
έτσι, χρησιμοποιώντας και το σώμα σαν όργανο, δεν παίρνει τίποτε από το
σώμα, αλλά μάλλον αυτός αγιάζει και το σώμα.
Διότι, εάν ακόμη και ο Πλάτων, που όλοι οι Έλληνες τον θαυμάζουν, λέει ότι
αυτός που δημιούργησε τον κόσμο βλέποντάς τον να ταλαιπωρείται και να
κινδυνεύει να χαθεί στην αφάνεια, κάθισε στο πηδάλιο της ψυχής και τη βοηθεί
και διορθώνει όλα τα σφάλματά της. Ποιό είναι, λοιπόν, το παράδοξο που λέμε
εμείς, εάν ο Λόγος ήλθε στην πλανεμένη ανθρωπότητα και
έγινε άνθρωπος, για να την σώσει από τα δεινοπαθήματα
με την εξουσία και την καλωσύνη του;

44. Αλλ ίσως συγκαταθήσονται μεν τούτοις αισχυνόμενοι, θελήσουσι
δε λέγειν, ότι έδει τον Θεόν, παιδεύσαι και σώσαι θέλοντα τους
ανθρώπους, νεύματι μόνον ποιήσαι, και μη σώματος άψασθαι τον
τούτου Λόγον, ώσπερ ουν και πάλαι πεποίηκεν, ότε εκ του μη όντος
αυτά συνίστη.
Πρός δε ταύτην αυτών την αντίθεσιν εικότως αν λεχθείη ταύτα, ότι
πάλαι μεν ουδενός ουδαμή υπάρχοντος, νεύματος γέγονε χρεία και
βουλήσεως μόνης εις την του παντός δημιουργίαν. Ότε δε γέγονεν ο
άνθρωπος, και χρεία απήτησεν ου τα μη όντα αλλά τα γενόμενα
θεραπεύσαι, ακόλουθον ην εν τοις ήδη γενομένοις τον Ιατρόν και
Σωτήρα παραγενέσθαι, ίνα και τα όντα θεραπεύση. Γέγονε δε
άνθρωπος δια τούτο, και ανθρωπείω οργάνω κέχρηται τω σώματι.
Επεί ει μη τούτον έδει γενέσθαι τον τρόπον, Πως έδει τον Λόγον,
οργάνω θέλοντα χρήσασθαι παραγενέσθαι; Ή πόθεν έδει τούτο
λαβείν αυτόν, ει μη εκ των ήδη γενομένων και χρηζόντων της αυτού
θειότητος δια του ομοίου; ουδέ γαρ τα ουκ όντα έχρηζε σωτηρίας,
ίνα και προστάξει μόνον αρκεσθή, αλλ ο ήδη γενόμενος άνθρωπος
εφθείρετο και παραπώλλυτο. Όθεν εικότως ανθρωπίνω κέχρηται
καλώς οργάνω, και εις πάντα εαυτόν ήπλωσεν ο Λόγος.
Έπειτα και τούτο ιστέον, ότι η γενομένη φθορά ουκ έξωθεν ην του
σώματος, αλλ αυτώ προσεγεγόνει, και ανάγκη ην αντί της φθοράς
ζωήν αυτώ προσπλακήναι, ίνα ώσπερ εν τω σώματι γέγονεν ο
θάνατος, ούτως εν αυτώ γένηται και η ζωή.
Ει μεν ουν έξωθεν ην ο θάνατος του σώματος, έξωθεν έδει και την
ζωήν αυτού γεγονέναι. Ει δε εν τω σώματι συνεπλάκη ο θάνατος,
και ως συνών αυτώ κατεκράτει τούτου, ανάγκη και την ζωήν
συμπλακήναι τω σώματι, ίνα αντενδυθέν το σώμα την ζωήν,
αποβάλη την φθοράν. Άλλως τε ει και εγεγόνει έξω του σώματος ο
Λόγος, και μη εν αυτώ, ο μεν θάνατος ηττάτο υπ αυτού φυσικώτατα,
άτε δη μη ισχύοντος του θανάτου κατά της ζωής, ουδέν ήττον δε
έμενεν εν τω σώματι η προσγενομένη φθορά.
Δια τούτο εικότως ενεδύσατο σώμα ο Σωτήρ, ίνα συμπλακέντος του
σώματος τη ζωή, μηκέτι ως θνητόν απομείνη εν τω θανάτω· αλλ ως
ενδυσάμενον την αθανασίαν, λοιπόν αναστάν αθάνατον διαμείνη.
Άπαξ γαρ ενδυσάμενον φθοράν ουκ αν ανέστη, ει μη ενεδύσατο την
ζωήν· και πάλιν θάνατος καθ εαυτόν ουκ αν φανείη, ει μη εν τω
σώματι· δια τούτο ενεδύσατο σώμα, ίνα τον θάνατον εν τω σώματι
ευρών απαλείψη. Πως γαρ αν όλως ο Κύριος εδείχθη ζωή, ει μη το
θνητόν εζωοποίησε;
Και ώσπερ της καλάμης υπό πυρός φύσει φθειρομένης, ει κωλύει τις το
πυρ από της καλάμης, ου καίεται μεν η καλάμη, μένει δε όλως πάλιν
καλάμη η καλάμη υποπτεύουσα την του πυρός απειλήν· φύσει γαρ
εστιν αναλωτικόν αυτής το πυρ· ει δε τις ενδιδύσκοι την καλάμην
αμιάντω πολλώ, ό δη λέγεται αντιπαθές είναι του πυρός, ουκ έτι το
πυρ φοβείται η καλάμη, έχουσα την ασφάλειαν εκ του ενδύματος του
ακαύστου·
τον αυτόν δη τρόπον και επί του σώματος και επί του θανάτου αν τις
είποι· ότι ει προστάξει μόνον κωλυθείς ην ο θάνατος υπ αυτού, ουδέν
ήττον πάλιν ην θνητόν και φθαρτόν κατά τον των σωμάτων λόγον.
Αλλ ίνα μη τούτο γένηται, ενεδύσατο τον ασώματον του Θεού
Λόγον· και ούτως ουκ έτι τον θάνατον ουδέ την φθοράν φοβείται, έχον
ένδυμα την ζωήν, και εν αυτώ αφανιζομένης της φθοράς.
   

Αλλ’ ίσως συμφωνήσουν από ντροπή με αυτά· θελήσουν όμως να πουν ότι,
εάν ο Θεός ήθελε να παιδαγωγήσει και να σώσει τους ανθρώπους,
έπρεπε μόνο μ’ ένα νεύμα να το κάνει, όπως το έκανε και παλαιά,
όταν δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν· και να μην αγγίξει καθόλου
ανθρώπινο σώμα ο Λόγος.
Γι’ αυτή τους την αντίθετη θέση εύλογα μπορεί να πούμε τα εξής: την παλαιά
εποχή, επειδή δεν υπήρχε τίποτε, χρειαζόταν μόνο ένα νεύμα και μόνο μια
απόφαση, για να δημιουργηθούν όλα. Όταν όμως δημιουργήθηκε ο άνθρωπος,
και χρειάστηκε (ο Λόγος) να θεραπεύσει όχι τα ανύπαρκτα αλλά τα
δημιουργημένα, ήταν επόμενο να έλθει στα δημιουργήματα ο Ιατρός και
Σωτήρας, για να τα θεραπεύσει. Γι’ αυτό και έγινε άνθρωπος και
χρησιμοποίησε το σώμα ως ανθρώπινο όργανο.
Διότι, αν δεν ερχόταν μ’ αυτόν τον τρόπο ο Λόγος, Πως έπρεπε να έλθει αφού
ήθελε να χρησιμοποιήσει ένα όργανο; Ή από που έπρεπε αυτός να το λάβει,
αν όχι από αυτά που είχε ήδη δημιουργήσει και είχαν ανάγκη τη θεότητά του,
καθώς ήταν όμοιά του; Διότι, δεν είχαν ανάγκη σωτηρίας τα ανύπαρκτα,
για ν’ αρκεστεί μόνο σε προσταγή, αλλά ο ήδη δημιουργημένος άνθρωπος που
καταστραφόταν και χανόταν. Γι’ αυτό δικαιολογημένα ο Λόγος χρησιμοποίησε
ως όργανο το ανθρώπινο σώμα και άπλωσε τον εαυτό του σε όλα.
Έπειτα πρέπει να γνωρίσουμε και το εξής, ότι η φθορά που επήλθε στο σώμα
δεν ήταν έξω απ’ αυτό, αλλά επιβλήθηκε σ’ αυτό· και ήταν ανάγκη, αντί για τη
φθορά, να ενωθεί η ζωή μ’ αυτό, ώστε, όπως συνέβη στο σώμα ο θάνατος,
έτσι να δοθεί σ’ αυτό και η ζωή.
Εάν λοιπόν ο θάνατος ήταν έξω από το σώμα, απέξω έπρεπε να δοθεί και η
ζωή. Εάν όμως ο θάνατος μπλέχτηκε με το σώμα και υπάρχοντας μέσα του
είχε γίνει κατακτητής του, χρειαζόταν και η ζωή να μπλεχτεί με το σώμα,
ώστε να ντυθεί το σώμα τη ζωή και ν’ αποβάλλει τη φθορά.
Άλλωστε, εάν ο Λόγος έμενε έξω από το σώμα και όχι μέσα του,
ο θάνατος από τη μια θα νικιόταν απ’ αυτόν φυσιολογικά,
επειδή δεν μπορεί να νικήσει ο θάνατος τη ζωή, αλλά από την άλλη θα έμενε
οπωσδήποτε στο σώμα η φθορά που δημιουργήθηκε.
Γι’ αυτό, δικαιολογημένα ο Σωτήρας προσέλαβε σώμα, για να συμπλεχτεί το
σώμα με τη ζωή και να μην εγκαταλειφθεί πλέον σαν θνητό στην τύχη του
θανάτου· αλλά, αφού ντυθεί την αθανασία, ν’ αναστηθεί και να παραμείνει
αθάνατο. Διότι, αφού ντύθηκε τη φθορά, δεν θ’ ανασταινόταν, εάν δεν
ντυνόταν και τη ζωή. Και πάλι ο θάνατος δεν θα φαινόταν μόνος του παρά στο
το σώμα. Γι’ αυτό (ο Λόγος) πήρε το σώμα, για να συναντήσει το θάνατο στο
σώμα και να τον εξαφανίσει. Γενικά, Πως θ’ απόδειχνε ο Κύριος ότι είναι η
ζωή, εάν δεν έδινε ζωή στους θνητούς;
Και συμβαίνει ό,τι με το καλάμι που φυσιολογικά καταστρέφεται με τη φωτιά·
εάν κάποιος το προφυλάξει από τη φωτιά, δεν καίγεται βέβαια το καλάμι, αλλά
πάλι παραμένει το καλάμι που απειλείται συνεχώς από τη φωτιά· διότι από τη
φύση του καίγεται στη φωτιά. Εάν όμως κάποιος επενδύσει το καλάμι με
μπόλικο αμίαντο, ο οποίος λέγεται ότι αντέχει στη φωτιά, τότε πλέον το καλάμι
καθόλου δεν φοβάται τη φωτιά, διότι είναι εξασφαλισμένο από το άκαυστο
περιτίλυγμα.
Το ίδιο ακριβώς μπορεί να πει κάποιος ότι ισχύει και με τη σχέση του σώματος
με το θάνατο. Εάν, δηλαδή, εμποδιζόταν ο θάνατος να πλησιάσει το σώμα μόνο
με διαταγή (του Λόγου), το σώμα θα παρέμενε εξίσου θνητό και φθαρτό,
σύμφωνα με τη φύση του. Για να μη συμβεί όμως κάτι τέτοιο, ντύθηκε το σώμα
τον ασώματο Λόγο του Θεού. Κι έτσι, δεν φοβάται πλέον ούτε το θάνατο ούτε
τη φθορά, διότι έχει ντυθεί τη ζωή, η οποία εξαφανίζει τη φθορά στο σώμα.

45. Ουκούν ακολούθως ο του Θεού Λόγος σώμα ανέλαβε, και
ανθρωπίνω οργάνω κέχρηται, ίνα και ζωοποιήση το σώμα, και ίν,
ώσπερ εν τη κτίσει δια των έργων γνωρίζεται, ούτως και εν ανθρώπω
εργάσηται, και δείξη εαυτόν πανταχού, μηδέν έρημον της εαυτού
θειότητος και γνώσεως καταλιμπάνων.
Πάλιν γαρ το αυτό φημι, τοις πρότερον επαναλαβών, ότι τούτο
πεποίηκεν ο Σωτήρ, ίνα ώσπερ τα πάντα πανταχόθεν πληροί παρών,
ούτως και τα πάντα της περί αυτού γνώσεως πληρώση, ή φησι και η
θεία γραφή· "Επληρώθη η σύμπασα του γνώναι τον Κύριον."
Είτε γαρ τις αναβλέπειν εις τον ουρανόν βούλεται, ορά την τούτου
διακόσμησιν· είτε ου δύναται μεν εις τον ουρανόν, εις ανθρώπους δε
μόνον ανακύπτει, ορά δια των έργων την ασύγκριτον αυτού προς
ανθρώπους δύναμιν, και γινώσκει τούτον εν ανθρώποις μόνον Θεόν
Λόγον. Είτε εν δαίμοσί τις απεστράφη, και περί τούτου επτόηται, ορά
τούτον ελαύνοντα τούτους, και κρίνει τούτον αυτών είναι δεσπότην·
είτε εις την υδάτων βεβύθισται φύσιν, και νομίζει ταύτα Θεόν είναι,
ώσπερ Αιγύπτιοι σέβουσι το ύδωρ, ορά ταύτην μεταβαλλομένην υπ
αυτού, και γινώσκει τούτων είναι κτίστην τον Κύριον.
Ει δε και εις άδην τις κατέβη, και προς τους εκεί κατελθόντας ήρωας
επτόηται ως θεούς, αλλ ορά την τούτου γενομένην ανάστασιν, και
την κατά του θανάτου νίκην, και λογίζεται και εν εκείνοις μόνον είναι
τον Χριστόν αληθινόν Κύριον και Θεόν.
Πάντων γαρ των της κτίσεως μερών ήψατο ο Κύριος, και τα πάντα
πάσης απάτης ηλευθέρωσε και ήλεγξεν, ως Παύλός φησιν·
"Απεκδυσάμενος τας αρχάς και τας εξουσίας εθριάμβευσεν εν τω
σταυρώ", ίνα μηκέτι τις απατηθήναι δυνηθή, αλλά πανταχού τον
αληθινόν του Θεού Λόγον εύρη.
Ούτω γαρ λοιπόν πανταχόθεν συγκλειόμενος ο άνθρωπος και
πανταχού, τούτ έστιν εν ουρανώ, εν άδη, εν ανθρώπω, επί γης
ηπλωμένην την του Λόγου θειότητα βλέπων, ουκ έτι μεν απατάται
περί Θεού, μόνον δε τούτον προσκυνεί, και δι αυτού καλώς τον
Πατέρα γινώσκει. Τούτοις μεν ουν και Έλληνες εικότως
δυσωπηθήσονται παρ ημών εκ των ευλόγων· ει δε μη αυτάρκεις είναι
τους λόγους ηγούνται προς αισχύνην αυτών, καν εκ των επ όψεσι
πάντων φαινομένων πιστούσθωσαν τα λεγόμενα.
   

Ο Λόγος του Θεού, λοιπόν, έλαβε κατ’ ανάγκη σώμα και χρησιμοποίησε
ανθρώπινο όργανο, για να δώσει ζωή στο σώμα (στους ανθρώπους)· και επίσης,
όπως γίνεται γνωστός στην κτίση με τα έργα του, έτσι και στην ανθρωπότητα
να εργαστεί και να φανερώσει τον εαυτό του παντού, χωρίς ν’ αφήσει κανέναν
που να μη γνωρίσει τη θεότητά του.
Επαναλαμβάνω και πάλι το ίδιο που είπα παραπάνω, ότι ο Σωτήρας έκαμε
το εξής: όπως τα πάντα γεμίζει με την παρουσία του παντού, κατά παρόμοιο
τρόπο να γεμίσει τα πάντα με την αποκάλυψη της γνώσεώς του, όπως το λέει
και η Αγία Γραφή: «Γέμισε όλη η γη από τη γνώση του Κυρίου».
Έτσι, εάν κάποιος θέλει να βλέπει τον ουρανό, αντικρίζει την πρόνοια του
Θεού· εάν δεν μπορεί να δει τον ουρανό, ρίχνει το βλέμμα του στους
ανθρώπους και βλέπει έμπρακτα την ασύγκριτη δύναμη του Θεού προς αυτούς·
αναγνωρίζει έτσι ότι στους ανθρώπους Αυτός είναι ο μόνος Θεός Λόγος.
Είτε ακόμη κανείς στράφηκε προς τους δαίμονες και φοβήθηκε, βλέπει ότι
Αυτός τους διώχνει· τον αναγνωρίζει λοιπόν ως μόνο που μπορεί να τους εξουσιάζει.
Είτε ακόμη βυθιστεί κανείς στα ύδατα και θεωρεί ότι αυτά είναι
Θεός, όπως οι Αιγύπτιοι λατρεύουν τα νερά, διαπιστώνει ότι Αυτός μεταβάλλει
τη φύση των νερών κι έτσι αναγνωρίζει ότι ο Κύριος είναι ο Δημιουργός τους.
Είτε ακόμη κατέβει στον άδη, στους ήρωες που είναι εκεί και τους λατρεύει
ως θεούς, βλέπει όμως την ανάστασή του (του Χριστού) και την νίκη του πάνω
στο θάνατο, και σκέφτεται ότι και μόνο μ’ αυτά ο Χριστός είναι ο μόνος
αληθινός Κύριος και Θεός.
Διότι, ο Κύριος αγκάλιασε όλα τα μέρη της κτίσεως· τα ελευθέρωσε όλα
από κάθε παρανομία και νίκησε, όπως το λέει ο απόστολος Παύλος:
«Απογύμνωσε τις αρχές και εξουσίες και θριάμβευσε πάνω στο σταυρό».
Έτσι, κανείς πλέον δεν μπορεί να ξεγελαστεί, αλλά παντού μπορεί να βρει
τον αληθινό Λόγο του Θεού.
Έτσι, λοιπόν, από παντού περικυκλώνεται ο άνθρωπος· σε κάθε τόπο,
στον ουρανό δηλαδή, στον άδη, στους ανθρώπους, στη γη βλέπει ν’
απλώνεται η θεότητα του Λόγου· δεν απατάται πλέον για το Θεό,
μόνον Αυτόν (το Χριστό) προσκυνεί και μέσω αυτού γνωρίζει καλά και
τον Πατέρα του. Μ’ αυτά, λοιπόν τα επιχειρήματα είναι εύλογο να φέρουμε
σε δύσκολη θέση τους ειδωλολάτρες. Εάν δεν θεωρούνται αρκετά τα λόγια μας
για να τους ντροπιάσουν, τουλάχιστον να πειστούν στα λόγια μας απ’ αυτά
που ολοφάνερα τα βλέπουν με τα μάτια τους.

46. Πότε την των ειδώλων θρησκείαν ήρξαντο καταλιμπάνειν οι
άνθρωποι, ει μη αφ ου γέγονεν ο αληθινός του Θεού Θεός Λόγος εν
ανθρώποις; πότε δε τα παρ Έλλησι και πανταχού μαντεία πέπαυται
και κεκένωται, ει μη ότε μέχρι γης πεφανέρωκεν εαυτόν ο Σωτήρ;
Πότε δε καταγινώσκεσθαι ήρξαντο οι παρά ποιηταίς λεγόμενοι θεοί
και ήρωες, ως μόνον όντες άνθρωποι θνητοί, ει μη αφ ου ο Κύριος το
κατά του θανάτου τρόπαιον ειργάσατο, και όπερ έλαβε σώμα
τετήρηκεν άφθαρτον, αναστήσας αυτό εκ των νεκρών;
Πότε δε η δαιμόνων απάτη και μανία κατεφρονήθη, ει μη ότε η του
Θεού Δύναμις ο Λόγος, ο πάντων και τούτων Δεσπότης, δια την
των ανθρώπων ασθένειαν συγκαταβάς, επί γης εφάνη; Πότε δε της
μαγείας η τέχνη και τα διδασκαλεία ήρξαντο καταπατείσθαι, ει μη ότε
τα θεοφάνια του Λόγου γέγονεν εν ανθρώποις; Και όλως, πότε των
Ελλήνων η σοφία μεμώραται, ει μη ότε η αληθής του Θεού Σοφία επί
γης εαυτήν εφανέρωσε;
Πάλαι μεν γαρ πάσα η οικουμένη και πας τόπος τη θρησκεία των
ειδώλων επλανάτο, και ουδέν άλλο ή τα είδωλα θεούς ενόμιζον οι
άνθρωποι. Νυν δε κατά πάσαν την οικουμένην, την μεν των ειδώλων
δεισιδαιμονίαν καταλιμπάνουσιν οι άνθρωποι, επί δε τον Χριστόν
καταφεύγουσι, και Θεόν αυτόν προσκυνούντες, δι αυτού και ον ουκ
ήδεισαν Πατέρα γινώσκουσι.
Και το γε θαυμαστόν, διαφόρων όντων και μυρίων σεβασμάτων, και
εκάστου τόπου το ίδιον έχοντος είδωλον, και μη ισχύοντος του παρ
αυτοίς λεγομένου θεού τον πλησίον υπερβήναι τόπον, ώστε και τους
εκ γειτόνων πείσαι σέβειν αυτόν, αλλά μόλις και εν τοις ιδίοις
θρησκευομένου ουδείς γαρ άλλος τον του γείτονος εσέβετο θεόν, αλλ
έκαστος το ίδιον εφύλαττεν είδωλον, νομίζων των πάντων αυτό
κύριον είναι, μόνος ο Χριστός παρά πάσιν εις και πανταχού ο αυτός
προσκυνείται· και ό μη δεδύνηται των ειδώλων η ασθένεια ποιήσαι,
ώστε καν τους πλησίον οικούντας πείσαι, τούτο ο Χριστός πεποίηκεν,
ου μόνον τους πλησίον αλλά και πάσαν απλώς την οικουμένην πείσας
ένα και τον αυτόν Κύριον σέβειν, και δι αυτού Θεόν τον αυτού
Πατέρα.
   

Πότε οι άνθρωποι άρχισαν να εγκαταλείπουν τη θρησκεία των ειδώλων,
παρά από τότε που ενανθρώπισε ο αληθινός Λόγος του Θεού;
Πότε τα μαντεία των ειδωλολατρών που είναι διασκορπισμένα παντού
άδειασαν και σταμάτησαν, παρά μόνον όταν φανερώθηκε στη γη ο Σωτήρας;
Πότε άρχισαν να καταδικάζονται σαν κοινοί θνητοί οι θεωρούμενοι από τους
ποιητές θεοί και ήρωες, παρά μόνον αφότου ο Κύριος έφερε αυτό το τρόπαιο
της νίκης ενάντια στο θάνατο; Και το σώμα που προσέλαβε, αφού το ανάστησε
από τους νεκρούς, το διατήρησε άφθαρτο!
Πότε περιφρονήθηκε η απάτη και η μανία των δαιμόνων, παρά αφότου ο
Λόγος ως η Δύναμη του Θεού και ο άρχοντας όλων και αυτών ακόμη (των
δαιμόνων), από συγκατάβαση για την αδυναμία των ανθρώπων, φανερώθηκε
στη γη; Πότε η τέχνη και τα σχολεία της μαγείας έκλεισαν, παρά μόνον
όταν ο Θεός Λόγος φανερώθηκε ως άνθρωπος; Και γενικά, πότε ξεμώρανε
η σοφία των ειδωλολατρών, παρά όταν η αληθινή Σοφία του Θεού
παρουσιάστηκε στη γη;
Διότι παλαιότερα όλη η γη και κάθε τόπος είχε παρασυρθεί στη θρησκεία
των ειδώλων· οι άνθρωποι τίποτε άλλο δεν πίστευαν ως θεό παρά μόνον
τα είδωλα. Τώρα όμως σε όλη την οικουμένη, οι άνθρωποι εγκαταλείπουν
τη δεισιδαιμονία των ειδώλων και καταφεύγουν στο Χριστό τον οποίο
προσκυνούν ως Θεό· και μέσω του Χριστού γνωρίζουν και τον Πατέρα του,
τον οποίο αγνοούσαν.
Και το πιο θαυμαστό! Υπήρχαν μυριάδες και διαφορετικά σεβάσματα και
κάθε τόπος είχε το δικό του είδωλο. Δεν μπορούσε όμως ο λατρευόμενος θεός
κάθε τόπου να ξεπεράσει τα τοπικά του όρια, ώστε και να πείσει και τους
γειτονικούς λαούς να τον λατρεύουν· μόλις και με δυσκολία λατρευόταν στον
δικό του τόπο. Κανένας δεν προσκυνούσε τους γειτονικούς θεούς, αλλά
σεβόταν μόνο το δικό του είδωλο, θεωρώντας ότι αυτό είναι πάνω από τους
άλλους θεούς. Μόνον ο Χριστός λατρεύεται ως ένας και μοναδικός απ’ όλους
και παντού. Αυτό που δεν μπόρεσε να πετύχει η αδυναμία των ειδώλων, να
πείσει δηλαδή τους γείτονες να τα λατρεύουν, αυτό το πέτυχε ο Χριστός·
έπεισε όχι μόνον τους γείτονες αλλά και όλη γενικά την οικουμένη να λατρεύει
τον ένα και μοναδικό Κύριο και Θεό και μέσω αυτού να λατρεύει και το Θεό
Πατέρα του.

47. Και πάλαι μεν τα πανταχού της απάτης των μαντείων
επεπλήρωτο, και τα εν Δελφοίς και Δωδώνη και Βοιωτία και Λυκία
και Λιβύη και Αιγύπτω και Καβίροις μαντεύματα και η Πυθία
εθαυμάζοντο τη φαντασία παρά των ανθρώπων· νυν δε αφ ου
Χριστός καταγγέλλεται πανταχού, πέπαυται και τούτων η μανία,
και ουκ έστιν έτι λοιπόν εν αυτοίς ο μαντευόμενος.
Και πάλαι μεν δαίμονες εφαντασιοκόπουν τους ανθρώπους,
προκαταλαμβάνοντες πηγάς ή ποταμούς ή ξύλα ή λίθους, και ούτως
ταις μαγγανείαις εξέπληττον τους άφρονας. Νυν δε της θείας
επιφανείας του Λόγου γεγενημένης πέπαυται τούτων η φαντασία.
Τω γαρ σημείω του σταυρού και μόνον ο άνθρωπος χρώμενος,
απελαύνει τούτων τας απάτας.
Και πάλαι μεν τους παρά ποιηταίς λεγομένους θεούς, Δία και Κρόνον
και Απόλλωνα και ήρωας, ενόμιζον οι άνθρωποι θεούς, και τούτους
επλανώντο σέβοντες· άρτι δε του Σωτήρος εν ανθρώποις φανέντος,
εκείνοι μεν εγνώσθησαν όντες άνθρωποι θνητοί, μόνος δε ο Χριστός εν
ανθρώποις εγνωρίσθη Θεός αληθινού Θεού Θεός Λόγος.
Τι δε περί της θαυμαζομένης παρ αυτοίς μαγείας αν τις είποι; Ότι
πριν μεν επιδημήσαι τον Λόγον, ίσχυε και ενήργει παρ Αιγυπτίοις
και Χαλδαίοις και Ινδοίς αύτη και εξέπληττε τους ορώντας· τη δε
παρουσία της αληθείας και τη επιφανεία του Λόγου διηλέγχθη και
αύτη, και κατηργήθη παντελώς.
Περί δε της Ελληνικής σοφίας και της των φιλοσόφων μεγαλοφωνίας,
νομίζω μηδένα του παρ ημών δείσθαι λόγου, επ όψει πάντων όντος
του θαύματος, ότι τοσαύτα γραψάντων των παρ Έλλησι σοφών
και μη δυνηθέντων πείσαι καν ολίγους εκ των πλησίον τόπων περί
αθανασίας και του κατ αρετήν βίου, μόνος ο Χριστός δι ευτελών
ρημάτων, και δι ανθρώπων ου κατά την γλώτταν σοφών, κατά
πάσαν την οικουμένην παμπληθείς εκκλησίας έπεισεν ανθρώπων
καταφρονείν μεν θανάτου, φρονείν δε αθάνατα, και τα μεν πρόσκαιρα
παροράν, εις δε τα αιώνια αποβλέπειν, και μηδέν μεν ηγείσθαι την επί
γης δόξαν, μόνης δε της αθανασίας αντιποιείσθαι.
   

Παλαιότερα όλοι οι τόποι ήταν γεμάτοι από την απάτη των μαντείων·
οι άνθρωποι θαύμαζαν με τη φαντασία τους τους χρησμούς των Δελφών,
της Δωδώνης, Βοιωτίας, Λυκίας, Λιβύης και Αιγύπτου, των Καβείρων
και την Πυθία. Τώρα όμως, αφότου κηρύσσεται ο Χριστός παντού,
έχει σταματήσει η μανία των χρησμών στα μαντεία
και δεν υπάρχει πλέον σ’ αυτά μάντης.
Και παλαιά, επίσης, οι δαίμονες αναστάτωναν με φαντασίες τους ανθρώπους·
έστηναν παγίδα σε πηγές, σε ποτάμια, σε ξύλα ή πέτρες και με μαγικές
τελετές τρόμαζαν τους ανόητους! Τώρα όμως, μετά τη θεία εμφάνιση
του Λόγου στη γη, σταμάτησαν οι μαγικές φαντασιώσεις.
Ο άνθρωπος, κάνοντας χρήση και μόνο το σημείο του σταυρού, διώχνει
μακριά τις απάτες των δαιμόνων.
Παλαιότερα, ακόμη, οι άνθρωποι θεωρούσαν ως θεούς αυτούς που οι ποιητές
αποκαλούσαν θεούς· εννοώ το Δία, τον Κρόνο, τον Απόλλωνα και τους ήρωες·
και οι άνθρωποι βρίσκονταν σε πλάνη και τους λάτρευαν. Τώρα όμως που
ενανθρώπησε ο Σωτήρας, έγινε αντιληπτό ότι εκείνοι ήταν κοινοί θνητοί, ενώ
μόνον ο Χριστός αναγνωρίστηκε από τους ανθρώπους Θεός, ο Υιος και Λόγος
του αληθινού Θεού (Πατέρα).
Και τι να πει κανείς για τη μαγεία την οποία αυτοί θαυμάζουν; Να πει ότι,
πριν ενανθρωπίσει ο Λόγος, είχε δύναμη και δράση στους Αιγυπτίους,
τους Χαλδαίους και τους Ινδούς· προκαλούσε την έκπληξη στους θεατές. Με
τον ερχομό όμως της Αλήθειας και τη φανέρωση του Λόγου αυτή ανατράπηκε
και καταργήθηκε τελείως.
Όσον αφορά τώρα στην ελληνική φιλοσοφία και τη μεγαλοστομία των
φιλοσόφων,νομίζω ότι κανείς δεν χρειάζεται τα επιχειρήματά μου· διότι όλοι
βλέπουν μπροστά τους το θαύμα: ενώ οι Έλληνες σοφοί έγραψαν τόσα πολλά,
δεν μπόρεσαν όμως να πείσουν παρά ελάχιστους συμπατριώτες τους σχετικά
με την αθανασία και την ενάρετη ζωή. Αντίθετα, μόνος ο Χριστός, με απλά
λόγια και με αγράμματους ανθρώπους, όχι σοφούς και ρήτορες, έπεισε
σ’ ολόκληρη την οικουμένη μεγάλες ομάδες ανθρώπων να περιφρονούν
το θάνατο, να επιδιώκουν την αθανασία, να παραβλέπουν την πρόσκαιρη ζωή
και ν’ αποβλέπουν στην αιωνιότητα· να θεωρούν μηδαμινό γεγονός την επίγεια
δόξα και να επιδιώκουν μόνο την αθανασία.

48. Ταύτα δε τα λεγόμενα παρ ημών ουκ άχρι λόγων εστίν, αλλά και
εξ αυτής της πείρας έχει την της αληθείας μαρτυρίαν.
Παρίτω γαρ ο βουλόμενος και θεωρείτω της μεν αρετής το γνώρισμα
εν ταις Χριστού παρθένοις και εν τοις σωφροσύνην αγνεύουσι
νεωτέροις, της δε αθανασίας την πίστιν εν τω τοσούτω των
μαρτύρων αυτού χορώ.
Ηκέτω δε και ο πείραν των προλεχθέντων βουλόμενος λαβείν, και
επ αυτής της φαντασίας των δαιμόνων, και της των μαντείων
απάτης, και των της μαγείας θαυμάτων, χρησάσθω τω σημειώ του
γελωμένου παρ αυτοίς σταυρού, τον Χριστόν ονομάσας μόνον, και
όψεται Πως δι αυτού δαίμονες μεν φεύγουσι, μαντεία δε παύεται,
μαγεία δε πάσα και φαρμακεία κατήργηται.
Τις ουν άρα και πηλίκος εστίν ούτος ο Χριστός, ο τη εαυτού ονομασία
και παρουσία τα πάντα πανταχόθεν επισκιάσας και καταργήσας,
και μόνος κατά πάντων ισχύων, και πάσαν την οικουμένην της
εαυτού διδασκαλίας πληρώσας; Λεγέτωσαν οι πάνυ γελώντες
και ουκ ερυθριώντες Έλληνες.
Ει μεν γαρ άνθρωπός εστι, και Πως εις άνθρωπος την πάντων των
παρ αυτοίς θεών δύναμιν υπερήρε, και ουδέν εκείνους όντας τη εαυτού
δυνάμει διήλεγξεν; Ει δε μάγον αυτόν λέγουσι, Πως οίόν τέ εστιν υπό
μάγου καταργείσθαι πάσαν την μαγείαν, και μη μάλλον συνίστασθαι;
Ει μεν γαρ ανθρώπους μάγους ενίκα, ή καθ ενός ίσχυε μόνου, καλώς αν
ενομίσθη παρ αυτοίς κρείττονι τέχνη την των άλλων υπερβάλλων.
Ει δε κατά πάσης απλώς μαγείας και αυτού του ονόματος αυτής
ήρατο την νίκην ο τούτου σταυρός, δήλον αν είη μη είναι μάγον τον
Σωτήρα, ον και οι παρά των άλλων μάγων επικαλούμενοι δαίμονες
ως δεσπότην φεύγουσι.
Τις ουν άρα εστί λεγέτωσαν οι μόνον εν τω χλευάζειν έχοντες την
σπουδήν Έλληνες. Ίσως αν φήσαιεν δαίμονα και αυτόν γεγενήσθαι,
και ούτως ισχύειν. Τούτο δε και πάνυ λέγοντες οφλήσουσι χλεύην,
πάλιν ταις προτέραις αποδείξεσι δυσωπείσθαι δυνάμενοι. Πως γαρ
οίόν τέ εστι δαίμονα είναι τον τους δαίμονας απελαύνοντα;
Ει μεν γαρ απλώς δαίμονας ήλαυνε, καλώς αν ενομίσθη τω άρχοντι
των δαιμονίων ισχύειν αυτόν κατά των ελαττόνων, οποία και
Ιουδαίοι θέλοντες αυτόν υβρίζειν έλεγον αυτώ. Ει δε πάσα των
δαιμόνων μανία εξίσταται τη τούτου ονομασία και διώκεται, φανερόν
αν είη και εν τούτω πλανάσθαι αυτούς, και μη είναι ως νομίζουσι
δαιμονικήν τινα δύναμιν τον Κύριον ημών και Σωτήρα Χριστόν.
Ουκούν ει μήτε άνθρωπος απλώς μήτε μάγος μήτε δαίμων τις εστιν
ο Σωτήρ, αλλά και την παρά ποιηταίς υπόνοιαν και δαιμόνων
φαντασίαν και Ελλήνων σοφίαν τη εαυτού θειότητι κατήργησε και
επεσκίασε, φανερόν αν είη και παρά πάσιν ομολογηθήσεται ότι ούτος
αληθώς Θεού Υιος εστι, Λόγος και Σοφία και Δύναμις του Πατρός
υπάρχων. Δια τούτο γαρ ουδέ ανθρώπινά εστιν αυτού τα έργα, αλλ
υπέρ άνθρωπον, και Θεού τω όντι γινώσκεται ταύτα, και απ αυτών
των φαινομένων και από της προς ανθρώπους συγκρίσεως.
   

Αυτά τα οποία λέμε, δεν είναι μόνο λόγια, αλλά μαρτυρούνται ως αληθινά
και από την ίδια την εμπειρία.
Όποιος, λοιπόν, θέλει, ας πλησιάσει για να δει το γνώρισμα της αρετής
στις παρθένες του Χριστού και στους νέους που μένουν αγνοί και σώφρονες·
να δει επίσης την πίστη στην αθανασία που έχει τόσο μεγάλο
πλήθος μαρτύρων του.
Ας έλθει, λοιπόν, κι αυτός που θέλει να μάθει εμπειρικά όσα είπαμε
προηγουμένως για τα φανταστικά κατασκευάσματα των δαιμόνων, για την
απάτη των μαντείων και για τα ψευτοθαύματα της μαγείας· ας κάνει μόνο το
σημείο του σταυρού, το οποίο το περιγελούν, και να προφέρει μόνο το όνομα
του Χριστού· τότε θα δει Πως φεύγουν με τ’ όνομά του οι δαίμονες, Πως
κλείνουν τα μαντεία και Πως καταργείται κάθε μαγεία και μαγγανεία.
Ποιος είναι, λοιπόν, και πόσο μεγάλος είναι αυτός ο Χριστός, ο οποίος με το
όνομα και την παρουσία του επισκίασε τα πάντα παντού και τα κατάργησε;
Πως μόνος τους νικά όλους και γέμισε με τη διδασκαλία του όλη την
οικουμένη; Ας μας απαντήσουν οι ειδωλολάτρες που κοροϊδεύουν πολύ
και δεν κοκκινίζουν από ντροπή.
Διότι, εάν είναι άνθρωπος, τότε Πως ένας άνθρωπος νίκησε τη δύναμη όλων
των θεών τους και με τη δική του δύναμη απόδειξε ότι εκείνοι δεν είναι τίποτε;
Εάν πάλι τον θεωρούν μάγο, Πως είναι δυνατόν ένας μάγος να καταργεί
κάθε είδος μαγείας, αντί να την υποστηρίζει; Διότι, αν νικούσε όλους τους
μάγους ή μόνον έναν απ’ αυτούς, θα πίστευαν αυτοί ότι διαθέτει καλύτερη
μαγική τέχνη, κι έτσι νικά την τέχνη των υπολοίπων (μάγων).
Εφόσον όμως ο σταυρός του νίκησε όλη γενικά τη μαγεία και το όνομά της
ακόμη, είναι φανερό ότι δεν είναι μάγος ο Σωτήρας· διότι, τον αποφεύγουν
ως κυρίαρχο ακόμη και οι δαίμονες, τους οποίους επικαλούνται οι άλλοι μάγοι.
Ποιος επιτέλους είναι; Ας μας πουν οι ειδωλολάτρες, που το μόνο που κάνουν
είναι να κοροϊδεύουν. Ίσως θα πουν ότι ήταν κι αυτός δαίμονας, γι’ αυτό
και είναι ισχυρός. Λέγοντας όμως κάτι τέτοιο, θα χλευαστούν πάρα πολύ,
καθώς θ’ αποστομωθούν με τις προηγούμενες αποδείξεις. Διότι, Πως
είναι δυνατόν ο δαίμονας να διώχνει τους δαίμονες;
Εάν βέβαια απλά έδιωχνε τους δαίμονες, καλώς θα θεωρούσαν ότι από τον
άρχοντα των δαιμόνων έχει τη δύναμη πάνω στους ασθενέστερους· αυτό
λένε και οι Εβραίοι σε βάρος του, θέλοντας να τον προσβάλλουν. Εφόσον
όμως η μανία των δαιμόνων ταράζεται και εκδιώκεται με τ’ όνομά του,
είναι φανερό ότι και σ’ αυτό το σημείο βρίσκονται σε πλάνη· δεν είναι, όπως
νομίζουν, κάποια σατανική δύναμη ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός.
Ο Σωτήρας όμως δεν είναι ούτε ούτε απλός άνθρωπος ούτε μάγος ούτε κάποιος
δαίμονας· κατάργησε μάλιστα και επισκίασε με τη θεότητά του τις αντιλήψεις
των ποιητών, τα φαντάσματα των δαιμόνων και τη σοφία των Ελλήνων.
Είναι φανερό και όλοι θα το ομολογήσουν ότι αυτός είναι αληθινά ο Υιος
του Θεού, ο Λόγος, η Σοφία και η Δύναμη του Πατέρα. Γι’ αυτό το λόγο,
δεν είναι πλέον ανθρώπινα τα έργα του, αλλά ξεπερνούν τα ανθρώπινα·
τα έργα αυτά, από την εμφάνισή τους αλλά και από τη σύγκρισή τους με τα
ανθρώπινα, αναγνωρίζονται πράγματι ότι είναι έργα του Θεού.

49. Τις γαρ των πώποτε γενομένων ανθρώπων εκ παρθένου μόνης
εαυτώ συνεστήσατο σώμα; ή τις πώποτε ανθρώπων τοιαύτας νόσους
εθεράπευσεν, οίας ο κοινός πάντων Κύριος; Τις δε το τη γενέσει
ελλείπον αποδέδωκε, και εκ γενετής τυφλόν εποίησε βλέπειν;
Ασκληπιός εθεοποιήθη παρ αυτοίς, ότι την ιατρικήν ήσκησε, και
βοτάνας προς τα πάσχοντα των σωμάτων επενόει, ουκ αυτός ταύτας
πλάττων από γης, αλλά τη εκ φύσεως επιστήμη ταύτας εφευρίσκων.
Τι δε προς το υπό του Σωτήρος γενόμενον, ότι ου τραύμα
εθεράπευσεν, αλλά γένεσιν έπλασε και αποκατέστησε το πλάσμα;
Ηρακλής ως θεός προσκυνείται παρ Έλλησιν, ότι προς ίσους
ανθρώπους αντεμαχέσατο, και θηρία δόλοις ανείλε. Τι προς τα υπό
του Λόγου γενόμενα, ότι νόσους και δαίμονας και τον θάνατον αυτόν
απήλαυνε των ανθρώπων; Διόνυσος θρησκεύεται παρ αυτοίς, ότι
μέθης γέγονε διδάσκαλος τοις ανθρώποις. Ο δε Σωτήρ τω όντι και
Κύριος του παντός, σωφροσύνην διδάξας, χλευάζεται παρ εκείνων.
Αλλ έστω ταύτα. Τι και προς τα έτερα θαύματα της θεότητος
αυτού; Τίνος αποθνήσκοντος ανθρώπου, ο μεν ήλιος εσκοτίσθη, η δε
γη εσείετο; Ιδού μέχρι νυν αποθνήσκουσι και απέθανον έτι άνωθεν
άνθρωποι· πότε τι τοιούτον επ αυτοίς γέγονε θαύμα;
Ή, ίνα τας δια του σώματος αυτού πράξεις παραλίπω, και τας μετά
την ανάστασιν του σώματος αυτού μνημονεύσω, τίνος πώποτε των
γενομένων ανθρώπων η διδασκαλία, από περάτων έως περάτων γης
μία και η αυτή δι όλων ίσχυσεν, ώστε δια πάσης γης το σέβας αυτού
διαπτήναι;
Ή δια τι, είπερ άνθρωπός εστιν ο Χριστός και ου Θεός Λόγος κατ
αυτούς, ου κωλύεται υπό των παρ αυτοίς θεών εις την αυτήν χώραν,
ένθα εισί, το τούτου σέβας διαβήναι, αλλά μάλλον αυτός ο Λόγος
επιδημών τη διδασκαλία εαυτού την εκείνων θρησκείαν παύει, και την
φαντασίαν αυτών καταισχύνει;
   

Ποιος από τους ανθρώπους που μέχρι τώρα γεννήθηκαν, απόκτησε σώμα μόνον
από γυναίκα που δεν γνώρισε άνδρα; Ή, ποιός άνθρωπος θεράπευσε τέτοιες
ασθένειες, σαν αυτές που γιάτρεψε ο Κύριός μας; Ποιος συμπλήρωσε σε
άνθρωπο αυτό που του έλειπε από τη γέννα του και έκανε τον εκ γενετής τυφλό
να βλέπει;
Αυτοί (οι ειδωλολάτρες) θεοποίησαν τον Ασκληπιό, διότι εξάσκησε την
ιατρική και βρήκε βότανα για τα άρρωστα σώματα· δεν τα έφτιαχνε βέβαια
αυτός από τη γη, αλλά τα έβρισκε με την φυσική επιστήμη.
Πως να συγκριθεί αυτό με το έργο του Σωτήρα, ο οποίος δεν θεράπευσε απλό
τραύμα, αλλά ανάπλασε και αποκατάστησε το ίδιο το ανθρώπινο πλάσμα;
Οι Έλληνες προσκυνούν τον Ηρακλή ως θεό, διότι πολέμησε ισάξιους
αντίπαλους και σκότωσε με δόλο θηρία. Πως να συγκριθούν αυτά με όσα
έκανε ο Λόγος, ο οποίος απάλλαξε τους ανθρώπους από τις αρρώστιες, τους
δαίμονες και τον ίδιο το θάνατο; Λατρεύουν επίσης, αυτοί το Διόνυσο, διότι
δίδαξε στους ανθρώπους να μεθούν. Ενώ χλευάζουν τον όντως Σωτήρα και
Κύριο του σύμπαντος, που δίδαξε τη σωφροσύνη.
Αλλά, αρκούν αυτά. Τι λένε και για τα άλλα θαύματα της θεότητάς του;
Ποιού ανθρώπου ο θάνατος σκοτείνιασε τον ήλιο και ταρακούνησε με σεισμό
τη γη; Να, μέχρι σήμερα πεθαίνουν οι άνθρωποι, όπως πέθαιναν και
παλαιότερα· πότε συνέβη ένα παρόμοιο θαύμα σ’ αυτούς;
Ή, για ν’ αφήσω στην άκρη τις πράξεις του επίγειου βίου του και ν’ αναφέρω
αυτές που έγιναν μετά τη σωματική ανάστασή του: ποιού ανθρώπου, απ’ όσους
γεννήθηκαν μέχρι σήμερα, η μία και μοναδική διδασκαλία του ξεπέρασε όλες
τις άλλες διδαχές στα πέρατα της γης, ώστε να διαδοθεί η λατρεία του σ’ όλη
τη γη;
Ή γιατί, εάν είναι, όπως λένε, άνθρωπος και όχι Θεός Λόγος ο Χριστός,
δεν εμποδίζουν οι θεοί τους την λατρεία του να εισέλθει στη δική τους χώρα,
που υπάρχουν αυτοί; Γιατί γίνεται το αντίθετο, ο ίδιος ο Λόγος
να έρχεται
στη χώρα τους με τη διδασκαλία του, να καταργεί τη θρησκεία τους και να
ντροπιάζει τις φαντασιώσεις τους;

50. Πολλοί προ τούτου γεγόνασι βασιλείς και τύραννοι γης, πολλοί
παρά Χαλδαίοις ιστορούνται και παρ Αιγυπτίοις και Ινδοίς γενόμενοι
σοφοί και μάγοι· τις τούτων ποτέ, ου λέγω μετά θάνατον, αλλά και
έτι ζων ηδυνήθη τοσούτον ισχύσαι, ώστε την σύμπασαν αυτόν γην
πληρώσαι της αυτού διδασκαλίας, και τοσούτον πλήθος παιδεύσαι
από της των ειδώλων δεισιδαιμονίας, όσους ο ημέτερος Σωτήρ εις
εαυτόν από των ειδώλων μετήνεγκεν;
Ελλήνων οι φιλόσοφοι μετά πιθανότητος και τέχνης λόγων πολλά
συνέγραψαν· τι ουν τοσούτον όσον ο του Χριστού σταυρός
επεδείξαντο; Άχρι γαρ τελευτής αυτών τα παρ αυτών σοφίσματα
το πιθανόν έσχεν· αλλά και ό έδοξαν ζώντες ισχύειν εν αλλήλοις έσχον
την άμιλλαν, και κατ αλλήλων μελετώντες εφιλονείκουν.
Ο δε του Θεού Λόγος, το παραδοξότατον, πτωχοτέραις ταις λέξεσι
διδάξας, τους πάνυ σοφιστάς επεσκίασε, και τας μεν εκείνων
διδασκαλίας κατήργησε, πάντας έλκων προς εαυτόν, τας δε εαυτού
εκκλησίας πεπλήρωκε· και το γε θαυμαστόν, ότι ως άνθρωπος εις τον
θάνατον καταβάς, την των σοφών μεγαλοφωνίαν περί ειδώλων
κατήργησε.
Τίνος γαρ ποτε θάνατος απήλασε δαίμονας; ή τίνος ποτέ θάνατον
εφοβήθησαν δαίμονες ως τον Χριστού; Ένθα γαρ ονομάζεται το
όνομα του Σωτήρος, εκείθεν πας δαίμων απελαύνεται. Τις δε ούτως
τα ψυχικά πάθη περιείλε των ανθρώπων, ώστε τους μεν πόρνους
σωφρονείν, τους δε ανδροφόνους μηκέτι ξίφος κρατείν, τους δε δειλία
προκατεχομένους ανδρίζεσθαι;
Και όλως, τις τους παρά βαρβάροις και τους κατά τόπον των εθνών
ανθρώπους έπεισεν αποθέσθαι μεν την μανίαν, ειρηναία δε φρονείν,
ει μη η του Χριστού πίστις, και το του σταυρού σημείον; Τις δε άλλος
περί αθανασίας ούτως επιστώσατο τους ανθρώπους, ως ο του
Χριστού σταυρός, και η του σώματος ανάστασις αυτού;
Καίπερ γαρ πάντα ψευσάμενοι Έλληνες, όμως ουκ ηδυνήθησαν
ανάστασιν των εαυτών ειδώλων πλάσασθαι, ουκ ενθυμούμενοι το
σύνολον, ει όλως δυνατόν μετά θάνατον είναι πάλιν το σώμα· εφ ω
και μάλιστα αν τις αυτούς αποδέξηται, ότι τοιαύτα λογισάμενοι την
μεν ασθένειαν της εαυτών ειδωλολατρίας ήλεγξαν, το δε δυνατόν
τω Χριστώ παρεχώρησαν, ίνα και εκ τούτου γνωσθή παρά πάσι
του Θεού Υιος.
   

Υπήρξαν πριν απ’ αυτόν (τον Χριστό) πολλοί βασιλιάδες και τύραννοι στη γη·
αναφέρουν οι ιστορικοί ότι υπήρξαν πολλοί σοφοί και μάγοι στους Χαλδαίους,
τους Αιγύπτιους και τους Ινδούς. Ποιος απ’ αυτούς ποτέ, δεν εννοώ μετά το
θάνατό του αλλά ενώ ζούσε ακόμη, μπόρεσε να δείξει τόσο μεγάλη δύναμη,
ώστε η διδασκαλία του να εξαπλωθεί σ’ όλη τη γη; Ποιος μπόρεσε να
διαφωτίσει τόσο πολλούς για τη δεισιδαιμονία των ειδώλων, όσους ο Σωτήρας
μετάφερε από τα είδωλα στην πίστη προς τον εαυτό του;
Οι φιλόσοφοι των Ελλήνων έγραψαν πολλά με πιθανολογίες και ρητορική
τέχνη. Τι όμως παρουσίασαν τόσο μεγάλο όσο ο σταυρός του Κυρίου;
Διότι, μέχρι το θάνατό τους, οι σοφιστείες τους βασιζόταν στις πιθανότητες·
αλλά και όταν ήταν ζωντανοί, όσα πίστευαν ότι έχουν μεγάλη ισχύ, ήταν
αντικείμενα ανταγωνισμού και φιλονικούσαν μεταξύ τους για τη θεωρία τους.
Και το πιο παράδοξο είναι ότι ο Λόγος του Θεού, ενώ δίδαξε με πιο φτωχές
λέξεις, επισκίασε τους μεγάλους σοφιστές· κατάργησε τις διδασκαλίες τους,
όλους τους τράβηξε προς τον εαυτό του και γέμισε τις εκκλησίες του.
Και το ακόμη πιο θαυμαστό είναι ότι με την κάθοδό του σαν άνθρωπος
στον άδη κατάργησε τα μεγάλα λόγια των σοφών για τα είδωλα.
Τίνος, στ’ αλήθεια, ο θάνατος έδιωξε τους δαίμονες; Ή τίνος ποτέ το θάνατο
φοβήθηκαν οι δαίμονες, όπως έγινε με του Χριστού; Διότι, όπου προφέρεται
το όνομα του Σωτήρα, από κει φεύγει μακριά κάθε δαίμονας. Και ποιός ήταν
εκείνος που καθάρισε τα ψυχικά πάθη των ανθρώπων, ώστε οι πόρνοι να
σωφρονούν, οι φονιάδες να μην κρατούν πλέον το φονικό ξίφος και οι πρώην
δειλοί να γίνονται ανδρείοι;
Και γενικά, ποιός έπεισε βαρβάρους και τα τοπικά έθνη να εγκαταλείψουν
τη μανία τους και να ειρηνεύουν; Δεν είναι τίποτε άλλο παρά
η πίστη στο Χριστό και το σημείο του σταυρού. Και ποιός άλλος
έπεισε τόσο πολύ τους ανθρώπους για την αθανασία όσο ο σταυρός
του Χριστού και η σωματική ανάστασή του;
Διότι, οι ειδωλολάτρες αν και χρησιμοποίησαν κάθε είδους ψέμα, όμως δεν
μπόρεσαν να ξαναδώσουν ζωή στα είδωλα· δεν μπόρεσαν καθόλου να
συλλάβουν την ιδέα ότι είναι δυνατόν ν’ αναστηθεί πάλι το σώμα μετά το
θάνατο. Πολύ περισσότερο μάλιστα μπορεί κάποιος ν’ αποδείξει ότι μ’ αυτές
τις ιδέες τους φανέρωσαν την αδυναμία της ειδωλολατρίας· και έδωσαν αυτή
τη δυνατότητα (της αναστάσεως) μόνο στο Χριστό, για ν’ αναγνωρίσουν όλοι
απ’ αυτή ότι είναι ο Υιος του Θεού.

51. Τις ουν ανθρώπων μετά θάνατον ή όλως ζων περί παρθενίας
εδίδαξε, και ουκ ενόμισεν αδύνατον είναι την αρετήν ταύτην εν
ανθρώποις; Αλλ ο ημέτερος Σωτήρ και των πάντων Βασιλεύς
Χριστός τοσούτον ίσχυσεν εν τη περί ταύτης διδασκαλία, ως και
παιδία μήπω της νομίμης ηλικίας επιβάντα την υπέρ τον νόμον
επαγγέλλεσθαι παρθενίαν.
Τις πώποτε ανθρώπων ηδυνήθη διαβήναι τοσούτον, και εις Σκύθας
και Αιθίοπας, ή Πέρσας, ή Αρμενίους, ή Γότθους, ή τους επέκεινα του
Ωκεανού λεγομένους, ή τους υπέρ την Υρκανίαν όντας, ή όλως τους
Αιγυπτίους και Χαλδαίους παρελθείν, τους φρονούντας μεν μαγικά,
δεισιδαίμονας δε υπέρ την φύσιν και αγρίους τοις τρόποις, και όλως
κηρύξαι περί αρετής και σωφροσύνης και της κατά ειδώλων θρησκείας,
ως ο πάντων Κύριος, η του Θεού Δύναμις, ο Κύριος ημών Ιησούς
Χριστός;
Ος ου μόνον εκήρυξε δια των εαυτού μαθητών, αλλά γαρ και έπεισεν
αυτούς κατά διάνοιαν, την μεν των τρόπων αγριότητα μεταθέσθαι,
μηκέτι δε τους πατρίους σέβειν θεούς, αλλ αυτόν επιγινώσκειν, και δι
αυτού τον Πατέρα θρησκεύειν.
Πάλαι μεν γαρ ειδωλολατρούντες, Έλληνες και βάρβαροι κατ
αλλήλων επολέμουν, και ωμοί προς τους συγγενείς ετύγχανον.
Ουκ ην γαρ τινα το σύνολον ούτε την γην ούτε την θάλασσαν
διαβήναι χωρίς του την χείρα ξίφεσιν οπλίσαι, ένεκα της προς
αλλήλους ακαταλλάκτου μάχης.
Και γαρ και η πάσα του ζήν αυτοίς διαγωγή δι όπλων εγίνετο, και
ξίφος ην αυτοίς αντί βακτηρίας, και παντός βοηθήματος έρεισμα·
καίτοι, ως προείπον, ειδώλοις ελάτρευον, και δαίμοσιν έσπενδον
θυσίας, και όμως ουδέν εκ της ειδώλων δεισιδαιμονίας ηδυνήθησαν οι
τοιαύτα φρονούντες μεταπαιδευθήναι.
Ότε δε εις την Χριστού διδασκαλίαν μεταβεβήκασι, τότε δη
παραδόξως ως τω όντι κατά διάνοιαν κατανυγέντες, την μεν
ωμότητα των φόνων απέθεντο, και ουκ έτι πολέμια φρονούσι,
πάντα δε αυτοίς ειρηναία, και τα προς φιλίαν καταθύμια λοιπόν εστι.
   

Ποιος, λοιπόν, από τους ανθρώπους μετά το θάνατό του ή έστω ζώντας δίδαξε
για την παρθενία και δεν θεώρησε ότι είναι αδύνατο οι άνθρωποι να
κατορθώσουν αυτή την αρετή; Αλλά, ο δικός μας Σωτήρας και βασιλιάς των
όλων, ο Χριστός, τόσο πολύ τα κατάφερε σ’ αυτή τη διδασκαλία, ώστε και
ανήλικα παιδιά να ασκούνται στην παρθενία, που υπερβαίνει το νόμο
(και τη φύση).
Ποιος πάλι από τους ανθρώπους μπόρεσε να περιοδεύσει και να πάει σε τόσο
μακρινά μέρη, στους Σκύθες, τους Αιθίοπες, τους Πέρσες,τους Αρμένιους, τους
Γότθους, σ’ αυτούς που είναι πέρα από τον Ωκεανό (εννοεί τους Βρεττανούς),
ή σ’ αυτούς που είναι πέρα από την Υρκανία (εννοεί τη νότια της Κασπίας
χώρα), ή γενικά στους Αιγύπτιους και Χαλδαίους; Να πάει να κηρύξει την
αρετή, τη σωφροσύνη και ενάντια στην ειδωλολατρία σ’ αυτούς που πίστευαν
στα μάγια και ήταν υπερβολικά δεισιδαίμονες και άγριοι στους τρόπους; Να
να κηρύξει όπως ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, η Δύναμη του Θεού και Κύριος
του σύμπαντος;
Ο Κύριος, όχι μόνο κήρυξε σ’ αυτούς με τους μαθητές του, αλλά τους έπεισε
κιόλας να μεταβάλλουν την αγριότητα της συμπεριφοράς τους,
να μην
λατρεύουν πλέον τους πατροπαράδοτους θεούς, αλλά αυτόν ν’ αναγνωρίζουν
και μέσω αυτού να προσκυνούν τον Θεό Πατέρα.
Διότι, όταν παλαιότερα οι Έλληνες και οι βάρβαροι ήταν ειδωλολάτρες,
πολεμούσαν αναμεταξύ τους και ήταν σκληροί απέναντι στους συγγενείς τους.
Εξαιτίας της αδιάλλακτης διαμάχης μεταξύ τους, κανείς απολύτως
δεν μπορούσε να διαβεί ούτε γη ούτε θάλασσα
χωρίς να είναι οπλισμένος
με ξίφος στο χέρι.
Διότι όλη τους η ζωή κυλούσε με πολέμους και κρατούσαν πάντα στο χέρι,
για να τους στηρίζει και βοηθεί, ξίφος αντί για ραβδί.
Παρόλο που οι ειδωλολάτρες, όπως προείπα, προσκυνούσαν τα είδωλα και
έκαναν θυσίες στους δαίμονες, όμως σε τίποτε δεν μπόρεσαν να μορφωθούν
από τη δεισιδαιμονία των ειδώλων.
Όταν όμως προσήλθαν στη διδασκαλία του Χριστού, τότε, πράγματι
παράδοξα, κατανύχθηκαν στην καρδιά τους και απέβαλαν την
ωμότητα των φόνων· έπαψαν πλέον να σκέφτονται εχθρικά·
όλα σ’ αυτούς είναι ειρηνικά και επιθυμούν στο εξής μόνο τη φιλία (αγάπη).

52. Τις ουν ο ταύτα ποιήσας, ή τις ο τους μισούντας αλλήλους εις
ειρήνην συνάψας, ει μη ο αγαπητός του Πατρός Υιος, ο κοινός
πάντων Σωτήρ Ιησούς Χριστός, ος τη εαυτού αγάπη πάντα υπέρ
της ημών σωτηρίας υπέστη; Και γαρ και άνωθεν ην προφητευόμενον
περί της παρ αυτού πρυτανευομένης ειρήνης, λεγούσης της γραφής·
"Συγκόψουσι τας μαχαίρας αυτών εις άροτρα, και τας ζιβύνας αυτών
εις δρέπανα, και ου λήψεται έθνος επ έθνος μάχαιραν, και ου μη
μάθωσιν έτι πολεμείν."
Και ουκ άπιστόν γε τοιούτον, όπου και νυν οι το άγριον των τρόπων
έμφυτον έχοντες βάρβαροι, έτι μεν θύοντες παρ αυτοίς τοις ειδώλοις,
μαίνονται κατ αλλήλων, και χωρίς ξίφους ουδεμίαν ώραν ανέχονται
μένειν.
Ότε δε της Χριστού διδασκαλίας ακούουσιν, ευθέως αντί μεν πολέμων
εις γεωργίαν τρέπονται, αντί δε του ξίφεσι τας χείρας οπλίζειν, εις
ευχάς εκτείνουσι· και όλως, αντί του πολεμείν προς εαυτούς, λοιπόν
κατά διαβόλου και κατά δαιμόνων οπλίζονται, σωφροσύνη και ψυχής
αρετή τούτους καταπολεμούντες.
Τούτο δε της μεν θειότητος του Σωτήρός εστι γνώρισμα· ότι ό μη
δεδύνηνται εν ειδώλοις μαθείν οι άνθρωποι, τούτο παρ αυτού
μεμαθήκασι· της δε δαιμόνων και της ειδώλων ασθενείας και ουθενείας
έλεγχος ουκ ολίγος εστίν ούτος. Ειδότες γαρ εαυτών οι δαίμονες την
ασθένειαν, δια τούτο συνέβαλον πάλαι τους ανθρώπους καθ εαυτών
πολεμείν, ίνα μη παυσάμενοι της κατ αλλήλων έριδος, εις την κατά
δαιμόνων μάχην επιστρέψωσιν.
Αμέλει, μη πολεμούντες προς εαυτούς, οι Χριστώ μαθητευόμενοι
κατά δαιμόνων τοις τρόποις και ταις κατ αρετήν πράξεσιν
αντιπαρατάσσονται, και τούτους μεν διώκουσι, τον δε τούτων
αρχηγόν διάβολον καταπαίζουσιν, ώστε εν νεότητι μεν σωφρονείν, εν
πειρασμοίς δε υπομένειν, εν πόνοις δε καρτερείν, και υβριζομένους μεν
ανέχεσθαι, αποστερουμένους δε καταφρονείν, και το γε θαυμαστόν,
ότι και θανάτου καταφρονούσι, και γίνονται μάρτυρες Χριστού.
   

Ποιος λοιπόν είναι αυτός που τα έκανε αυτά, και ένωσε ειρηνικά αυτούς που
μισούσε ο ένας τον άλλον παρά ο αγαπητός Υιος του Θεού Πατέρα, ο Ιησούς
Χριστός, ο κοινός Σωτήρας όλων; Αυτός που από την αγάπη του υπέστη τα
πάντα για τη σωτηρία μας. Διότι από την παλαιά εποχή υπήρχε η προφητεία
για την ειρήνη που ο Χριστός θα φέρει· λέει η Αγία Γραφή: «Θα ακονίσουν τα
μαχαίρια τους σε άροτρα και τις λόγχες τους σε δρεπάνια· δεν θα πολεμήσει
πλέον έθνος εναντίον έθνους, ούτε θα μάθουν πλέον τον πόλεμο».
Και ασφαλώς δεν είναι απίστευτο αυτό, αφού και τώρα οι βάρβαροι που έχουν
έμφυτη την αγριότητα των τρόπων, θυσιάζουν ακόμη στα είδωλα,
συμπεριφέρονται ως παράφρονες μεταξύ τους και δεν αποχωρίζονται ούτε για
μια ώρα το ξίφος τους.
Όταν όμως ακούσουν τη διδασκαλία του Χριστού, αμέσως αντί για πόλεμο
στρέφονται στη γεωργία· αντί να οπλίζουν τα χέρια τους με ξίφη, τα σηκώνουν
για προσευχή. Και γενικά, αντί να πολεμούν μεταξύ τους, εξοπλίζονται
ενάντια στο διάβολο και τους δαίμονες και τους πολεμούν με τη σωφροσύνη
και την αρετή της ψυχής τους.
Και αυτό από τη μια είναι γνώρισμα της θεότητας του Σωτήρα· διότι, αυτό που
δεν μπόρεσαν να μάθουν οι άνθρωποι από τα είδωλα, αυτό το έμαθαν απ’ Αυτόν.
Από την άλλη, είναι μεγάλη απόδειξη της αδυναμίας και μηδαμινότητας των
δαιμόνων και των ειδώλων. Επειδή γνωρίζουν οι δαίμονες την αδυναμία τους,
παρακίνησαν στην αρχαιότητα τους ανθρώπους να μάχονται ο ένας τον άλλον,
για να μην σταματήσουν την μεταξύ τους φιλονικία και στραφούν στον
πόλεμο ενάντια στους δαίμονες.
Αναμφίβολα, όταν οι μαθητές του Χριστού δεν πολεμούν μεταξύ τους,
αντιπαρατάσσονται ενάντια στους δαίμονες με τρόπους και ενάρετες πράξεις.
Και αυτούς τους διώχνουν μακριά, ενώ τον αρχηγό τους διάβολο τον
περιπαίζουν, ώστε οι νέοι να είναι σώφρονες, να υπομένουν τους πειρασμούς,
να δείχνουν καρτερία στους πόνους, ν’ ανέχονται τις ύβρεις και να
περιφρονούν ό,τι στερούνται. Και το πιο αξιοθαύμαστο είναι
ότι και το θάνατο καταφρονούν και γίνονται μάρτυρες τους Χριστού.

53. Και ίνα εν ό και πάνυ θαυμαστόν εστι γνώρισμα της θειότητος του
Σωτήρος είπω· τις πώποτε άνθρωπος απλώς ή μάγος, ή τύραννος,
ή βασιλεύς, εφ εαυτού τοσούτον ηδυνήθη βαλείν, και καθ όλης της
ειδωλολατρίας και πάσης δαιμονικής στρατίας και πάσης μαγείας και
πάσης σοφίας Ελλήνων, τοσούτον ισχυόντων και έτι ακμαζόντων και
εκπληττόντων πάντας, αντιμάχεσθαι και μια ροπή κατά πάντων
αντιστήναι, ως ο ημέτερος Κύριος, ο του Θεού αληθής Λόγος, ος
αοράτως εκάστου την πλάνην ελέγχων, μόνος παρά πάντων τους
πάντας ανθρώπους σκυλεύει, ώστε τους μεν τα είδωλα
προσκυνούντας λοιπόν αυτά καταπατείν, τους δε μαγείαις
θαυμασθέντας τας βίβλους κατακαίειν, τους δε σοφούς την των
Ευαγγελίων προκρίνειν πάντων ερμηνείαν.
Ους μεν γαρ πρότερον προσεκύνουν, τούτους καταλιμπάνουσιν·
ον δε εχλεύαζον εσταυρωμένον· τούτον προσκυνούσι Χριστόν, Θεόν
αυτόν ομολογούντες· Και οι μεν παρ αυτοίς λεγόμενοι θεοί τω σημείω
του σταυρού διώκονται· ο δε σταυρωθείς Σωτήρ εν πάση τη
οικουμένη Θεός αναγορεύεται και Θεού Υιος. Και οι μεν παρ Έλλησι
προσκυνούμενοι θεοί ως αισχροί διαβάλλονται παρ αυτών· οι δε την
Χριστού λαμβάνοντες διδασκαλίαν, σωφρονέστερον εκείνων έχουσι
τον βίον.
Ταύτα ουν, και τα τοιαύτα, ει μεν ανθρώπινά εστι, δεικνύτω τις ο
βουλόμενος και τα των προτέρων τοιαύτα, και πειθέτω. Ει δε μη
ανθρώπων αλλά Θεού έργα ταύτα φαίνεται και εισι, δια τι τοσούτον
ασεβούσιν οι άπιστοι, μη επιγινώσκοντες τον ταύτα εργασάμενον
Δεσπότην;
Όμοιον γαρ πάσχουσιν, ως ει τις εκ των έργων της κτίσεως μη
γινώσκοι τον τούτων δημιουργόν Θεόν. Ει γαρ εκ της εις τα όλα
αυτού δυνάμεως εγίνωσκον αυτού την θεότητα, έγνωσαν αν ότι και
τα δια του σώματος έργα του Χριστού ουκ ανθρώπινα, αλλά του
πάντων Σωτήρός εστι του Θεού Λόγου. Γινώσκοντες δε ούτως,
καθάπερ είπεν ο Παύλος, "ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν".
   

Και για να πω ένα, το οποίο είναι το πιο θαυμαστό γνώρισμα της θεότητας του
Σωτήρα· μέχρι σήμερα ποιός απλός άνθρωπος ή μάγος ή τύραννος ή βασιλιάς
μπόρεσε μόνος του να επιτεθεί εναντίον όλης της ειδωλολατρίας και
εναντίον κάθε δαιμονικής στρατιάς, κάθε μαγείας και εναντίον όλης της
σοφίας των Ελλήνων; Ποιος μπόρεσε να πολεμήσει και ν’ αντισταθεί με μιας
εναντίον όλων των Ελλήνων, που είχαν τόση δύναμη και ακόμη προοδεύουν
και όλους τους εκπλήσσουν; Ποιος μπόρεσε να κάνει όπως ο Κύριός μας, ο
αληθινός Λόγος του Θεού, ο οποίος ελέγχει αόρατα την πλάνη του καθένα και
μόνος απ’ όλους κατανικά όλους τους ανθρώπους; Ώστε αυτοί που προσκυνούν
τα είδωλα στο εξής να τα καταπατούν, όσοι θαυμάζουν τις μαγείες να καίνε
βιβλία τους, ενώ οι σοφοί να προτιμούν πάνω απ’ όλα την ερμηνεία
των Ευαγγελίων;
Αυτούς που προηγούμενα προσκυνούσαν, αυτούς τους εγκαταλείπουν·
Ενώ, Αυτόν που χλεύαζαν πάνω στο σταυρό, αυτόν τον Χριστό τον προσκυνούν
και ομολογούν Θεό. Οι θεωρούμενοι θεοί τους φυγαδεύονται με το σημείο
του σταυρού· ενώ ο σταυρωμένος Σωτήρας ανακηρύσσεται σ’ όλη την
οικουμένη Θεός και Υιος του Θεού. Οι θεοί, τους οποίους προσκυνούσαν οι
ειδωλολάτρες κατηγορούνται για αισχρότητες· αντίθετα, όσοι μαθητεύουν στη
διδασκαλία του Χριστού, έχουν πιο σώφρονα ζωή από εκείνους.
Αν, λοιπόν, αυτά και τα παρόμοια είναι ανθρώπινα κατορθώματα , ας μας
υποδείξει όποιος θέλει τέτοια ίδια και από προηγούμενες περιπτώσεις για να
μας πείσει. Ειδάλλως, εάν αυτά και φαίνονται και είναι έργα Θεού και όχι
ανθρώπων, γιατί δείχνουν τόσο μεγάλη ασέβεια οι άπιστοι και δεν
παραδέχονται τον Δεσπότη που τα έκανε;
Παθαίνουν κάτι παρόμοιο μ’ εκείνον που δεν αναγνωρίζει από τα έργα της
κτίσεως το Δημιουργό Θεό. Διότι, αν από τη δύναμή του που φαίνεται στο
σύμπαν, αναγνώριζαν τη θεότητά του, θ’ αντιλαμβάνονταν ότι και τα
σωματικά κατορθώματα του Χριστού δεν είναι ανθρώπινα, αλλά ενέργειες
του Σωτήρα όλων και Λόγου του Θεού. Και εάν είχαν αυτή την αντίληψη τότε,
«δεν θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξης», όπως το είπε ο απόστολος Παύλος.

54. Ώσπερ ουν ει τις αόρατον όντα τη φύσει τον Θεόν και μηδόλως
ορώμενον ει θέλοι οράν, εκ των έργων αυτόν καταλαμβάνει και
γινώσκει, ούτως ο μη ορών τη διανοία τον Χριστόν, καν εκ των έργων
του σώματος καταμανθανέτω τούτον, και δοκιμαζέτω ει ανθρώπινά
εστιν ή Θεού.
Και εάν μεν ανθρώπινα ή, χλευαζέτω· ει δε μη ανθρώπινά εστιν αλλά
Θεού γινώσκεται, μη γελάτω τα αχλεύαστα, αλλά μάλλον
θαυμαζέτω, ότι δια τοιούτου πράγματος ευτελούς τα θεία ημίν
πεφανέρωται, και δια του θανάτου η αθανασία εις πάντας έφθασε, και
δια της ενανθρωπήσεως του Λόγου η των πάντων εγνώσθη πρόνοια,
και ο ταύτης χορηγός και Δημιουργός αυτός ο του Θεού Λόγος.
Αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν· και αυτός
εφανέρωσεν εαυτόν δια σώματος, ίνα ημείς του αοράτου Πατρός
έννοιαν λάβωμεν· και αυτός υπέμεινε την παρ ανθρώπων ύβριν, ίνα
ημείς αφθαρσίαν κληρονομήσωμεν. Εβλάπτετο μεν γαρ αυτός ουδέν,
απαθής και άφθαρτος και Αυτολόγος ων και Θεός· τους δε πάσχοντας
ανθρώπους, δι ους και ταύτα υπέμεινεν, εν τη εαυτού απαθεία ετήρει
και διέσωζε.
Και όλως τα κατορθώματα του Σωτήρος τα δια της ενανθρωπήσεως
αυτού γενόμενα, τοιαύτα και τοσαύτά εστιν, α ει διηγήσασθαί τις
εθελήσειεν, έοικε τοις αφορώσιν εις το πέλαγος της θαλάσσης και
θέλουσιν αριθμείν τα κύματα ταύτης. Ως γαρ ου δύναται τοις
οφθαλμοίς περιλαβείν τα όλα κύματα, των επερχομένων παριόντων
την αίσθησιν του πειράζοντος, ούτως και τω βουλομένω πάντα τα εν
σώματι του Χριστού κατορθώματα περιλαβείν αδύνατον τα όλα καν
τω λογισμώ δέξασθαι, πλειόνων όντων των παριόντων αυτού την
ενθύμησιν, ων αυτός νομίζει περιειληφέναι.
Κάλλιον ουν μη προς τα όλα αφορώντα λέγειν, ων ουδέ μέρος εξειπείν
τις δύναται, αλλ έτι ενός μνημονεύσαι, και σοί καταλιπείν τα όλα
θαυμάζειν. Πάντα γαρ επίσης έχει το θαύμα, και όποι δ αν τις
αποβλέψη, εκείθεν του Λόγου την θειότητα βλέπων υπερεκπλήττεται.
   

Όπως, λοιπόν, εάν κάποιος θέλει να δει το Θεό που είναι από τη φύση του
αόρατος και καθόλου ορατός, τον αναγνωρίζει και τον αντιλαμβάνεται από τα
έργα του, έτσι αυτός που δεν βλέπει με τον νου το Θεό, τουλάχιστον ας τον
γνωρίσει από τα έργα του σώματος· και να δοκιμάσει αν είναι έργα ανθρώπινα
ή θεϊκά.
Εάν βέβαια είναι έργα ανθρώπινα, ας τα χλευάσει· αν δεν είναι ανθρώπινα
αλλά του Θεού, να μη χλευάζει τα αχλεύαστα. Αλλά, μάλλον να τα θαυμάζει,
διότι μας φανερώθηκε ο Θεός με τόσο ευτελές μέσον·
με το θάνατό του έφτασε σε όλους η αθανασία· με την ενανθρώπηση του
Λόγου έγινε γνωστή η πρόνοιά του για όλα· έγινε γνωστός ο χορηγός της και
Δημιουργός, ο ίδιος ο Λόγος του Θεού.
Διότι, αυτός ενανθρώπησε για να θεοποιηθούμε εμείς. Φανέρωσε ο ίδιος
τον εαυτό του με ανθρώπινο σώμα, για ν’ αποκτήσουμε εμείς ορθή αντίληψη
για τον αόρατο Πατέρα του. Υπέμεινε την ατίμωση από τους ανθρώπους, για
να κληρονομήσουμε την αφθαρσία. Αυτός βέβαια δεν έπαθε καμιά ζημιά,
επειδή είναι απαθής, άφθαρτος, ο ίδιος ο Λόγος και Θεός.
Τους ανθρώπους
όμως που ήταν σε αδυναμία, με όσα υπόφερε, λόγω της απάθειάς του τους
διαφύλαξε και έσωσε.
Και γενικά, τα κατορθώματα του Σωτήρα που έκαμε με την ενανθρώπησή του,
τέτοια και τόσα πολλά είναι· αν θελήσει κάποιος να τα εξιστορήσει,
θα μοιάζει μ’ αυτούς που κοιτούν το πέλαγος της θάλασσας και προσπαθούν
ν’ αριθμήσουν τα κύματά της. Όπως δεν μπορούν τα μάτια να μετρήσουν
όλα τα κύματα, διότι τα επερχόμενα ξεπερνούν την αίσθηση του παρατηρητή,
έτσι κι αυτός που θέλει ν’ απαριθμήσει όλα τα σωματικά κατορθώματα του
Χριστού είναι αδύνατο να το κάνει, ακόμη να τα δεχθεί και με τη σκέψη·
διότι, αυτά που υπερβαίνουν τη σκέψη του είναι περισσότερα απ’ αυτά που
αυτός νομίζει ότι έχει συμπεριλάβει στο νου του.
Είναι, λοιπόν, προτιμότερο να σιωπά κανείς όταν τα βλέπει όλα· διότι δεν
μπορεί ούτε για ένα μέρος τους να μιλήσει· καλύτερα ν’ αναφέρει μόνο ένα
και ν’ αφήσει σε σένα να θαυμάζεις το σύνολο. Διότι όλα εξίσου περιέχουν το
θαύμα, και όπου κανείς στρέψει το βλέμμα, βλέπει από κει τη θεότητα του
Λόγου και εκπλήσσεται.

55. Τούτο ουν μετά τα προειρημένα καταμαθείν σε άξιόν εστιν και ως
αρχήν των μη λεχθέντων θέσθαι, και θαυμάσαι λίαν ότι του Σωτήρος
επιδημήσαντος ουκ έτι μεν ηύξησεν η ειδωλολατρία, και η ούσα δε
ελαττούται, και κατ ολίγον παύεται· και ουκ έτι μεν η Ελλήνων σοφία
προκόπτει, και η ούσα δε λοιπόν αφανίζεται· και δαίμονες μεν ουκ έτι
φαντασίαις και μαντείαις και μαγείαις απατώσι, μόνον δε τολμώντες
και επιχειρούντες καταισχύνονται τω σημείω του σταυρού.
Και συλλήβδην ειπείν, θεώρει Πως η μεν του Σωτήρος διδασκαλία
πανταχού αύξει· πάσα δε ειδωλολατρία και πάντα τα εναντιούμενα
τη Χριστού πίστει καθ ημέραν ελαττούται και εξασθενεί και πίπτει.
Ούτω δε θεωρών προσκύνει μεν τον επί πάντων Σωτήρα και
δυνατόν Θεόν Λόγον· καταγίνωσκε δε των ελαττουμένων και
αφανιζομένων υπ αυτού.
Ως γαρ ηλίου παρόντος ουκ έτι το σκότος ισχύει, αλλά και ει που εστι
περιλειπόμενον απελαύνεται· ούτως ελθούσης της θείας επιφανείας του
Θεού Λόγου, ουκ έτι μεν ισχύει το των ειδώλων σκότος, πάντα δε τα
πανταχού της οικουμένης μέρη τη τούτου διδασκαλία καταλάμπεται.
Και ώσπερ βασιλεύοντός τινος και μη φαινομένου εν τινι χώρα, αλλ
ένδον όντος εν τω εαυτού οίκω, πολλάκις τινές άτακτοι καταχρώμενοι
τη τούτου αναχωρήσει εαυτούς αναγορεύουσι, και έκαστος
κατασχηματισάμενος τους ακεραίους φαντασιοκοπεί ως βασιλεύς,
και ούτως πλανώνται οι άνθρωποι τω ονόματι, ακούοντες μεν είναι
βασιλέα, ουχ ορώντες δε αυτόν, δια το μάλιστα μηδέ δύνασθαι αυτούς
έσω του οίκου χωρήσαι, επειδάν δε ο αληθώς βασιλεύς προέλθη και
φανή, τότε οι μεν απατώντες άτακτοι ελέγχονται τη τούτου
παρουσία, οι δε άνθρωποι ορώντες τον αληθώς βασιλέα,
καταλιμπάνουσι τους πάλαι πλανώντας αυτούς·
ούτως και πάλαι μεν ηπάτων οι δαίμονές τε και άνθρωποι, Θεού τιμήν
εαυτοίς περιτιθέντες· ότε δε επεφάνη ο του Θεού Λόγος εν σώματι, και
εγνώρισεν ημίν τον εαυτού Πατέρα, τότε δη η μεν των δαιμόνων
απάτη αφανίζεται και παύεται· οι δε άνθρωποι, αφορώντες εις τον
αληθινόν του Πατρός Θεόν Λόγον, καταλιμπάνουσι τα είδωλα, και
λοιπόν επιγινώσκουσι τον αληθινόν Θεόν.
Τούτο δε γνώρισμα του είναι τον Χριστόν Θεόν Λόγον και Θεού
Δύναμίν εστι· των γαρ ανθρωπίνων παυομένων, και μένοντος του
ρήματος του Χριστού, δήλόν εστι παρά πάσι, τα μεν παυόμενα είναι
πρόσκαιρα, τον δε μένοντα είναι Θεόν και Θεού Υιόν αληθινόν
μονογενή Λόγον.
   

Μετά απ’ όσα είπαμε, αξίζει να μάθεις και το εξής και να το θέσεις ως αρχή
αυτών που δεν λέχτηκαν: να θαυμάσεις πολύ ότι, αφότου ήλθε στη γη ο
Σωτήρας, καθόλου δεν αυξήθηκε η ειδωλολατρία· κι αυτή που υπάρχει
ελαττώνεται και σιγά σιγά σταματά. Η σοφία των Ελλήνων δεν προοδεύει
πλέον και αυτή που υπάρχει στο εξής εξαφανίζεται. Οι δαίμονες πάλι δεν
εξαπατούν με τις φαντασίες, τα μαντέματα και τις μαγείες τους· μόλις
τολμήσουν να επιχειρήσουν κάτι, κατατροπώνονται με το σημείο του σταυρού.
Και για να συνοψίσουμε, πρόσεξε Πως η διδασκαλία του Σωτήρα παντού
αυξάνει· κάθε ειδωλολατρία και όλα όσα εναντιώνονται στην πίστη του
Χριστού καθημερινά ελαττώνονται, εξασθενούν και πέφτουν.
Έτσι θεωρώντας τα πράγματα, προσκύνησε τον Σωτήρα όλων και παντοδύναμο
Θεό Λόγο. Περιφρόνησε όλα εκείνα τα οποία Αυτός ελαττώνει και εξαφανίζει.
Διότι, όπως όταν ανατέλλει ο ήλιος, δεν έχει καμιά ισχύ το σκοτάδι, αλλά και
αν κάπου παραμένει, διώχνεται από κει· έτσι, αφότου ήλθε η ενανθρώπηση του
Λόγου του Θεού, δεν ισχύει πλέον το σκοτάδι της ειδωλολατρίας και όλα τα
μέρη της οικουμένης φωτίζονται από τη διδασκαλία του.
Και όπως σε μια χώρα όπου υπάρχει βασιλιάς αλλά δεν εμφανίζεται και
παραμένει μέσα στο ανάκτορό του, συμβαίνει ορισμένοι επαναστάτες να
εκμεταλλεύονται την απουσία του και ν’ αναγορεύουν βασιλιά τον εαυτό τους·
και ο καθένας ντύνεται βασιλιάς και με την εμφάνισή του σαν βασιλιάς
πείθει τους απλοϊκούς. Και έτσι πλανώνται οι άνθρωποι με το όνομα· διότι
ακούν ότι υπάρχει βασιλιάς αλλά δεν τον βλέπουν, διότι δεν μπορούν να
εισέλθουν μέσα στο παλάτι. Όταν όμως βγεί έξω και εμφανιστεί ο πραγματικός
βασιλιάς, τότε από τη μια οι απατεώνες επαναστάτες ξεσκεπάζονται με την
παρουσία του, κι από την άλλη οι υπήκοοι του βασιλιά εγκαταλείπουν
εκείνους που προηγούμενα τους απατούσαν.
Έτσι και παλαιότερα οι δαίμονες και οι άνθρωποι εξαπατούσαν, αποδίδοντας
στον εαυτό τους θεϊκές τιμές. Όταν όμως φανερώθηκε σωματικά ο Λόγος του
Θεού και μας γνώρισε τον Πατέρα του, τότε εξαφανίζεται και σταματά η απάτη
των δαιμόνων· και οι άνθρωποι, αποβλέποντας στον αληθινό Υιό και Λόγο
του Θεού Πατέρα, εγκαταλείπουν τα είδωλα και στο εξής αναγνωρίζουν
τον αληθινό Θεό.
Αυτό αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι ο Χριστός είναι ο Θεός Λόγος
και η Δύναμη του Θεού· διότι, όταν τα ανθρώπινα σταματούν και διατηρείται
ο λόγος του Χριστού, γίνεται φανερό σ’ όλους ότι αυτά που σταμάτησαν είναι
προσωρινά, ενώ αυτός που μένει αιώνια είναι Θεός, ο αληθινός και μονογενής
Υιος Λόγος του Θεού.

56. Ταύτα μεν σοι παρ ημών δι ολίγων, όσον προς στοιχείωσιν και
χαρακτήρα της κατά Χριστόν πίστεως και της θείας αυτού προς ημάς
επιφανείας, ανατεθείσθω, ω φιλόχριστε άνθρωπε, συ δε την πρόφασιν
εκ τούτων λαβών, ει εντυγχάνοις τοις των γραφών γράμμασι,
γνησίως αυτοίς εφιστάνων τον νουν, γνώση παρ αυτών τελειότερον
μεν και τρανότερον των λεχθέντων την ακρίβειαν.
Εκείναι μεν γαρ δια θεολόγων ανδρών παρά Θεού ελαλήθησαν και
εγράφησαν. Ημείς δε παρά των αυταίς εντυγχανόντων θεολόγων
διδασκάλων, οί και μάρτυρες της Χριστού θεότητος γεγόνασι,
μαθόντες μεταδίδομεν και τη ση φιλομαθεία.
Γνώση δε και την δευτέραν αυτού πάλιν προς ημάς ένδοξον και θείαν
αληθώς επιφάνειαν, ότε ουκ έτι μετ ευτελείας, αλλ εν τη ιδία δόξη· ότε
ουκ έτι μετά ταπεινότητος, αλλ εν τη ιδία μεγαλειότητι· ότε ουκ έτι
παθείν, αλλά λοιπόν του ιδίου σταυρού τον καρπόν αποδούναι πάσιν
έρχεται, φημί δη την ανάστασιν και την αφθαρσίαν· και ουκ έτι μεν
κρίνεται, κρινεί δε τους πάντας, προς α έκαστος έπραξε δια του
σώματος, είτε αγαθά, είτε φαύλα· ένθα τοις μεν αγαθοίς απόκειται
βασιλεία ουρανών, τοις δε τα φαύλα πράξασι, πυρ αιώνιον και σκότος
εξώτερον.
Ούτω γαρ και αυτός ο Κύριός φησι· "Λέγω υμίν, απ άρτι όψεσθε τον
Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως, και ερχόμενον
επί των νεφελών του ουρανού, εν τη δόξη του Πατρός."
Διο δη και σωτήριός εστι λόγος ευτρεπίζων ημάς εις εκείνην την
ημέραν και λέγων· "Γίνεσθε έτοιμοι και γρηγορείτε, ότι ή ουκ οίδατε
ώρα έρχεται." Κατά γαρ τον μακάριον Παύλον, "τους πάντας ημάς
παραστήναι δεί έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσηται
έκαστος, προς α δια του σώματος έπραξεν, είτε αγαθόν, είτε φαύλον".
   

Αυτά τα λίγα είχα να σου πω, φιλόχριστε άνθρωπε, όσα χρειάζονται για να
μυηθείς στοιχειωδώς και να γνωρίσεις την πίστη στο Χριστό και τη θεία του
φανέρωση στη γη. Συ να λάβεις απ’ αυτά την αφορμή,
για να εντρυφήσεις στα κείμενα της Αγίας Γραφής,
προσέχοντας σ’ αυτά με ειλικρίνεια· έτσι, θα κατανοήσεις απ’ αυτά πιο τέλεια
και πιο καθαρά την ακρίβεια όσων είπαμε.
Διότι, φωτισμένοι από το Θεό άνδρες υπαγόρευσαν και έγραψαν τις άγιες
Γραφές. Και εμείς τις μάθαμε από τους θεόπνευστους δασκάλους των
Γραφών, οι οποίοι αποτελούν και τους μάρτυρες της θεότητος του Χριστού·
και τις μεταδίδουμε σε σένα που θέλεις να τις μάθεις.
Θα μάθεις ακόμη και τη δεύτερη, ένδοξη και θεία πράγματι παρουσία του που
θα γίνει πάλι σε μας· τότε δεν θα έλθει απλοϊκά αλλά με όλη του τη δόξα· δεν
θα έλθει με την ταπείνωση αλλά με τη μεγαλειότητά του· τότε έρχεται όχι
για να σταυρωθεί και πάλι, αλλά ν’ αποδώσει την καρποφορία του σταυρού
του σε όλους· εννοώ την ανάσταση και αφθαρσία. Τότε δεν κριθεί εκείνος,
αλλά αυτός θα κρίνει όλους σύμφωνα με τα έργα τους τα σωματικά, ανάλογα
αν είναι καλά ή κακά. Και στους καλούς θ’ αποδώσει τη βασιλεία των
ουρανών, ενώ σ’ όσους εργάστηκαν τα κακά, θα τους στείλει στο αιώνιο πυρ
και το βαθύ σκοτάδι.
Διότι, έτσι το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος: «Σας λέω, ότι στο εξής θα βλέπετε
τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά της δυνάμεως (του Πατέρα) και να
έρχεται πάνω στα σύννεφα με τη δόξα του Πατέρα του».
Γι’ αυτό και πάλι ο λόγος του Σωτήρα μας προετοιμάζει για εκείνη την ημέρα
λέγοντας: «Να είστε έτοιμοι και να βρίσκεστε σε ετοιμότητα, διότι δεν
γνωρίζετε την ώρα που έρχεται». Και ο μακάριος απόστολος Παύλος λέει:
«πρέπει όλοι μας να παρουσιαστούμε μπροστά στο θρόνο του Χριστού, για ν’
απολάβει ο καθένας ανάλογα με τις σωματικές του πράξεις, καλές ή κακές».

57. Αλλά προς την εκ των γραφών έρευναν και γνώσιν αληθή, χρεία
βίου καλού και ψυχής καθαράς και της κατά Χριστόν αρετής, ίνα δι
αυτής οδεύσας ο νους τυχείν ων ορέγεται και καταλαβείν δυνηθή,
καθ όσον εφικτόν εστι τη ανθρώπων φύσει περί του Θεού Λόγου
μανθάνειν.
Άνευ γαρ καθαράς διανοίας και της προς τους αγίους του βίου
μιμήσεως, ουκ αν τις καταλαβείν δυνηθείη τους των αγίων λόγους.
Ώσπερ γαρ ει τις εθελήσειεν ιδείν το του ηλίου φως, πάντως τον
οφθαλμόν αποσμήχει και λαμπρύνει, σχεδόν όμοιον τω ποθουμένω
εαυτόν διακαθαίρων, ίνα ούτως φως γενόμενος ο οφθαλμός το του
ηλίου φως ίδη, ή ως ει τις θελήσειεν ιδείν πόλιν ή χώραν, πάντως επί
τον τόπον αφικνείται της θέας ένεκεν·
ούτως ο θέλων των θεολόγων την διάνοιαν καταλαβείν, προαπονίψαι
και προαποπλύναι τω βίω την ψυχήν οφείλει, και προς αυτούς τους
αγίους αφικέσθαι τη ομοιότητι των πράξεων αυτών, ίνα συν αυτοίς
τη αγωγή της συζήσεως γενόμενος, τα και αυτοίς αποκαλυφθέντα
παρά Θεού κατανοήση, και λοιπόν ως εκείνοις συναφθείς εκφύγη μεν
τον των αμαρτωλών κίνδυνον και το τούτων πυρ εν τη ημέρα της
κρίσεως, απολάβη δε τα τοις αγίοις αποκείμενα εν τη των ουρανών
βασιλεία, "α οφθαλμός ουκ είδεν, ουδέ ους ήκουσεν, ουδέ επί καρδίαν
ανθρώπων ανέβη, όσα ητοίμασται τοις" κατ αρετήν βιούσι, και
"αγαπώσι τον Θεόν" και Πατέρα, εν Χριστώ Ιησού Κυρίω ημών,
δι ου και μεθ ου αυτώ τω Πατρί συν αυτώ τω Υιώ εν αγίω
Πνεύματι, τιμή και κράτος και δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
   

Αλλά για την έρευνα των Γραφών και την αληθινή γνώση τους χρειάζεται
έντιμος βίος, καθαρή ψυχή και χριστιανική αρετή· ώστε ο νους να βαδίζει
το δρόμο της, για να πετύχει αυτά που επιθυμεί και να τα καταλάβει, όσο
είναι δυνατόν η φύση των ανθρώπων να μάθει για το Λόγο του Θεού.
Διότι, χωρίς καθαρή καρδιά και τη μίμηση του βίου των Αγίων,
δεν μπορεί κανείς να εννοήσει τους λόγους των Αγίων.
Διότι, όπως κάποιος θελήσει να δει το φως του ήλιου, οπωσδήποτε καθαρίζει
και λαμπικάρει τα μάτια του· τα καθαρίζει σχεδόν σαν το φως που ποθεί για
τον εαυτό του, ώστε να γίνουν τα μάτια του φως και να αντικρίσουν το φως
του ήλιου. Ή, όπως όταν κάποιος θελήσει να δει μια πόλη ή χώρα, οπωσδήποτε
επισκέπτεται τον τόπο τους για να τις δει.
Έτσι, αυτός που θέλει να εννοήσει τη σκέψη των θεολόγων, πρέπει πρώτα να
καθαρίσει και να πλύνει την ψυχή του με το βίο του· και να ομοιάσει στους
Αγίους με τη μίμηση των πράξεών τους· ώστε, με τη συναναστροφή με τους
Αγίους, να κατανοήσει αυτά που ο Θεός αποκάλυψε σ’ εκείνους·
και στο εξής,
επειδή θα έχει συνδεθεί με τους Αγίους, να ξεφεύγει από τους κινδύνους των
αμαρτωλών και το πυρ της κολάσεως που τους αναμένει την ημέρα της
κρίσεως. Και ν’ απολαύσει τα αγαθά που προορίζονται για τους Αγίους στη
Βασιλεία των Ουρανών, «τα οποία δεν έχουν δει τα μάτια, ούτε άκουσαν τ’
αυτιά, ούτε τα σκέφτηκε ποτέ ο άνθρωπος· είναι όλα όσα έχουν ετοιμαστεί για
τους ενάρετους κι αυτούς που αγαπούν το Θεό» Πατέρα μαζί με Κύριό μας
Ιησού Χριστό· σ’ αυτόν και μέσω αυτού αρμόζει τιμή, δύναμη και δόξα στον
Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα στους παντοτινούς αιώνες.
Αμήν.Αγίου Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας

Λόγος περί της Ενανθρωπίσεως του Λόγου και της δια σώματος προς ημάς επιφανείας Αυτού



Απόδοση εις την νέα Ελληνική: Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

Πηγή: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/a8anasios_megas_logos_peri_enan8rwphsews.htm 



Εισαγωγή - Περίληψη

Ο λόγος αυτός, όπως και ο «Κατά Ειδώλων», γράφτηκε περί τα έτη 317-319 μ.Χ. Σ’ αυτόν εξετάζεται το μεγάλο γεγονός της σαρκώσεως του άσαρκου Λόγου του Θεού, δηλαδή του Υιού του Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος.

Στο πρώτο μέρος του λόγου αναλύεται ο διπλός σκοπός της ενανθρωπήσεως του Λόγου: α) η επιστροφή της ανθρωπότητας στην κατάσταση της αθανασίας που απωλέσθηκε λόγω του προπατορικού αμαρτήματος· και β) η απόδοση στους ανθρώπους της ικανότητας να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό.

Στο δεύτερο μέρος του λόγου περιγράφει τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται ο διπλός σκοπός της ενανθρωπήσεως: είναι τα θαυμαστά έργα του Χριστού, ο θάνατος και η ανάστασή του.

Στο τρίτο μέρος του λόγου ανασκευάζονται οι αντιρρήσεις των Ιουδαίων και των Ελλήνων (ειδωλολατρών) για την ενανθρώπηση του Λόγου. Οι αντιρρήσεις των Ιουδαίων ανασκευάζονται από την προφητική τους παράδοση. Οι αντιρρήσεις των ειδωλολατρών ανασκευάζονται με λογικά επιχειρήματα. Ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει ότι το ανθρώπινο γένος δεν είναι απρεπές για να υπηρετήσει την αποκάλυψη του Θεού. Ποιό καλύτερο σκεύος από τον άνθρωπο υπήρχε για την αποκάλυψη του Λόγου;

Τέλος, στον επίλογο ο συγγραφέας τονίζει ότι για την ολοκλήρωση της διδασκαλίας για την ενανθρώπηση του Σωτήρα χρειάζονται δυό πράγματα: μελέτη της Αγίας Γραφής και βίος αγνός.

Η ενανθρώπηση του Λόγου παίζει τον σπουδαιότερο ρόλο για την δημιουργία, την κτίση και τον άνθρωπο. Οδηγεί στη θέωση, όπως με έμφαση θεολογεί ο Μέγας Αθανάσιος: «ο Λόγος ενανθρώπησε, για να θεοποιηθούμε εμείς». Αφορά το νόημα και τον στόχο της υπάρξεως και της ζωής μας.


ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ     Νεοελληνική απόδοση

1. Αυτάρκως εν τοις προ τούτων εκ πολλών ολίγα διαλαβόντες, περί
της των εθνών περί τα είδωλα πλάνης και της τούτων δεισιδαιμονίας,
Πως εξ αρχής τούτων γέγονεν η εύρεσις, ότι εκ κακίας οι άνθρωποι
εαυτοίς την προς τα είδωλα θρησκείαν επενόησαν·
αλλά γαρ χάριτι Θεού σημάναντες ολίγα και περί της θειότητος του
Λόγου του Πατρός και της εις πάντα προνοίας και δυνάμεως αυτού·
και ότι ο αγαθός Πατήρ τούτω τα πάντα διακοσμεί και τα πάντα
υπ αυτού κινείται και εν αυτώ ζωοποιείται·
φέρε κατά ακολουθίαν, μακάριε και αληθώς φιλόχριστε, τη περί της
ευσεβείας πίστει, και τα περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου
διηγησώμεθα, και περί της θείας αυτού προς ημάς επιφανείας
δηλώσωμεν· ην Ιουδαίοι μεν διαβάλλουσιν, Έλληνες δε χλευάζουσιν,
ημείς δε προσκυνούμεν· ίν έτι μάλλον εκ της δοκούσης ευτελείας του
Λόγου μείζονα και πλείονα την εις αυτόν ευσέβειαν έχης.
Όσω γαρ παρά τοις απίστοις χλευάζεται, τοσούτω μείζονα την περί
της θεότητος αυτού μαρτυρίαν παρέχει· ότι τε α μη καταλαμβάνουσιν
άνθρωποι ως αδύνατα, ταύτα αυτός επιδείκνυται δυνατά· και α ως
απρεπή χλευάζουσιν άνθρωποι, ταύτα αυτός τη εαυτού αγαθότητι
ευπρεπή κατασκευάζει· και α σοφιζόμενοι οι άνθρωποι ως ανθρώπινα
γελώσι, ταύτα αυτός τη εαυτού δυνάμει θεία επιδείκνυται, την μεν των
ειδώλων φαντασίαν τη νομιζομένη εαυτού ευτελεία δια του σταυρού
καταστρέφων, τους δε χλευάζοντας και απιστούντας μεταπείθων
αφανώς ώστε την θειότητα αυτού και δύναμιν επιγινώσκειν.
Εις δε την περί τούτων διήγησιν, χρεία της των προειρημένων μνήμης·
ίνα και την αιτίαν της εν σώματι φανερώσεως του τοσούτου και
τηλικούτου πατρικού Λόγου γνώναι δυνηθής, και μη νομίσης ότι
φύσεως ακολουθία σώμα πεφόρεκεν ο Σωτήρ· αλλ ότι ασώματος ων
τη φύσει, και Λόγος υπάρχων, όμως κατά φιλανθρωπίαν και
αγαθότητα του εαυτού Πατρός, δια την ημών σωτηρίαν, εν
ανθρωπίνω σώματι ημίν πεφανέρωται.
Πρέπει δε ποιουμένους ημάς την περί τούτου διήγησιν, πρότερον περί
της των όλων κτίσεως και του ταύτης Δημιουργού Θεού ειπείν, ίνα
ούτως και την ταύτης ανακαίνισιν υπό του κατά την αρχήν αυτήν
δημιουργήσαντος Λόγου γεγενήσθαι αξίως αν τις θεωρήσειεν· ουδέν
γαρ εναντίον φανήσεται, ει δι ου ταύτην εδημιούργησεν ο Πατήρ, εν
αυτώ και την ταύτης σωτηρίαν ειργάσατο.
   

Είναι αρκετά αυτά τα λίγα από τα πολλά που αναπτύξαμε, πριν από τον τωρινό
μας λόγο,για την πλάνη και τη δεισιδαιμονία των εθνικών στην ειδωλολατρία·
είπαμε με ποιό τρόπο από την αρχή έγινε η επινόηση των ειδώλων· από την
κακία τους οι άνθρωποι έφτιαξαν αυτή τη θρησκεία.
Με τη χάρη βέβαια του Θεού, μας δόθηκε η ευκαιρία να πούμε λίγα και για τη
θεότητα του Λόγου του Πατέρα, αλλά και τη δύναμη και πρόνοιά του για όλα.
Ο πανάγαθος Πατέρας με το Λόγο του φροντίζει το σύμπαν· όλα κινούνται και
παίρνουν ζωή απ' αυτόν.
Στη συνέχεια, λοιπόν, αγαπητέ μου, γνήσιε φίλε του Χριστού, θα σου διηγηθώ
για την αληθινή πίστη και την ενανθρώπηση του Λόγου· επιπλέον, θα σου πω
με λεπτομέρειες για τη ζωή του Λόγου πάνω στη γη (θεία επιφάνεια).
Οι Ιουδαίοι βέβαια την συκοφαντούν, ενώ οι ειδωλολάτρες την εμπαίζουν·
εμείς όμως την προσκυνάμε. Συμβαίνει το εξής: φαινομενικά οι χλευαστές
εξευτελίζουν το Λόγο· εσύ όμως (και κάθε ευσεβής) αποκτάς περισσότερη και
μεγαλύτερη ευλάβεια στο πρόσωπό Του.
Διότι, όσο οι άπιστοι Τον χλευάζουν, τόσο μεγαλύτερη απόδειξη της θεότητάς
Του παρέχει. Και όσα οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται, επειδή τα θεωρούν
αδιανόητα, Αυτός αποδείχνει ότι αυτά είναι κατορθωτά. Όσα ακόμη οι άνθρωποι
τα χλευάζουν ως απρεπή, Αυτός αυτά τα καθιστά ευπρεπή με την καλωσύνη
του. Όσα οι άνθρωποι με τις εξυπνάδες τους τα κοροϊδεύουν ως ανθρώπινα,
Αυτός αυτά με τη δύναμή του τα παρουσιάζει θεϊκά. Από τη μια, διαλύει την
φαντασμαγορία των ειδώλων με την ανθρώπινη ταπείνωση του εαυτού του
πάνω στο σταυρό· κι από την άλλη, μεταστρέφει μυστικά αυτούς που χλεύαζαν
και απιστούσαν· τους κάνει να προσκυνούν τη θεότητα και τη δύναμή του.
Για τη διήγηση αυτή (της ενανθρωπήσεως του Λόγου), πρέπει να θυμάσαι τα
προηγούμενα (σχετικά με την ειδωλολατρία).
Έτσι, θα μπορέσεις να κατανοήσεις την αιτία της πρόσληψης του ανθρωπίνου
σώματος από τον τόσο μεγάλο και σπουδαίο Λόγο του Θεού Πατέρα· ακόμη, να
μη νομίσεις ότι ήταν κάτι το φυσιολογικό η ενσάρκωση του Σωτήρα. Διότι,
αυτός που είναι ασώματος και Υιος Λόγος του Πατέρα, εξαιτίας της αγάπης και
καλωσύνης του Πατέρα του σε μας, για τη σωτηρία μας, δέχεται να
περιβληθεί ανθρώπινο σώμα και να φανερωθεί.
Πριν όμως διηγηθούμε την ιστορία της ενανθρωπήσεως, πρέπει πρώτα να πούμε
για τη δημιουργία του σύμπαντος και για το Δημιουργό Θεό του. Έτσι, θα μπορεί
κάποιος δικαιολογημένα ν’ αποδώσει στο Λόγο και την αναδημιουργία
του κόσμου, του οποίου είναι και ο αρχικός δημιουργός. Τίποτε το αντιφατικό
δεν υπάρχει: μ’ Αυτόν που ο Θεός Πατέρας έφτιαξε τον κόσμο, μ’ Αυτόν
καταστρώνει τώρα και το σχέδιο της σωτηρίας του (του κόσμου).

2. Τήν δημιουργίαν του κόσμου και την των πάντων κτίσιν πολλοί
διαφόρως εξειλήφασι, και ως έκαστος ηθέλησεν, ούτως και ωρίσατο.
Οι μεν γαρ αυτομάτως, και ως έτυχε, τα πάντα γεγενήσθαι λέγουσιν,
ως οι Επικούρειοι, οί και την των όλων πρόνοιαν καθ εαυτών ουκ
είναι μυθολογούντες, άντικρυς παρά τα εναργή και φαινόμενα λέγοντες.
Ει γαρ αυτομάτως τα πάντα χωρίς προνοίας κατ αυτούς γέγονεν,
έδει τα πάντα απλώς γεγενήσθαι και όμοια είναι και μη διάφορα. Ως
γαρ επί σώματος ενός έδει τα πάντα είναι ήλιον ή σελήνην, και επί των
ανθρώπων έδει το όλον είναι χείρα, ή οφθαλμόν, ή πόδα. Νυν δε ουκ
έστι μεν ούτως· ορώμεν δε το μεν, ήλιον· το δε, σελήνην· το δε, γην· και
πάλιν επί των ανθρωπίνων σωμάτων, το μεν, πόδα· το δε, χείρα· το
δε, κεφαλήν. Η δε τοιαύτη διάταξις ουκ αυτομάτως αυτά γεγενήσθαι
γνωρίζει, αλλ αιτίαν τούτων προηγείσθαι δείκνυσιν· αφ ης και τον
διαταξάμενον και πάντα ποιήσαντα Θεόν έστι νοείν.
Άλλοι δε, εν οίς εστι και ο μέγας παρ Έλλησι Πλάτων, εκ
προϋποκειμένης και αγενήτου ύλης πεποιηκέναι τον Θεόν τα όλα
διηγούνται· μη αν γαρ δύνασθαί τι ποιήσαι τον Θεόν ει μη προϋπέκειτο
η ύλη· ώσπερ και τω τέκτονι προϋποκείσθαι δεί το ξύλον, ίνα και
εργάσασθαι δυνηθή.
Ουκ ίσασι δε τούτο λέγοντες ότι ασθένειαν περιτιθέασι τω Θεώ· ει γαρ
ουκ έστι της ύλης αυτός αίτιος, αλλ όλως εξ υποκειμένης ύλης ποιεί
τα όντα, ασθενής ευρίσκεται, μη δυνάμενος άνευ της ύλης εργάσασθαί
τι των γενομένων· ώσπερ αμέλει και του τέκτονος ασθένειά εστι το μη
δύνασθαι χωρίς των ξύλων εργάσασθαί τι των αναγκαίων.
Και καθ υπόθεσιν γαρ, ει μη ην η ύλη, ουκ αν ειργάσατό τι ο Θεός. Και
Πως έτι ποιητής και δημιουργός αν λεχθείη εξ ετέρου το ποιείν εσχηκώς,
λέγω δη εκ της ύλης; Έσται δε, ει ούτως έχει, κατ αυτούς ο Θεός
τεχνίτης μόνον και ου κτίστης εις το είναι, ει γε την υποκειμένην ύλην
εργάζεται, της δε ύλης ουκ έστιν αυτός αίτιος. Καθόλου γαρ ουδέ
κτίστης αν λεχθείη, ει γε μη κτίζει την ύλην, εξ ης και τα κτισθέντα
γέγονεν.
Οι δε από των αιρέσεων άλλον εαυτοίς αναπλάττονται δημιουργόν
των πάντων παρά τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,
τυφλώττοντες μέγα και περί α φθέγγονται.
Του γαρ Κυρίου λέγοντος προς τους Ιουδαίους· "Ουκ ανέγνωτε ότι
απ αρχής ο κτίσας άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς; και είπεν· ένεκεν
τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα αυτού και
προσκολληθήσεται τη γυναικί αυτού· και έσονται οι δύο εις σάρκα
μίαν"· είτα σημαίνων τον κτίσαντά φησιν· «Ό ουν ο Θεός συνέζευξεν,
άνθρωπος μη χωριζέτω», Πως ούτοι ξένην του Πατρός την κτίσιν
εισάγουσιν; ει δε κατά τον Ιωάννην πάντα περιλαβόντα και λέγοντα
"πάντα δι αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν", Πως αν
άλλος είη ο δημιουργός, παρά τον Πατέρα του Χριστού;
   

Πριν όμως διηγηθούμε την ιστορία της ενανθρωπήσεως, πρέπει πρώτα να πούμε
για τη δημιουργία του σύμπαντος και για το Δημιουργό Θεό του. Έτσι, θα μπορεί
κάποιος δικαιολογημένα ν’ αποδώσει στο Λόγο και την αναδημιουργία
του κόσμου, του οποίου είναι και ο αρχικός δημιουργός. Τίποτε το αντιφατικό
δεν υπάρχει: μ’ Αυτόν που ο Θεός Πατέρας έφτιαξε τον κόσμο, μ’ Αυτόν
καταστρώνει τώρα και το σχέδιο της σωτηρίας του (του κόσμου).
Τη δημιουργία του κόσμου και του σύμπαντος πολλοί την σκέφτηκαν με
διαφορετικό τρόπο· όπως ήθελε ο καθένας, έτσι και την επινόησε.
Άλλοι, όπως οι Επικούρειοι, λένε ότι όλα έγιναν από μόνα τους, στην τύχη.
Αυτοί υποστηρίζουν με μυθοπλασίες ότι δεν υπάρχει καμία πρόνοια στον κόσμο·
υποστηρίζουν τα αντίθετα στα ολοφάνερα.
Αν λοιπόν, σύμφωνα με τη θεωρία τους, όλα έγιναν χωρίς φροντίδα, από μόνα
τους, θα έπρεπε όλα να είναι απλά και όμοια, όχι διαφορετικά μεταξύ τους. Θα
έπρεπε στο σύμπαν όλα ν’ αποτελούν ένα σώμα, ήλιο ή σελήνη· και οι
άνθρωποι να είναι όλοι ένα, ή χέρι ή μάτι ή πόδι. Στην πραγματικότητα όμως
δεν είναι έτσι. Βλέπουμε το ένα άστρο να είναι ήλιος· το άλλο, σελήνη· το άλλο,
γη. Το ίδιο και στο ανθρώπινο σώμα: άλλο μέρος είναι πόδι, άλλο χέρι, άλλο
κεφάλι. Αυτή η διάκριση δείχνει ότι τα πράγματα δεν προήλθαν από μόνα τους
τυχαία, αλλά προηγείται η αιτία που τα δημιούργησε. Κι από την τάξη αυτή
εύκολα οδηγούμαστε στο Θεό, ο οποίος δημιούργησε και τακτοποίησε τα πάντα.
Άλλοι πάλι, μεταξύ τους και ο σπουδαίος Έλληνας φιλόσοφος Πλάτων, λένε
ότι ο Θεός τα δημιούργησε όλα από προϋπάρχουσα και αιώνια ύλη. Διότι
(λένε), δεν θα μπορούσε να κατασκευάσει κάτι ο Θεός, αν δεν προϋπήρχε η ύλη
(το υλικό κατασκευής). Όπως ο ξυλουργός πρέπει να έχει ξύλα, για να
μπορέσει να τα επεξεργαστεί.
Δεν καταλαβαίνουν ότι, λέγοντας κάτι τέτοιο, αποδίδουν αδυναμία στο Θεό.
Διότι, αν δεν είναι Αυτός αίτιος υπάρξεως της ύλης και υποχρεωτικά όλα τα
κατασκευάζει από προϋπάρχουσα ύλη, τότε είναι αδύναμος· διότι δεν μπορεί
χωρίς ύλη να κάμει κάποιο κτίσμα. Όπως ακριβώς ο ξυλουργός, αδυνατεί να
κάνει κάποιο χρήσιμο αντικείμενο χωρίς ξύλα.
Να το πούμε υποθετικά: αν δεν υπήρχε ύλη, τίποτε δεν θα δημιουργούσε ο
Θεός. Και Πως θα τον ονομάζαμε τεχνίτη και δημιουργό, εφόσον άλλος –εννοώ
η ύλη– θα του έδινε το δικαίωμα κατασκευής; Αν ήταν έτσι τα πράγματα, ο Θεός
θα ήταν γι’ αυτούς όχι δημιουργός από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, αλλά
μόνον τεχνίτης· διότι θα επεξεργαζόταν
προϋπάρχουσα ύλη, χωρίς να είναι αυτός ο δημιουργός της. Δεν θα θεωρούνταν
δημιουργός, επειδή δεν φτιάχνει το υλικό (ύλη) από το οποίο να προέρχονται
τα δημιουργήματα. Οι αιρετικοί πάλι επινοούν άλλο δημιουργό των κτισμάτων
και όχι τον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

3. Ταύτα μεν ούτοι μυθολογούσιν. Η δε ένθεος διδασκαλία και η
κατά Χριστόν πίστις την μεν τούτων ματαιολογίαν ως αθεότητα
διαβάλλει. Ούτε γαρ αυτομάτως, δια το μη απρονόητα είναι, ούτε εκ
προϋποκειμένης ύλης, δια το μη ασθενή είναι τον Θεόν· αλλ εξ ουκ
όντων και μηδαμή μηδαμώς υπάρχοντα τα όλα εις το είναι
πεποιηκέναι τον Θεόν δια του Λόγου οίδεν, ή φησί δια μεν Μωϋσέως·
"Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην"· δια δε της
ωφελιμωτάτης βίβλου του Ποιμένος· "Πρώτον πάντων πίστευσον,
ότι εις εστίν ο Θεός, ο τα πάντα κτίσας και καταρτίσας, και ποιήσας
εκ του μη όντος εις το είναι". Όπερ και ο Παύλος σημαίνων φησί·
"Πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τους αιώνας ρήματι Θεού, εις το μη εκ
φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι."
Ο Θεός γαρ αγαθός εστι, μάλλον δε πηγή της αγαθότητος υπάρχει·
αγαθώ δε περί ουδενός αν γένοιτο φθόνος· όθεν ουδενί του είναι
φθονήσας, εξ ουκ όντων τα πάντα πεποίηκε δια του ιδίου Λόγου του
Κυρίου ημών Ιησού Χριστού·
εν οίς προ πάντων των επί γης το ανθρώπων γένος ελεήσας, και
θεωρήσας ως ουχ ικανόν είη κατά τον της ιδίας γενέσεως λόγον
διαμένειν αεί, πλέον τι χαριζόμενος αυτοίς, ουχ απλώς, ώσπερ πάντα
τα επί γης άλογα ζώα, έκτισε τους ανθρώπους, αλλά κατά την εαυτού
εικόνα εποίησεν αυτούς, μεταδούς αυτοίς και της του ιδίου Λόγου
δυνάμεως, ίνα ώσπερ σκιάς τινας έχοντες του Λόγου και γενόμενοι
λογικοί διαμένειν εν μακαριότητι δυνηθώσι, ζώντες τον αληθινόν και
όντως των αγίων εν παραδείσω βίον.
Ειδώς δε πάλιν την ανθρώπων εις αμφότερα νεύειν δυναμένην
προαίρεσιν, προλαβών ησφαλίσατο νόμω και τόπω την δοθείσαν
αυτοίς χάριν. Εις τον εαυτού γαρ παράδεισον αυτούς εισαγαγών,
έδωκεν αυτοίς νόμον· ίνα ει μεν φυλάξαιεν την χάριν και μένοιεν καλοί,
έχωσι την εν παραδείσω άλυπον και ανώδυνον και αμέριμνον ζωήν,
προς τω και της εν ουρανοίς αφθαρσίας αυτούς την επαγγελίαν έχειν·
ει δε παραβαίεν και στραφέντες γένοιντο φαύλοι, γινώσκοιεν εαυτούς
την εν θανάτω κατά φύσιν φθοράν υπομένειν, και μηκέτι μεν εν
παραδείσω ζήν, έξω δε τούτου λοιπόν αποθνήσκοντας μένειν εν τω
θανάτω και εν τη φθορά.
Τούτο δε και η θεία γραφή προσημαίνει λέγουσα εκ προσώπου του
Θεού· "Από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φαγή·
από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ
αυτού· ή δ αν ημέρα φάγησθε, θανάτω αποθανείσθε." Το δε θανάτω
αποθανείσθε", τι αν άλλο είη ή το μη μόνον αποθνήσκειν, αλλά και εν
τη του θανάτου φθορά διαμένειν;
   

Αποδείχνονται πωρωμένοι σε όσα λένε.
Διότι ο Κύριος είπε στους Ιουδαίους: «Δεν γνωρίζετε ότι από την αρχή, που ο
Θεός έπλασε τους ανθρώπους, τους ξεχώρισε σε άνδρα και γυναίκα; Και έδωσε
την εντολή· λόγω της φυσικής έλξης προς τη γυναίκα, θ’ αφήσει ο άνδρας τους
γονείς του και θα συζευχθεί τη γυναίκα του· έτσι οι δύο θα γίνουν ένα σώμα».
Και αλλού, δείχνοντας τον δημιουργό, λέει: «Αυτούς που ο Θεός ένωσε με γάμο,
να μην τους χωρίζει ο άνθρωπος». Πως, μετά απ' αυτά, θεωρούν ότι η
δημιουργία δεν έχει καμία σχέση με τον Πατέρα; Αφού ο ευαγγελιστής Ιωάννης,
που τα διηγείται όλα με ακρίβεια, μας λέει: «όλα αυτός τα έκαμε· και τίποτε δεν
υπάρχει που να μην το έκαμε»· Πως, λοιπόν, είναι δυνατόν να είναι άλλος ο
δημιουργός και όχι ο Πατέρας του Χριστού;
Αυτούς τους μύθους λοιπόν λένε αυτοί. Η θεία όμως διδασκαλία και η πίστη
στο Χριστό αποδείχνει ότι αποτελούν αθεΐα τα φληναφήματα όλων αυτών.
Τα κτίσματα δεν προήλθαν από μόνα τους, επειδή δεν έγιναν χωρίς πρόνοια·
ούτε έγιναν από προϋπάρχουσα ύλη, επειδή ο Θεός δεν είναι ανίκανος να κάνει
κάτι τέτοιο. Γνωρίζει καλά (η θεία διδασκαλία) ότι όλα δημιουργήθηκαν από το
μηδέν· τα έφερε ο Θεός από την ανυπαρξία στην ύπαρξη με το Λόγο του. Το
λέει ο Μωϋσής: «Στην αρχή, δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό και τη γη». Μας
το διηγείται και το πολύ ωφέλιμο βιβλίο του Ποιμένα: «Πάνω απ’ όλα πίστεψε
ότι ο Θεός είναι ένας· είναι Αυτός που όλα τα δημιούργησε και τα έβαλε σε
τάξη· Αυτός που τα έφερε στην ύπαρξη από το μηδέν». Αυτό το επισημαίνει και
ο Παύλος λέγοντας: «Με την πίστη κατανοούμε ότι οι αιώνες δημιουργήθηκαν
με το λόγο του Θεού, ώστε όσα βλέπουμε να μην έχουν γίνει απ’ αυτά που
φαίνονται».
Ο Θεός λοιπόν είναι αγαθός ή καλύτερα η πηγή της αγαθωσύνης· στον αγαθό
μάλιστα δεν δημιουργείται φθόνος για τίποτε. Γι’ αυτό το λόγο, χωρίς να φθονεί
την ύπαρξη κανενός, δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν (ανυπαρξία) με το
δικό του Λόγο, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Περισσότερο απ’ όλα τα δημιουργήματα ο Θεός ελέησε το ανθρώπινο γένος·
επειδή είδε ότι δεν μπορεί να μένει για πάντα σύμφωνα με τις ικανότητες που
πλάστηκε, χάρισε στους ανθρώπους περισσότερα χαρίσματα. Τους έπλασε όχι
με απλό τρόπο, όπως τα άλογα ζώα, αλλά ν’ αποτελούν δική Του εικόνα·
τους μετέδωσε τη δύναμη του δικού του Λόγου.
Έτσι, να έχουν πάνω τους σαν σκιές εκτυπώματα του Λόγου και να γίνουν
λογικοί· να μπορούν να φτάσουν στην ευτυχία, ζώντας την αληθινό και όντως
παραδεισένια ζωή των Αγίων.
Επειδή πάλι ο Θεός γνώριζε ότι η θέληση των ανθρώπων έχει τη δυνατότητα να
κλίνει και προς τα δύο, πρόλαβε και εξασφάλισε με νόμο και τόπο τη χάρη που
τους έδωσε. Τους έβαλε δηλαδή στον παράδεισο και τους έδωσε νόμο να τηρούν.
Ώστε, αν φυλάξουν τη χάρη και παραμείνουν καλοί, θ’ απολαμβάνουν
στον παράδεισο αμέριμνη ζωή χωρίς λύπες και πόνους· και επιπλέον θα έχουν
και την υπόσχεση ότι θα γευτούν την ουράνια αφθαρσία. Εάν όμως παραβούν
το νόμο και γίνουν κακοί με την απομάκρυνση από το Θεό, να γνωρίζουν ότι
θα υποστούν τη φυσική φθορά του θανάτου· δεν θα ζουν πλέον στον
παράδεισο· θα πεθαίνουν έξω απ’ αυτόν και θα παραμένουν στο θάνατο και
τη φθορά.
Αυτό το επισήμανε εκ των προτέρων και η Αγία Γραφή (στους πρωτοπλάστους),
αναφέροντας τα λόγια του Θεού: «Έχετε άδεια να τρώτε από τους καρπούς
κάθε δέντρου στον παράδεισο· δεν θα φάτε μόνον από το δέντρο της γνώσεως
του καλού και του κακού· την ημέρα που θα φάτε απ’ αυτό, θα πεθάνετε». Η
φράση "θα πεθάνετε" δεν δηλώνει μόνο το θάνατο αλλά και την αιώνια
παραμονή στη φθορά του θανάτου.

4. Ίσως θαυμάζεις τι δήποτε περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου
προθέμενοι λέγειν, νυν περί της αρχής των ανθρώπων διηγούμεθα.
Αλλά και τούτο ουκ αλλότριόν εστι του σκοπού της διηγήσεως.
Ανάγκη γαρ ημάς λέγοντας περί της εις ημάς επιφανείας του Σωτήρος,
λέγειν και περί της των ανθρώπων αρχής, ίνα γινώσκης ότι η ημών
αιτία εκείνω γέγονε πρόφασις της καθόδου, και η ημών παράβασις του
Λόγου την φιλανθρωπίαν εξεκαλέσατο, ώστε και εις ημάς φθάσαι και
φανήναι τον Κύριον εν ανθρώποις. Της γαρ εκείνου ενσωματώσεως
ημείς γεγόναμεν υπόθεσις, και δια την ημών σωτηρίαν
εφιλανθρωπεύσατο και εν ανθρωπίνω γενέσθαι και φανήναι σώματι.
Ούτως μεν ουν ο Θεός τον άνθρωπον πεποίηκε, και μένειν ηθέλησεν εν
αφθαρσία· άνθρωποι δε κατολιγωρήσαντες και αποστραφέντες την
προς τον Θεόν κατανόησιν, λογισάμενοι δε και επινοήσαντες εαυτοίς
την κακίαν, ώσπερ εν τοις πρώτοις ελέχθη, έσχον την προαπειληθείσαν
του θανάτου κατάκρισιν, και λοιπόν ουκ έτι ως γεγόνασι διέμενον· αλλ
ως ελογίζοντο διεφθείροντο· και ο θάνατος αυτών εκράτει βασιλεύων.
Η γαρ παράβασις της εντολής εις το κατά φύσιν αυτούς επέστρεφεν,
ίνα, ώσπερ ουκ όντες γεγόνασιν, ούτως και την εις το μη είναι φθοράν
υπομείνωσι τω χρόνω εικότως.
Ει γαρ φύσιν έχοντες το μη είναί ποτε, τη του Λόγου παρουσία και
φιλανθρωπία εις το είναι εκλήθησαν, ακόλουθον ην κενωθέντας τους
ανθρώπους της περί Θεού εννοίας και εις τα ουκ όντα αποστραφέντας,
ουκ όντα γαρ εστι τα κακά, όντα δε τα καλά, επειδήπερ από του όντος
Θεού γεγόνασι, κενωθήναι και του είναι αεί. Τούτο δε εστι το
διαλυθέντας μένειν εν τω θανάτω και τη φθορά.

Έστι μεν γαρ κατά φύσιν άνθρωπος θνητός, άτε δη εξ ουκ όντων
γεγονώς. Δια δε την προς τον όντα ομοιότητα, ην ει εφύλαττε δια της
προς αυτόν κατανοήσεως, ήμβλυνεν αν την κατά φύσιν φθοράν, και
έμεινεν άφθαρτος· καθάπερ η σοφία φησίν· "Προσοχή νόμων, βεβαίωσις
αφθαρσίας"· άφθαρτος δε ων, έζη λοιπόν ως Θεός, ως που και η θεία
γραφή τούτο σημαίνει λέγουσα· "Εγώ είπα θεοί εστε, και υιοί υψίστου
πάντες· υμείς δε ως άνθρωποι αποθνήσκετε, και ως εις των αρχόντων
πίπτετε."
   

Ίσως ν’ απορείς γιατί τέλος πάντων ενώ έχω την πρόθεση να μιλήσω για την
ενανθρώπηση του Λόγου, εγώ τώρα διηγούμαι για την πλάση των ανθρώπων.
Αλλά κι αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από το σκοπό της πραγματείας μου.
Διότι είναι ανάγκη, εφόσον μιλούμε για την εμφάνιση του Σωτήρα στη γη, να
πούμε και για δημιουργία των ανθρώπων· έτσι ώστε να γνωρίζεις ότι η δική μας
αιτία έγινε η αφορμή για να κατέβει στη γη· η δική μας παράβαση προκάλεσε
τη φιλευσπλαχνία του Λόγου για μας, ώστε να έλθει κοντά μας ο Κύριος και
να παρουσιαστεί στους ανθρώπους. Για δική μας υπόθεση Εκείνος σαρκώθηκε·
και για τη δική μας σωτηρία, από υπερβολική αγάπη για μας,
καταδέχτηκε να ντυθεί και εμφανιστεί με ανθρώπινο σώμα.
Έτσι, λοιπόν, έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο και θέλησε να μείνει στην
κατάσταση της αφθαρσίας. Οι άνθρωποι όμως αδιαφόρησαν και
απομακρύνθηκαν από το Θεό. Σκέφτηκαν και επινόησαν για τον εαυτό τους
την κακία. Και όπως είπαμε προηγουμένως, καταδικάστηκαν στην ποινή του
θανάτου, με την οποία τους είχε προειδοποιήσει ο Θεός· στο εξής δεν ζούσαν
στην κατάσταση για την οποία είχαν πλαστεί. Οι λογισμοί τους έφερναν τη
φθορά και ο θάνατος κυρίευε. Μάλιστα, η παράβαση της εντολής τους
επανέφερε στη φυσική τους κατάσταση ώστε, όπως ήταν πριν υπάρξουν, έτσι
και τώρα με την πάροδο του χρόνου να υφίστανται τη φθορά που οδηγεί στην
ανυπαρξία (και πάλι).
Διότι, αν η φύση τους ήταν τέτοια ώστε να μην υπάρχουν κάποτε, και τους
κάλεσε στην ύπαρξη η ενέργεια και αγάπη του Λόγου, ήταν επόμενο ότι, όταν
οι άνθρωποι αρνήθηκαν το Θεό, να καταντήσουν στην κατάσταση των μη όντων
(ανυπαρξία)·
διότι τα κακά είναι μη όντα (ανύπαρκτα), ενώ όντα (υπαρκτά)
είναι τα καλά, εφόσον προέρχονται από τον όντα (υπάρχοντα) Θεό. Έτσι,
έχασαν τη δυνατότητα να υπάρχουν αιώνια. Αυτό σημαίνει ότι,
όταν διαλύονται, μένουν στο θάνατο και τη φθορά.

Από τη φύση του λοιπόν ο άνθρωπος είναι θνητός, επειδή προήλθε από την
ανυπαρξία. Θα μπορούσε βέβαια, λόγω της ομοιότητάς του με τον όντα Θεό,
αν έμενε πιστός στη σχέση μαζί του, να καταργούσε αυτή τη φθορά της φύσεώς
του και να γινόταν άφθαρτος. Το λέει και η Σοφία (Σολομώντα): «Η τήρηση
των εντολών φέρνει την αφθαρσία». Όντας λοιπόν άφθαρτοςο άνθρωπος, θα
ζούσε όπως ο Θεός· κι αυτό το λέει η Αγία Γραφή: «Εγώ είπα ότι μπορείτε να
γίνετε όλοι θεοί και παιδιά του ύψιστου Θεού· αλλά σεις πεθαίνετε ως φθαρτοί
άνθρωποι και πέφτετε όπως πέφτουν από την εξουσία οι άρχοντες».

5. Ο μεν γαρ Θεός ου μόνον εξ ουκ όντων ημάς πεποίηκεν, αλλά και
το κατά Θεόν ζήν ημίν εχαρίσατο τη του Λόγου χάριτι. Οι δε
άνθρωποι, αποστραφέντες τα αιώνια, και συμβουλία του διαβόλου εις
τα της φθοράς επιστραφέντες, εαυτοίς αίτιοι της εν τω θανάτω
φθοράς γεγόνασιν, όντες μεν ως προείπον κατά φύσιν φθαρτοί, χάριτι
δε της του Λόγου μετουσίας του κατά φύσιν εκφυγόντες, ει
μεμενήκεισαν καλοί.
Δια γαρ τον συνόντα τούτοις Λόγον, και η κατά φύσιν φθορά τούτων
ουκ ήγγιζε, καθώς και η σοφία φησίν· "Ο Θεός έκτισε τον άνθρωπον
επί αφθαρσία, και εικόνα της ιδίας αϊδιότητος· φθόνω δε διαβόλου
θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον"·
τούτου δε γενομένου οι μεν άνθρωποι απέθνησκον, η δε φθορά λοιπόν
κατ αυτών ήκμαζε, και πλείον του κατά φύσιν ισχύουσα καθ όλου
του γένους, όσω και την απειλήν του θείου δια την παράβασιν της
εντολής κατ αυτών προειλήφει.
Και γαρ και εν τοις πλημμελήμασιν οι άνθρωποι ουκ άχρις όρων
ωρισμένων ειστήκεισαν, αλλά κατ ολίγον επεκτεινόμενοι λοιπόν και εις
άμετρον εληλύθασιν, εξ αρχής μεν ευρεταί της κακίας γενόμενοι, και
καθ εαυτών τον θάνατον προκαλεσάμενοι και την φθοράν· ύστερον δε
εις αδικίαν εκτραπέντες και παρανομίαν πάσαν υπερβαλόντες, και μη
ενί κακώ ιστάμενοι, αλλά πάντα καινά καινοίς επινοούντες, ακόρεστοι
περί το αμαρτάνειν γεγόνασι.
Μοιχείαι μεν γαρ ήσαν και κλοπαί πανταχού, φόνων δε και αρπαγών
πλήρης ην η σύμπασα γη. Και νόμου μεν ουκ ην φροντίς περί φθοράς
και αδικίας· πάντα δε τα κακά καθ ένα και κοινή παρά πάσιν
επράττετο. Πόλεις μεν κατά πόλεων επολέμουν, και έθνη κατά εθνών
ηγείρετο· διήρητο δε πάσα η οικουμένη στάσεσι και μάχαις, εκάστου
φιλονεικούντος εν τω παρανομείν.
Ουκ ην δε τούτων μακράν ουδέ τα παρά φύσιν, αλλ ως είπεν ο του
Χριστού μάρτυς Απόστολος· "Αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν
την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν· ομοίως δε και οι άρρενες,
αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας, εξεκαύθησαν εν τη ορέξει
αυτών εις αλλήλους, άρρενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην
κατεργαζόμενοι, και την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτών εν
εαυτοίς απολαμβάνοντες".
   

Ο Θεός δεν μας έπλασε μόνο από το μηδέν αλλά μας δώρησε με τη χάρη του
Λόγου του και τη δυνατότητα να ζούμε σύμφωνα με το θέλημά του. Οι
άνθρωποι όμως αρνήθηκαν τα αιώνια· με συμβουλή του διαβόλου επέστρεψαν
στη φθορά της φύσεως και έγιναν οι ίδιοι αίτιοι της καταστροφής τους
εισάγοντας στη ζωή τους το θάνατο. Ενώ είχαν, όπως είπα παραπάνω, φθαρτή
φύση, μπορούσαν, αν έμεναν σταθεροί στην καλωσύνη, να ξεπεράσουν τη
θνητότητα της φύσης μετέχοντας στη χάρη του Λόγου.
Επειδή συνυπήρχε μέσα τους ο Λόγος, δεν θα τους επηρέαζε η φυσική φθορά
καθώς το λέει και η Σοφία (Σολομώντα): «Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για να
μένει άφθαρτος και ν’ αποτελεί εικόνα της δικής Του αΐδιας φύσεως. Από
φθόνο όμως του διαβόλου εισήλθε στον κόσμο ο θάνατος».
Μετά το γεγονός αυτό, οι άνθρωποι πέθαιναν και η φθορά βασίλευε στη ζωή
τους και ξεπερνούσε τη φυσική κατάσταση του ανθρώπινου γένους. Διότι η
φθορά είχε λάβει την απειλή του Θεού εναντίον των ανθρώπων σε περίπτωση
παράβασης της εντολής.
Επιπλέον, και στη διάπραξη των αμαρτημάτων τους οι άνθρωποι δεν είχαν
κάποιο όριο· επεκτείνονταν σιγά σιγά και έφτασαν τέλος στην ασυδοσία.
Στην αρχή, ανακάλυψαν την κακία και προκάλεσαν σε βάρος του εαυτού τους
το θάνατο και τη φθορά. Στη συνέχεια, παρεκτράπησαν σε αδικίες και
ξεπέρασαν κάθε είδος παρανομίας. Δεν σταμάτησαν σ’ ένα κακό, αλλά
συνεχώς επινοούσαν νεότερα κακά· έτσι, έφτασαν στο σημείο να γίνουν
αχόρταγοι στις αμαρτίες.
Παντού γινόταν μοιχείες και κλοπές· όλη η γη ήταν γεμάτη από φόνους και
αρπαγές. Κανένας νόμος δεν μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τη φθορά και αδικία.
Όλα τα κακά, καθένα χωριστά και όλα μαζί, τα έκαναν όλοι.
Πολεμούσαν πόλεις εναντίον πόλεων· επαναστατούσαν έθνη εναντίον άλλων
εθνών. Όλη η οικουμένη είχε διαιρεθεί από επαναστάσεις και μάχες· καθένας
συναγωνίζονταν τον άλλον σε παρανομίες.
Δεν τους ήταν άγνωστες ούτε οι παρά φύσιν καταστάσεις, όπως το είπε
και ο μάρτυρας του Χριστού Απόστολος (Παύλος): «Οι γυναίκες άλλαξαν τη
φυσική χρήση του σώματός τους σε παρά φύσιν· το ίδιο και οι άνδρες: άφησαν
τη φυσική σχέση με τις γυναίκες και στράφηκαν με πάθος να επιθυμούν τους
ομοφύλους τους· άνδρες με άνδρες διαπράττουν διαστροφικές ασχήμιες.
Πληρώνονται όμως στον ίδιο τους τον εαυτό το αντίτιμο της διαστροφικής
ζωής τους».

6. Δια δη ταύτα πλείον του θανάτου κρατήσαντος, και της φθοράς
παραμενούσης κατά των ανθρώπων, το μεν των ανθρώπων γένος
εφθείρετο, ο δε λογικός και κατ εικόνα γενόμενος άνθρωπος ηφανίζετο·
και το υπό του Θεού γενόμενον έργον παραπώλλυτο. Και γαρ και ο
θάνατος, ως προείπον, νόμω λοιπόν ίσχυε καθ ημών· και ουχ οίόν τε
ην τον νόμον εκφυγείν, δια το υπό Θεού τεθείσθαι τούτον της
παραβάσεως χάριν· και ην άτοπον ομού και απρεπές το γινόμενον
αληθώς.
Άτοπον μεν γαρ ην ειπόντα τον Θεόν ψεύσασθαι, ώστε
νομοθετήσαντος αυτού θανάτω αποθνήσκειν τον άνθρωπον, ει
παραβαίη την εντολήν, μετά την παράβασιν μη αποθνήσκειν, αλλά
λύεσθαι τον τούτου λόγον. Ουκ αληθής γαρ ην ο Θεός, ει ειπόντος
αυτού αποθνήσκειν ημάς, μη απέθνησκεν ο άνθρωπος. Απρεπές δε ην
πάλιν τα άπαξ γενόμενα λογικά και του Λόγου αυτού μετασχόντα
παραπόλλυσθαι, και πάλιν εις το μη είναι δια της φθοράς επιστρέφειν.
Ουκ άξιον γαρ ην της αγαθότητος του Θεού τα υπ αυτού γενόμενα
διαφθείρεσθαι, δια την παρά του διαβόλου γενομένην τοις ανθρώποις
απάτην. Άλλως τε και των απρεπεστάτων ην την του Θεού τέχνην
εν τοις ανθρώποις αφανίζεσθαι ή δια την αυτών αμέλειαν, ή δια την
των δαιμόνων απάτην.
Φθειρομένων τοίνυν των λογικών και παραπολλυμένων των
τοιούτων έργων, τι τον Θεόν έδει ποιείν αγαθόν όντα; αφείναι την
φθοράν κατ αυτών ισχύειν, και τον θάνατον αυτών κρατείν; και τις η
χρεία του και εξ αρχής αυτά γενέσθαι; έδει γαρ μη γενέσθαι,
ή γενόμενα παραμεληθήναι και απολέσθαι.
Ασθένεια γαρ μάλλον και ουκ αγαθότης εκ της αμελείας γινώσκεται
του Θεού, ει ποιήσας παρορά φθαρήναι το εαυτού έργον, ήπερ ει μη
πεποιήκει κατά την αρχήν τον άνθρωπον. Μη ποιήσαντος μεν γαρ ουκ
ην ο λογιζόμενος την ασθένειαν, ποιήσαντος δε και εις το είναι
κτίσαντος, ατοπώτατον ην απόλλυσθαι τα έργα, και μάλιστα επ όψει
του πεποιηκότος. Ουκούν έδει τους ανθρώπους μη αφιέναι φέρεσθαι
τη φθορά, δια το απρεπές και ανάξιον είναι τούτο της του Θεού
αγαθότητος.
   

Επειδή λοιπόν κυριάρχησε ο θάνατος και η φθορά παρέμενε στη ζωή των
ανθρώπων, το ανθρώπινο γένος χανόταν· ο λογικός και κατ’ εικόνα Θεού
πλασμένος άνθρωπος καταστραφόταν.
Έτσι, το έργο του Θεού που γινόταν οδηγούνταν στην απώλεια. Διότι και ο
θάνατος, όπως προείπα, είχε ισχύ νόμου σε βάρος μας. Και δεν μπορούσε
κανείς να ξεφύγει το νόμο που τον είχε θεσπίσει ο Θεός εξαιτίας της
παραβάσεως (των πρωτοπλάστων). Θα ήταν μάλιστα ανακόλουθο και ανάξιο
στο Θεό να συμβεί κάτι τέτοιο.
Θα ήταν πρώτα ανακόλουθο· διότι, ενώ το είπε ο Θεός, στη συνέχεια
αποδείχνεται ψεύτης· δηλαδή, ενώ νομοθέτησε ότι θα πεθάνει ο άνθρωπος αν
παραβεί την εντολή του, στη συνέχεια, μετά την παράβαση, να μην πεθαίνει·
έτσι, καταπατείται ο λόγος του Θεού. Δεν θα ήταν αληθινός Θεός, αν έλεγε
ότι θα πεθαίνουμε, και δεν πεθαίναμε. Έπειτα, θα ήταν και ανάξιο του Θεού·
διότι, τα λογικά όντα που μία φορά τα δημιούργησε ο Λόγος και μετείχαν σ’
Αυτόν, να χάνονται και να επιστρέφουν πάλι μέσω της φθοράς στην ανυπαρξία.
Δεν θα ήταν άξιο στην αγαθότητα του Θεού, να πεθαίνουν τα πλάσματά του,
εξαιτίας της δόλιας απάτης του διαβόλου σε βάρος των ανθρώπων.
Εξάλλου, θα ήταν ό,τι πιο ανάξιο να καταστρέφεται η δημιουργική τέχνη
του Θεού στους ανθρώπους ή εξαιτίας της αμέλειάς τους ή εξαιτίας της απάτης
των δαιμόνων.
Αφού λοιπόν φθείρονταν τα λογικά πλάσματα και χάνονταν τέτοια
δημιουργήματα, τι έπρεπε να κάνει ο πανάγαθος Θεός; Να επιτρέψει να τους
νικά η φθορά και ο θάνατος να τους κυριεύει; Αλλά τότε, ποιά ήταν η ανάγκη
να δημιουργηθούν από την αρχή; Έπρεπε καθόλου να μη δημιουργηθούν παρά
να δημιουργηθούν κι έπειτα να παραμεληθούν και χαθούν.
Διότι είναι μεγαλύτερη η αδυναμία του Θεού και η έλλειψη αγαθωσύνης, αν
δημιουργεί πρώτα ένα έργο και το αφήνει μετά από αμέλεια να καταστραφεί,
παρά αν εξαρχής δεν τον δημιουργούσε. Αν δεν το δημιουργούσε, δεν θα του
καταλόγιζε κανείς αδυναμία· αφού όμως το δημιούργησε και το έφερε στην
ύπαρξη, είναι υπερβολικά παράλογο να καταστρέφεται, και μάλιστα μπροστά
στα μάτια του. Έπρεπε λοιπόν να μην αφήσει τους ανθρώπους να βαδίζουν στην
απώλεια, επειδή κάτι τέτοιο είναι απρεπές και ανάξιο στην αγαθωσύνη του Θεού.

7. Αλλ ώσπερ έδει τούτο γενέσθαι, ούτως και εκ των εναντίων πάλιν
αντίκειται το προς τον Θεόν εύλογον, ώστε αληθή φανήναι τον Θεόν
εν τη περί του θανάτου νομοθεσία· άτοπον γαρ ην δια την ημών
ωφέλειαν και διαμονήν ψεύστην φανήναι τον της αληθείας πατέρα Θεόν.
Τι ουν έδει και περί τούτου γενέσθαι ή ποιήσαι τον Θεόν; μετάνοιαν επί
τη παραβάσει τους ανθρώπους απαιτήσαι; τούτο γαρ αν τις άξιον
φήσειε Θεού, λέγων ότι ώσπερ εκ της παραβάσεως εις φθοράν
γεγόνασιν, ούτως εκ της μετανοίας γένοιντο πάλιν αν εις αφθαρσίαν.
Αλλ η μετάνοια ούτε το εύλογον το προς τον Θεόν εφύλαττεν· έμενε
γαρ πάλιν ουκ αληθής, μη κρατουμένων εν τω θανάτω των
ανθρώπων· ούτε δε η μετάνοια από των κατά φύσιν ανακαλείται,
αλλά μόνον παύει των αμαρτημάτων.
Ει μεν ουν μόνον ην πλημμέλημα και μη φθοράς επακολούθησις, καλώς
αν ην η μετάνοια. Ει δε άπαξ προλαβούσης της παραβάσεως, εις την
κατά φύσιν φθοράν εκρατούντο οι άνθρωποι, και την του κατ εικόνα
χάριν αφαιρεθέντες ήσαν, τι άλλο έδει γενέσθαι; ή τίνος ην χρεία προς
την τοιαύτην χάριν και ανάκλησιν, ή του και κατά την αρχήν εκ του μη
όντος πεποιηκότος τα όλα του Θεού Λόγου;
Αυτού γαρ ην πάλιν και το φθαρτόν εις αφθαρσίαν ενεγκείν, και το
υπέρ πάντων εύλογον αποσώσαι προς τον Πατέρα. Λόγος γαρ ων
του Πατρός και υπέρ πάντας ων, ακολούθως και ανακτίσαι τα όλα
μόνος ην δυνατός και υπέρ πάντων παθείν και πρεσβεύσαι περί
πάντων ικανός προς τον Πατέρα.
   

Αλλά, όπως έπρεπε αυτό να γίνει, έτσι κι από την άλλη πλευρά στέκεται
αντίθετη η δικαιοσύνη του Θεού, για ν’ αποδειχθεί αξιόπιστη η νομοθεσία του
σχετικά με την ποινή του θανάτου· θα ήταν σκάνδαλο, εξαιτίας της δικής μας
ωφέλειας και αφθαρσίας να φανεί ψεύτης ο Πατέρας, ο Θεός της αλήθειας.
Τι λοιπόν έπρεπε να γίνει σχετικά μ’ αυτό; Τι να κάνει ο Θεός; Να ζητήσει από
τους ανθρώπους μετάνοια για το σφάλμα τους; Γιατί κάτι τέτοιο θα έλεγε κανείς
ότι είναι αντάξιο του Θεού· διότι, όπως η παράβαση οδήγησε τους ανθρώπους
στη φθορά, έτσι και η μετάνοια θα τους οδηγούσε πάλι στην αφθαρσία.
Η μετάνοια όμως δεν θα δικαιολογούσε την αξιοπιστία του Θεού. Θα φαινόταν
και πάλι ψεύτης, επειδή δεν θα καταδικάζονταν σε θάνατο οι άνθρωποι.
Άλλωστε η μετάνοια δεν επαναφέρει τη φύση στην πρότερη κατάστασή της,
αλλά μόνον σταματά τις αμαρτίες.
Εάν λοιπόν ήταν μόνον αμάρτημα και όχι και επιπλέον φθορά της φύσεως,
αρκούσε η μετάνοια. Εφόσον όμως, μετά την πρώτη παράβαση, αμέσως οι
άνθρωποι υποδουλώθηκαν στη φθορά της φύσεως και τους αφαιρέθηκε το
χάρισμα του κατ’ εικόνα, τότε τι άλλο έπρεπε να γίνει; Ή, ποιός άλλος θα
μπορούσε να τους επαναφέρει σ’ αυτό το χάρισμα παρά ο Θεός Λόγος που
έπλασε εξαρχής τα πάντα από το μηδέν;
Αυτός ήταν ο μόνος ικανός και το φθαρτό να το οδηγήσει πάλι στην αφθαρσία
και ν’ αποκαταστήσει την αξιοπιστία του Πατέρα. Διότι είναι ο Λόγος του
Πατέρα και όλους τους ξεπερνά· επομένως, μόνον Αυτός μπορεί να τα
ξαναδημιουργήσει όλα, να θυσιαστεί και να μεσιτεύσει στον Πατέρα
για όλους.

8. Τούτου δη ένεκεν ο ασώματος και άφθαρτος και άϋλος του Θεού
Λόγος παραγίνεται εις την ημετέραν χώραν, ούτι γε μακράν ων
πρότερον. Ουδέν γαρ αυτού κενόν υπολέλειπται της κτίσεως μέρος·
πάντα δε δια πάντων πεπλήρωκεν αυτός συνών τω εαυτού Πατρί.
Αλλά παραγίνεται συγκαταβαίνων τη εις ημάς αυτού φιλανθρωπία
και επιφανεία.
Και ιδών το λογικόν απολλύμενον γένος, και τον θάνατον κατ αυτών
βασιλεύοντα τη φθορά· ορών δε και την απειλήν της παραβάσεως
διακρατούσαν την καθ ημών φθοράν· και ότι άτοπον ην προ του
πληρωθήναι τον νόμον λυθήναι· ορών δε και το απρεπές εν τω
συμβεβηκότι, ότι ων αυτός ην δημιουργός, ταύτα παρηφανίζετο·
ορών δε και την των ανθρώπων υπερβάλλουσαν κακίαν, ότι κατ
ολίγον και αφόρητον αυτήν ηύξησαν καθ εαυτών· ορών δε και το
υπεύθυνον πάντων ανθρώπων προς τον θάνατον, ελεήσας το γένος
ημών, και την ασθένειαν ημών οικτειρήσας, και τη φθορά ημών
συγκαταβάς, και την του θανάτου κράτησιν ουκ ενέγκας, ίνα μη το
γενόμενον απόληται και εις αργόν του Πατρός το εις ανθρώπους
έργον αυτού γένηται, λαμβάνει εαυτώ σώμα, και τούτο ουκ
αλλότριον του ημετέρου.
Ου γαρ απλώς ηθέλησεν εν σώματι γενέσθαι, ουδέ μόνον ήθελε
φανήναι· εδύνατο γαρ, ει μόνον ήθελε φανήναι, και δι ετέρου
κρείττονος την θεοφάνειαν αυτού ποιήσασθαι· αλλά λαμβάνει το
ημέτερον, και τούτο ουχ απλώς, αλλ εξ αχράντου και αμιάντου
ανδρός απείρου παρθένου, καθαρόν και όντως αμιγές της ανδρών
συνουσίας. Αυτός γαρ δυνατός ων και δημιουργός των όλων, εν τη
παρθένω κατασκευάζει εαυτώ ναόν το σώμα, και ιδιοποιείται τούτο
ώσπερ όργανον, εν αυτώ γνωριζόμενος και ενοικών.
Και ούτως από των ημετέρων το όμοιον λαβών, δια το πάντας
υπευθύνους είναι τη του θανάτου φθορά, αντί πάντων αυτό θανάτω
παραδιδούς, προσήγε τω Πατρί, και τούτο φιλανθρώπως ποιών, ίνα
ως μεν πάντων αποθανόντων εν αυτώ λυθή ο κατά της φθοράς των
ανθρώπων νόμος άτε δη πληρωθείσης της εξουσίας εν τω κυριακώ
σώματι, και μηκέτι χώραν έχοντος κατά των ομοίων ανθρώπων· ως
δε εις φθοράν αναστρέψαντας τους ανθρώπους πάλιν εις την
αφθαρσίαν επιστρέψη, και ζωοποιήση τούτους από του θανάτου, τη
του σώματος ιδιοποιήσει, και τη της αναστάσεως χάριτι, τον θάνατον
απ αυτών ως καλάμην από πυρός εξαφανίζων.
   

Γι’ αυτό το λόγο, λοιπόν, ο ασώματος, άφθαρτος και άϋλος Λόγος του Θεού
έρχεται στη γη μας, χωρίς βέβαια και πριν να είναι μακριά από μας.
Διότι δεν είναι απών από κανένα σημείο του κόσμου. Συνυπάρχοντας ο Λόγος
με τον
Πατέρα Του, γεμίζει εξ ολοκλήρου όλα τα σύμπαντα· και ταυτόχρονα,
έρχεται να εμφανιστεί και σε μας από συγκατάβαση, εξαιτίας της αγάπης του
για τους ανθρώπους.
Είδε ο Λόγος ότι καταστρεφόταν το λογικό γένος των ανθρώπων και κυριαρχεί
πάνω τους με τη φθορά ο θάνατος. Είδε ότι η απειλή για την παράβαση ενίσχυε
τη φθοράς πάνω μας. Είδε ότι ήταν αδύνατο να καταργηθεί (η φθορά και ο
θάνατος), προτού ξεπληρωθεί η ποινή του νόμου. Είδε ακόμη και το
ασυμβίβαστο προς τη δημιουργικότητα,ότι, δηλαδή, ενώ Αυτός δημιουργούσε,
τα πλάσματα καταστρέφονταν.Είδε όμως και την υπερβολική κακία των
ανθρώπων, ότι σιγά σιγά την αύξησαν σε βάρος τους σε αβάσταχτο βαθμό. Είδε
τέλος ότι όλοι οι άνθρωποι ευθύνονται για το γεγονός του θανάτου. (Βλέποντας
όλα αυτά), σπλαγχνίστηκε το ανθρώπινο γένος και λυπήθηκε για την αδυναμία
μας· καταδέχθηκε τη δική μας φθορά χωρίς να υποφέρει την κυριαρχία του
θανάτου· προσλαμβάνει ανθρώπινο σώμα για τον εαυτό Του και μάλιστα όχι
διαφορετικό από το δικό μας, για να μην πάει χαμένο το δημιουργικό έργο του
Πατέρα που έπλασε τους ανθρώπους.
Δεν θέλησε να προσλάβει απλά ανθρώπινο σώμα, ούτε μόνο να εμφανιστεί.
Θα μπορούσε, αν ήθελε απλή εμφάνιση, να κάνει τη θεία εμφάνισή του
με πολύ καλύτερο σώμα. Προσλαμβάνει όμως το δικό μας σώμα, και αυτό όχι
με φυσικό τρόπο, αλλά από το σώμα της αμόλυντης και ακηλίδωτης παρθένου
κόρης, που δεν γνώρισε σύζυγο· διότι ήταν καθαρή και απείραχτη από τη σχέση
με άνδρα. Επειδή αυτός είναι παντοδύναμος δημιουργός των πάντων, μέσα
στο σώμα της παρθένου φτιάχνει ως ναό το δικό του σώμα· κάνει δικό του
όργανο το σώμα της παρθένου, το οποίο το γνωρίζει καλά και κατοικεί σ’ αυτό.
Κι έτσι, αφού πήρε σώμα όμοιο με τα δικά μας και επειδή όλοι ευθύνονται
για τη φθορά του θανάτου, παρέδωσε το σώμα του να θανατωθεί για χάρη
όλων. Το πρόσφερε στον Πατέρα του· και αυτό το έκανε από αγάπη για τους
ανθρώπους ώστε, σαν να πέθαναν όλοι μαζί του, να καταργηθεί η ποινή της
φθοράς τους. Επειδή ικανοποιήθηκε η εξουσία του θανάτου στο σώμα του
Κυρίου, δεν έχει πλέον εξουσία ο θάνατος στους όμοιους ανθρώπους· (πέτυχε
με τη θυσία του) τους ανθρώπους που έπεσαν στη φθορά να τους επαναφέρει
στην αφθαρσία και να τους δώσει ζωή νικώντας το θάνατο. Οικειοποιήθηκε
το ανθρώπινο σώμα και με τη χάρη της αναστάσεως κατάφερε να εξαφανίσει
από τους ανθρώπους το θάνατο, όπως η φωτιά κατατρώει την καλαμιά.

9. Συνιδών γαρ ο Λόγος ότι άλλως ουκ αν λυθείη των ανθρώπων η
φθορά ει μη δια του πάντως αποθανείν, ουχ οίόν τε δε ην τον Λόγον
αποθανείν αθάνατον όντα και του Πατρός Υιόν, τούτου ένεκεν το
δυνάμενον αποθανείν εαυτώ λαμβάνει σώμα, ίνα τούτο του επί
πάντων Λόγου μεταλαβόν αντί πάντων ικανόν γένηται τω θανάτω,
και δια τον ενοικήσαντα Λόγον άφθαρτον διαμείνη, και λοιπόν από
πάντων η φθορά παύσηται τη της αναστάσεως χάριτι. Όθεν ως
ιερείον και θύμα παντός ελεύθερον σπίλου, ό αυτός εαυτώ έλαβε σώμα
προσάγων εις θάνατον, από πάντων ευθύς των ομοίων ηφάνιζε τον
θάνατον τη προσφορά του καταλλήλου.
Υπέρ πάντας γαρ ων ο Λόγος του Θεού εικότως τον εαυτού ναόν και
το σωματικόν όργανον προσάγων αντίψυχον υπέρ πάντων επλήρου
το οφειλόμενον εν τω θανάτω· και ως συνών δε δια του ομοίου τοις
πάσιν ο άφθαρτος του Θεού Υιος εικότως τους πάντας ενέδυσεν
αφθαρσίαν εν τη περί της αναστάσεως επαγγελία. Και αυτή γαρ η εν
τω θανάτω φθορά κατά των ανθρώπων ουκέτι χώραν έχει δια τον
ενοικήσαντα Λόγον εν τούτοις δια του ενός σώματος.
Και ώσπερ μεγάλου βασιλέως εισελθόντος εις τινα πόλιν μεγάλην
και οικήσαντος εις μίαν των εν αυτή οικιών, πάντως η τοιαύτη πόλις
τιμής πολλής καταξιούται, και ουκέτι τις εχθρός αυτήν ούτε ληστής
επιβαίνων καταστρέφει, πάσης δε μάλλον επιμελείας αξιούται δια τον
εις μίαν αυτής οικίαν οικήσαντα βασιλέα· ούτως και επί του πάντων
βασιλέως γέγονεν.
Ελθόντος γαρ αυτού επί την ημετέραν χώραν, και οικήσαντος εις εν
των ομοίων σώμα, λοιπόν πάσα η κατά των ανθρώπων παρά των
εχθρών επιβουλή πέπαυται, και η του θανάτου ηφάνισται φθορά η
πάλαι κατ αυτών ισχύουσα. Παραπωλώλει γαρ αν το των
ανθρώπων γένος, ει μη ο πάντων Δεσπότης και Σωτήρ του Θεού
Υιος παρεγεγόνει προς το του θανάτου τέλος.
   

Γνώριζε λοιπόν ο Λόγος ότι με κανένα άλλο τρόπο δεν θα καταλύονταν η
φθορά των ανθρώπων παρά μόνον αν ο ίδιος πέθαινε· αλλά, δεν ήταν δυνατό
να πεθάνει ο Λόγος, ο Υιος του Πατέρα, διότι ήταν αθάνατος. Εξαιτίας αυτού,
προσλαμβάνει για τον εαυτό του θνητό σώμα ώστε, αφού αυτό γίνει μέτοχο του
Λόγου που εξουσιάζει τα πάντα, να γίνει ικανό να πεθάνει για χάρη όλων· και
χάρη στο Λόγο που το κατοικεί, να παραμείνει άφθαρτο. Έτσι, η φθορά που
βασανίζει όλους, θα σταματήσει εξαιτίας της αναστάσεως (του σώματος). Γι’
αυτό, ο Λόγος το σώμα που σαρκώθηκε, το πρόσφερε σε θάνατο σαν ιερό
σφάγιο, ελεύθερο από κάθε κηλίδα. Κι έτσι, με τη δική του κατάλληλη
προσφορά, εξάλειψε το θάνατο απ’ όλους τους ομοίους του (ανθρώπους).
Επειδή ο Λόγος του Θεού είναι πάνω απ’ όλους, δικαιολογημένα πρόσφερε
το δικό του σώμα ως ναό και όργανο, αντίλυτρο για τη σωτηρία όλων·
ξεπλήρωσε το χρέος προς το θάνατο. Και επειδή ο άφθαρτος Υιος του Θεού
συνυπάρχει με όλους τους ανθρώπους χάρη στο όμοιο σώμα, τους προίκισε
με την αφθαρσία υποσχόμενος την ανάσταση όλων. Ακόμη και η ίδια η φθορά
του θανάτου δεν απειλεί πλέον τους ανθρώπους, επειδή ενοίκησε μέσα τους
ο Λόγος με ένα και ίδιο σώμα.
Όπως ακριβώς ένας μεγάλος βασιλιάς εισέρχεται σε μια μεγάλη πόλη και
βρίσκει κατάλυμμα σ’ ένα από τα σπίτια της· τότε, όλη αυτή η πόλη αξιώνεται
μεγάλης τιμής. Κανένας εχθρός πλέον ή ληστής δεν κάνει επιδρομή εναντίον
της να την καταστρέψει· απολαμβάνει κάθε φροντίδα, διότι σε μια κατοικία
της έμεινε ο βασιλιάς. Έτσι παρόμοια συνέβη με το βασιλέα όλου του
κόσμου (το Θεό).
Διότι, όταν ο Υιος ήλθε στο δικό μας κόσμο και ενοίκησε σ’ ένα σώμα όμοιο
με τα δικά μας, στο εξής έπαψε κάθε επιβουλή των εχθρών εναντίον των
ανθρώπων και εξαφανίστηκε η φθορά του θανάτου, που είχε ισχύ εναντίον τους
από τον παλιό καιρό. Διότι, θα πήγαινε σίγουρα χαμένο το ανθρώπινο γένος,
αν δεν ερχόταν ο Κύριος και Σωτήρας Ιησούς, ο Υιος του Θεού, με σκοπό να πεθάνει.

10. Πρέπον δε και μάλιστα τη αγαθότητι του Θεού αληθώς το μέγα
τούτο έργον. Ει γαρ βασιλεύς κατασκευάσας οικίαν ή πόλιν, και
ταύτην εξ αμελείας των ενοικούντων πολεμουμένην υπό ληστών το
σύνολον ου παρορά, αλλ ως ίδιον έργον εκδικεί και περισώζει, ουκ εις
την των ενοικούντων αμέλειαν αφορών, αλλ εις το εαυτού πρέπον·
πολλώ πλέον ο του παναγάθου Θεός Λόγος Πατρός εις φθοράν
κατερχόμενον το δι αυτού γενόμενον των ανθρώπων γένος ου
παρείδεν· αλλά τον μεν συμβεβηκότα θάνατον απήλειψε δια της
προσφοράς του ιδίου σώματος, την δε αμέλειαν αυτών διωρθώσατο
τη εαυτού διδασκαλία, πάντα τα των ανθρώπων δια της εαυτού
δυνάμεως κατορθώσας.
Ταύτα δε και παρά των αυτού του Σωτήρος θεολόγων ανδρών
πιστούσθαί τις δύναται εντυγχάνων τοις εκείνων γράμμασιν, ή φασιν·
"Η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς κρίναντας τούτο, ότι ει εις
υπέρ πάντων απέθανεν, άρα οι πάντες απέθανον· και υπέρ πάντων
απέθανεν, ίνα ημείς μηκέτι εαυτοίς ζώμεν, αλλά τω υπέρ ημών
αποθανόντι και αναστάντι" εκ νεκρών, τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ·
και πάλιν· "Τόν δε βραχύ τι παρ αγγέλους ηλαττωμένον βλέπομεν
Ιησούν, δια το πάθημα του θανάτου δόξη και τιμή εστεφανωμένον,
όπως χάριτι Θεού υπέρ παντός γεύσηται θανάτου".
Είτα και την αιτίαν του μη άλλον δείν ή αυτόν τον Θεόν Λόγον
ενανθρωπήσαι σημαίνει λέγων· "Έπρεπε γαρ αυτώ δι ον τα πάντα,
και δι ου τα πάντα, πολλούς υιούς εις δόξαν αγαγόντα τον αρχηγόν
της σωτηρίας αυτών δια παθημάτων τελειώσαι." Τούτο δε σημαίνει
λέγων, ως ουκ άλλου ην από της γενομένης φθοράς τους ανθρώπους
ανενεγκείν, ή του Θεού Λόγου του και κατά την αρχήν πεποιηκότος
αυτούς.
Ότι δε δια την περί των ομοίων σωμάτων θυσίαν σώμα και αυτός ο
Λόγος έλαβεν εαυτώ, και τούτο σημαίνουσι λέγοντες· "Επεί ουν τα
παιδία κεκοινώνηκεν αίματος και σαρκός, και αυτός παραπλησίως
μετέσχε των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος
έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και απαλλάξη τούτους,
όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζήν ένοχοι ήσαν δουλείας."
Τη γαρ του ιδίου σώματος θυσία και τέλος επέθηκε τω καθ ημάς νόμω,
και αρχήν ζωής ημίν εκαίνισεν, ελπίδα της αναστάσεως δεδωκώς·
επειδή γαρ εξ ανθρώπων εις ανθρώπους ο θάνατος εκράτησε, δια
τούτο πάλιν δια της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου η του θανάτου
κατάλυσις γέγονε και η της ζωής ανάστασις, λέγοντος του
χριστοφόρου ανδρός· "Επειδή γαρ δι ανθρώπου θάνατος, και δι
ανθρώπου ανάστασις νεκρών. Ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες
αποθνήσκουσιν, ούτως και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται",
και τα τούτοις ακόλουθα.
Ουκέτι γαρ νυν ως κατακρινόμενοι αποθνήσκομεν, αλλ ως εγειρόμενοι
περιμένομεν την κοινήν πάντων ανάστασιν, "ην καιροίς ιδίοις δείξει"
ο και ταύτην εργασάμενος και χαρισάμενος Θεός. Αιτία μεν δη πρώτη
της ενανθρωπήσεως του Σωτήρος αύτη. Γνοίη δ αν τις αυτού την
αγαθήν εις ημάς παρουσίαν ευλόγως γεγενήσθαι και εκ τούτων.
   

Αυτό το μεγάλο έργο άρμοζε πράγματι και στην αγαθωσύνη του Θεού.
Διότι, αν, για παράδειγμα, ένας βασιλιάς κατασκευάσει μια οικία ή πόλη,
αυτήν δεν την εγκαταλείπει όταν, εξαιτίας της αμέλειας των κατοίκων της, την
πολιορκούν ληστές· τη διεκδικεί και τη σώζει σαν δικό του έργο, χωρίς να
κοιτάζει την αδιαφορία των κατοίκων αλλά μόνο το δικό του καθήκον.
Πολύ περισσότερο, ο Θεός Λόγος του πανάγαθου Πατέρα δεν εγκατέλειψε το
δημιούργημά του, το γένος των ανθρώπων, όταν αυτό βάδιζε προς τη φθορά.
Αλλά, με την προσφορά του δικού του σώματος, εξαφάνισε τον επερχόμενο
θάνατο· διόρθωσε με τη διδασκαλία του την αμέλεια των ανθρώπων
και κατάφερε με τη δύναμή του να επιτελέσει όλα τα ανθρώπινα.
Αυτά μπορεί κανείς να τα διαπιστώσει και από τη μελέτη των γραπτών
κειμένων των θεολόγων μαθητών του Σωτήρα Χριστού, όπου λένε:
«Γιατί η αγάπη του Χριστού μας συγκλονίζει, επειδή διαπιστώσαμε ότι, εάν
ένας πέθανε για όλους, άρα όλοι πέθαναν· πέθανε για χάρη όλων μας, ώστε
να μη ζούμε πλέον για τον εαυτό μας, αλλά για κείνον που πέθανε και
αναστήθηκε για χάρη μας», εννοώ τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Και αλλού
λένε: «Βλέπουμε τον Ιησού, που ήταν ελαττωμένος λίγο πιο κάτω από τους
αγγέλους, για να γευθεί θάνατο για κάθε άνθρωπο με τη χάρη του Θεού, εξαιτίας
αυτού του παθήματος του θανάτου να είναι στεφανωμένος με δόξα και τιμή».
Έπειτα, δηλώνει και την αιτία για την οποία όχι άλλος αλλά αυτός ο Θεός
Λόγος έπρεπε να γίνει άνθρωπος: «Γιατί έπρεπε αυτός, για τον οποίο τα πάντα
και μέσω του οποίου τα πάντα υπάρχουν, να τελειοποιήσει με τα πάθη τον
αρχηγό της σωτηρίας τους, ώστε να οδηγήσει πολλά παιδιά του στη δόξα».
Λέγοντας αυτό ο απόστολος δηλώνει ότι δεν μπορούσε άλλος ν’ αποσπάσει
τους ανθρώπους από τη φθορά, παρά μόνον ο Θεός Λόγος ο οποίος και από την
αρχή τους δημιούργησε.
Και το ότι έλαβε για τον εαυτό του σώμα ο Λόγος, για να το θυσιάσει για τα
σώματα των ομοίων του, και αυτό το διδάσκουν λέγοντας: «Επειδή τα παιδιά
έχουν σάρκα και αίμα, και αυτός παραπλήσια μετείχε από τα ίδια,
ώστε με το θάνατό του να καταργήσει αυτόν που είχε την εξουσία να επιφέρει
το θάνατο, δηλαδή το διάβολο· και ν’ απαλλάξει αυτούς που, από το φόβο του
θανάτου, ήταν υποδουλωμένοι σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους».
Διότι, με τη θυσία του σώματός του κατάργησε τον εναντίον μας νόμο· αφού
μας έδωσε την ελπίδα της αναστάσεως, εγκαινίασε για μας αρχή νέας ζωής.
Επειδή εξαιτίας ανθρώπων ο θάνατος επικράτησε στους ανθρώπους, γι’ αυτό
πάλι με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου καταργήθηκε ο θάνατος και ήλθε
η ανάσταση της ζωής, όπως το λέει ο θεοφόρος απόστολος:
«Γιατί, όπως με τον άνθρωπο ήλθε ο θάνατος, και πάλι με άνθρωπο ήρθε η
ανάσταση των νεκρών· όπως ακριβώς έχοντας σχέση με τον Αδάμ όλοι
πεθαίνουν, έτσι και με το Χριστό όλοι θα λάβουν τη ζωή», και τα εξής.
Τώρα πλέον δεν πεθαίνουμε ως κατάδικοι, αλλά, με την ελπίδα ότι θ’
αναστηθούμε, περιμένουμε την κοινή ανάσταση όλων· αυτήν ο Θεός την
έκανε και μας τη χάρισε και «θα τη φανερώσει στον καιρό που όρισε».
Αυτή είναι λοιπόν η πρώτη αιτία της ενανθρωπήσεως. Όμως, και από τα επόμενα
μπορεί κάποιος να εννοήσει ότι δικαιολογημένα έγινε η ευλογημένη φανέρωσή
του σε μας.

11. Ο Θεός, ο πάντων έχων το κράτος, ότε το των ανθρώπων γένος
δια του ιδίου Λόγου εποίει, κατιδών πάλιν την ασθένειαν της φύσεως
αυτών, ως ουχ ικανή είη εξ εαυτής γνώναι τον δημιουργόν, ουδ όλως
έννοιαν λαβείν Θεού, τω τον μεν είναι αγέννητον, τα δε εξ ουκ όντων
γεγενήσθαι, και τον μεν ασώματον είναι, τους δε ανθρώπους κάτω που
σώματι πεπλάσθαι, και όλως πολλήν είναι την των γενητών έλλειψιν
προς την του πεποιηκότος κατάληψιν και γνώσιν·
ελεήσας πάλιν το γένος το ανθρώπινον, άτε δη αγαθός ων, ουκ αφήκεν
αυτούς ερήμους της εαυτού γνώσεως, ίνα μη ανόνητον έχωσι και το
είναι. Ποία γαρ όνησις τοις πεποιημένοις μη γινώσκουσι τον εαυτών
ποιητήν; Ή Πως αν είεν λογικοί μη γινώσκοντες τον του Πατρός
Λόγον, εν ω και γεγόνασιν; Ουδέν γαρ ουδέ αλόγων διαφέρειν
έμελλον, ει πλέον ουδέν των περιγείων επεγίνωσκον. Τι δε και ο Θεός
εποίει τούτους, αφ ων ουκ ηθέλησε γινώσκεσθαι;
Όθεν, ίνα μη τούτο γένηται, αγαθός ων της ιδίας εικόνος αυτοίς του
Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μεταδίδωσι, και ποιεί τούτους κατά την
εαυτού εικόνα και καθ ομοίωσιν· ίνα δια της τοιαύτης χάριτος την
εικόνα νοούντες, λέγω δη τον του Πατρός Λόγον, δυνηθώσιν έννοιαν
δι αυτού του Πατρός λαβείν, και γινώσκοντες τον ποιητήν ζώσι τον
ευδαίμονα και μακάριον όντως βίον.
Αλλ άνθρωποι πάλιν παράφρονες, κατολιγωρήσαντες και ούτως της
δοθείσης αυτοίς χάριτος, τοσούτον απεστράφησαν τον Θεόν, και
τοσούτον εθόλωσαν εαυτών την ψυχήν ως μη μόνον επιλαθέσθαι της
περί Θεού εννοίας, αλλά και έτερα ανθ ετέρων εαυτοίς αναπλάσασθαι.
Είδωλά τε γαρ αντί της αληθείας εαυτοίς ανετυπώσαντο, και τα ουκ
όντα του όντος Θεού προετίμησαν, τη κτίσει παρά τον κτίσαντα
λατρεύοντες, και το γε χείριστον, ότι και εις ξύλα και εις λίθους και εις
πάσαν ύλην και ανθρώπους την του Θεού τιμήν μετετίθουν, και
πλείονα τούτων ποιούντες, ώσπερ εν τοις έμπροσθεν είρηται.
Τοσούτον δε ησέβουν, ότι και δαίμονας εθρήσκευον λοιπόν και θεούς
ανηγόρευον, τας επιθυμίας αυτών αποπληρούντες. Θυσίας τε γαρ
ζώων αλόγων, και ανθρώπων σφαγάς, ώσπερ είρηται πρότερον, εις
το εκείνων καθήκον επετέλουν, πλείον εαυτούς τοις εκείνων
οιστρήμασι καταδεσμεύοντες.
Δια τούτο γούν και μαγείαι παρ αυτοίς εδιδάσκοντο, και μαντεία
κατά τόπον τους ανθρώπους επλάνα, και πάντες τα γενέσεως και του
είναι εαυτών τα αίτια τοις άστροις και τοις κατ ουρανόν πάσιν
ανετίθουν, μηδέν πλέον των φαινομένων λογιζόμενοι.
Και όλως πάντα ην ασεβείας και παρανομίας μεστά, και μόνος ο Θεός
ουδέ ο τούτου Λόγος επεγινώσκετο, καίτοι ουκ αφανή εαυτόν τοις
ανθρώποις επικρύψας, ουδέ απλήν την περί εαυτού γνώσιν αυτοίς
δεδωκώς, αλλά και ποικίλως και δια πολλών αυτήν αυτοίς εφαπλώσας.
   

Ο Παντοκράτωρ Θεός, όταν δημιουργούσε το ανθρώπινο γένος με το Λόγο του,
διέκρινε την αδυναμία της φύσεως των ανθρώπων: δεν θα μπορούσε η
ανθρώπινη φύση από μόνη της να γνωρίσει το δημιουργό της· ούτε πάλι να
συλλάβει την έννοια του Θεού. Διότι, Αυτός είναι άκτιστος, ενώ αυτοί
δημιουργήθηκαν από το μηδέν· Αυτός είναι ασώματος, ενώ οι άνθρωποι
πλάστηκαν με σώμα κάτω στη γη· και γενικά, πολλές είναι οι ελλείψεις των
δημιουργημάτων, για να κατανοήσουν και γνωρίσουν το Δημιουργό τους.
Και πάλι όμως ο Θεός, επειδή είναι πανάγαθος, ελέησε τους ανθρώπους· δεν
τους στέρησε τη δυνατότητα να Τον γνωρίσουν, ώστε να έχει νόημα και η
ύπαρξή τους. Διότι, ποιά είναι η ωφέλεια των δημιουργημάτων, αν δεν
γνωρίζουν τον πλάστη τους; Ή, Πως θα ήταν λογικά όντα, αν δεν γνώριζαν το
Λόγο του Πατέρα, ο οποίος τα δημιούργησε; Δεν θα διέφεραν καθόλου από τα
άλογα όντα, εφόσον δεν αντιλαμβάνονταν τίποτε περισσότερο από τα επίγεια.
Και γιατί να τους έπλασε ο Θεός, αν δεν ήθελε να Τον γνωρίζουν;
Γι’ αυτό το λόγο, για να μη συμβεί κάτι τέτοιο, όντας ο Θεός καλός μετάδωσε
σ’ αυτούς από την ίδια την εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού· τους έκαμε
σύμφωνα με τη δική του εικόνα και την ομοίωσή του. Έτσι, με το χάρισμα αυτό,
βλέποντας την εικόνα –εννοώ το Λόγο του Πατέρα– να μπορούν να έχουν μέσω
αυτού και την έννοια του Πατέρα. Γνωρίζοντας λοιπόν τον πλάστη τους, να
ζουν αληθινά ευτυχισμένη και ευλογημένη ζωή.
Οι άνθρωποι όμως πάλι ξέφυγαν και παραμέλησαν το χάρισμα που μ’ αυτό τον
τρόπο τους δόθηκε· τόσο πολύ απομακρύνθηκαν από το Θεό και τόσο μαύρισαν
με κακίες την ψυχή τους, ώστε όχι μόνο λησμόνησαν την έννοια του Θεού
αλλά άλλα αντί άλλων επινόησαν για τον εαυτό τους.
Διότι, έφτιαξαν είδωλα για τον εαυτό τους στη θέση του αληθινού Θεού·
προτίμησαν τα ανύπαρκτα από τον πραγματικό Θεό· λάτρεψαν την κτίση
και όχι τον κτίστη· και το χειρότερο, την τιμή που αρμόζει στο Θεό την
απόδωσαν σε ξύλα, πέτρες, σε κάθε υλικό και σε ανθρώπους. Κι ακόμη
περισσότερα απ’ αυτά έκαναν, όπως τα διηγηθήκαμε προηγουμένως.
Τόσο πολύ ασέβησαν ώστε στο εξής και δαιμόνια λάτρευαν και τα
αναγόρευαν θεούς· έτσι ικανοποιούσαν τις κακές επιθυμίες τους. Θυσίαζαν
ζώα, έκαναν και ανθρωποθυσίες για τη λατρεία εκείνων των θεών, όπως τα
προείπαμε· έτσι, υποδουλώνονταν ακόμη περισσότερο στην
ακόλαστη μανία εκείνων.
Γι’ αυτό, λοιπόν, δίδασκαν αυτοί ακόμη και μαγικές τελετές· τα κατά τόπους
μαντεία πλάνευαν τους ανθρώπους. Όλοι απέδιδαν την αιτία της γεννήσεώς
τους και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους στα άστρα και στα
ουράνια σώματα· δεν σκέφτονταν τίποτε περισσότερο απ’ όσα έβλεπαν.
Γενικά, όλα ήταν γεμάτα από ασέβειες και παρανομίες· μόνον ο Θεός και ο
Λόγος του δεν αναγνωριζόταν, παρόλο που δεν άφησε τον εαυτό του αφανή
στους ανθρώπους και δεν έδωσε μια αμυδρή γνώση του εαυτού του σ’ αυτούς·
αλλά, με πολλούς και ποικίλους τρόπους τους φανέρωσε τη μαρτυρία του
εαυτού του.

12. Αυτάρκης μεν γαρ ην η κατ εικόνα χάρις γνωρίζειν τον Θεόν
Λόγον, και δι αυτού τον Πατέρα· ειδώς δε ο Θεός την ασθένειαν των
ανθρώπων, προενοήσατο και της αμελείας τούτων, ίν εάν αμελήσαιεν
δι εαυτών τον Θεόν επιγνώναι, έχωσι δια των της κτίσεως έργων τον
δημιουργόν μη αγνοείν.
Επειδή δε η ανθρώπων αμέλεια επί τα χείρονα κατ ολίγον
επικαταβαίνει· προενοήσατο πάλιν ο Θεός και της τοιαύτης αυτών
ασθενείας, νόμον και προφήτας τους αυτοίς γνωρίμους αποστείλας,
ίνα εάν και εις τον ουρανόν οκνήσωσιν αναβλέψαι και γνώναι τον
ποιητήν, έχωσιν εκ των εγγύς την διδασκαλίαν. Άνθρωποι γαρ παρά
ανθρώπων εγγυτέρω δύνανται μαθείν περί των κρειττόνων.
Εξόν ουν ην αναβλέψαντας αυτούς εις το μέγεθος του ουρανού, και
κατανοήσαντας την της κτίσεως αρμονίαν, γνώναι τον ταύτης
ηγεμόνα τον του Πατρός Λόγον, τον τη εαυτού εις πάντα προνοία
γνωρίζοντα πάσι τον Πατέρα, και δια τούτο τα όλα κινούντα, ίνα δι
αυτού πάντες γινώσκωσι τον Θεόν.
Ή ει τούτο αυτοίς ην οκνηρόν, καν τοις αγίοις δυνατόν ην αυτούς
 συντυγχάνειν, και δι αυτών μαθείν τον των πάντων δημιουργόν
Θεόν, τον του Χριστού Πατέρα· και ότι των ειδώλων η θρησκεία
αθεότης εστί και πάσης ασεβείας μεστή.
Εξόν δε ην αυτούς και τον νόμον εγνωκότας, παύσασθαι πάσης
παρανομίας και τον κατ αρετήν ζήσαι βίον. Ουδέ γαρ δια Ιουδαίους
μόνους ο νόμος ην ουδέ δι αυτούς μόνους οι προφήται επέμποντο,
αλλά προς Ιουδαίους μεν επέμποντο, και παρά Ιουδαίων εδιώκοντο·
πάσης δε της οικουμένης ήσαν διδασκάλιον ιερόν της περί Θεού
γνώσεως, και της κατά ψυχήν πολιτείας.
Τοσαύτης ουν ούσης της του Θεού αγαθότητος και φιλανθρωπίας,
όμως οι άνθρωποι, νικώμενοι ταις παραυτίκα ηδοναίς και ταις παρά
δαιμόνων φαντασίαις και απάταις, ουκ ανένευσαν προς την αλήθειαν·
αλλ εαυτούς πλείοσι κακοίς και αμαρτήμασιν ενεφόρησαν, ως μηκέτι
δοκείν αυτούς λογικούς, αλλά αλόγους εκ των τρόπων νομίζεσθαι.
   

Το χάρισμα του κατ’ εικόνα θα ήταν μόνο του αρκετό να γνωρίζει ο άνθρωπος
το Θεό Λόγο, και μέσω αυτού τον Πατέρα. Επειδή όμως ο Θεός γνώριζε την
αδυναμία των ανθρώπων, προνόησε για την αμέλειά τους· ώστε, αν αμελούσαν
να γνωρίσουν με τον εαυτό τους το Θεό, να μπορούν με τα δημιουργήματα να
μη ξεχνούν το Δημιουργό τους.
Η αμέλεια όμως των ανθρώπων προχωρούσε σιγά σιγά στα χειρότερα.
Έτσι πάλι φρόντισε ο Θεός να καλύψει κι αυτή τους την αδυναμία·
έδωσε το Νόμο και έστειλε τους προφήτες που ήταν γνώριμοι σ’ αυτούς, ώστε,
ακόμη κι αν βαρεθούν να κοιτάξουν τον ουρανό και να γνωρίσουν το
δημιουργό, να έχουν κοντά τους τη διδασκαλία του. Διότι οι άνθρωποι μπορεί
από ανθρώπους να μάθουν καλύτερα για τα σπουδαιότερα πράγματα.
Ήταν δυνατό σ’ αυτούς να προσέξουν το μέγεθος του ουρανού και να
εννοήσουν την αρμονία του σύμπαντος, για να γνωρίσουν τον κυβερνήτη του,
το Λόγο του Πατέρα. Αυτός, με την πρόνοιά του για όλα, γνωρίζει σε όλους
τον Πατέρα του· Αυτός τα κινεί τα πάντα, ώστε απ’ αυτόν
όλοι να γνωρίζουν το Θεό.
Ή, κι αν αυτό τους ήταν βαρετό (η θεώρηση της κτίσεως), μπορούσαν να
συναναστρέφονται με τους Αγίους· κι απ’ αυτούς να γνωρίσουν το Θεό
δημιουργό των πάντων, τον Πατέρα του Χριστού· να μάθουν ακόμη ότι η
ειδωλολατρία είναι αθεΐα και η πιο μεγάλη ασέβεια.
Μπορούσαν ακόμη να μάθουν το Νόμο, να σταματήσουν κάθε κακία
και να ζήσουν ενάρετη ζωή. Ο Νόμος βέβαια δεν αφορούσε μόνο τους
Ιουδαίους· ούτε έστελνε τους προφήτες μόνο γι’ αυτούς·
το αντίθετο: έρχονταν στους Ιουδαίους και οι Ιουδαίοι τους καταδίωκαν.
Αποτελούσαν βέβαια (οι Ιουδαίοι ως "εκλεκτός λαός") ιερό σχολείο όλης της
οικουμένης, για να γνωρίσουν και οι άλλοι το Θεό και να ζήσουν ενάρετα.
Τόσο μεγάλη, λοιπόν, ήταν η αγαθωσύνη και η φιλανθρωπία του Θεού!
Οι άνθρωποι όμως, νικημένοι από τις πρόσκαιρες ηδονές και τις δαιμονικές
φαντασιώσεις και πλεκτάνες, δεν παραδέχτηκαν την αλήθεια.
Γέμισαν την ψυχή τους με χίλιες δυο κακίες και αμαρτίες, ώστε από τη
συμπεριφορά τους να μη θεωρούνται πλέον λογικοί αλλά ανόητοι.

13. Ούτω τοίνυν αλογωθέντων των ανθρώπων, και ούτως της
δαιμονικής πλάνης επισκιαζούσης τα πανταχού και κρυπτούσης την
περί του αληθινού Θεού γνώσιν, τι τον Θεόν έδει ποιείν; σιωπήσαι το
τηλικούτον, και αφείναι τους ανθρώπους υπό δαιμόνων πλανάσθαι,
και μη γινώσκειν αυτούς τον Θεόν;
Και τις η χρεία του και εξ αρχής κατ εικόνα Θεού γενέσθαι τον
άνθρωπον; έδει γαρ αυτόν απλώς ως άλογον γενέσθαι, ή γενόμενον
λογικόν την των αλόγων ζωήν μη βιούν. Τις δε όλως ην χρεία εννοίας
αυτόν λαβείν περί Θεού εξ αρχής; Ει γαρ ουδέ νυν άξιός εστι λαβείν,
έδει μηδέ κατά την αρχήν αυτώ δοθήναι.
Τι δε και όφελος τω πεποιηκότι Θεώ, ή ποία δόξα αυτώ αν είη, ει οι υπ
αυτού γενόμενοι άνθρωποι ου προσκυνούσιν αυτώ, αλλ ετέρους είναι
τους πεποιηκότας αυτούς νομίζουσιν; Ευρίσκεται γαρ ο Θεός ετέροις
και ουχ εαυτώ τούτους δημιουργήσας.
Είτα βασιλεύς μεν άνθρωπος ων τας υπ αυτού κτισθείσας χώρας
ουκ αφίησιν εκδότους ετέροις δουλεύειν, ουδέ προς άλλους καταφεύγειν·
αλλά γράμμασιν αυτούς υπομιμνήσκει, πολλάκις δε και δια φίλων
αυτοίς επιστέλλει, ει δε και χρεία γένηται, αυτός παραγίνεται, τη
παρουσία λοιπόν αυτούς δυσωπών· μόνον ίνα μη ετέροις δουλεύσωσι,
και αργόν αυτού το έργον γένηται.
Ου πολλώ πλέον ο Θεός των εαυτού κτισμάτων φείσεται προς το μη
πλανηθήναι απ αυτού, και τοις ουκ ούσι δουλεύειν; Μάλιστα ότι η
τοιαύτη πλάνη απωλείας αυτοίς αιτία και αφανισμού γίνεται, ουκ έδει
δε τα άπαξ κοινωνήσαντα της του Θεού Εικόνος απολέσθαι.
Τι ουν έδει ποιείν τον Θεόν; Ή τι έδει γενέσθαι, αλλ ή το κατ εικόνα
πάλιν ανανεώσαι, ίνα δι αυτού πάλιν αυτόν γνώναι δυνηθώσιν οι
άνθρωποι; Τούτο δε Πως αν εγεγόνει, ει μη αυτής της του Θεού
εικόνος παραγενομένης του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού; Δι
ανθρώπων μεν γαρ ουκ ην δυνατόν, επεί και αυτοί κατ εικόνα
γεγόνασιν· αλλ ουδέ δι αγγέλων· ουδέ γαρ ουδέ αυτοί εισιν εικόνες.
Όθεν ο του Θεού Λόγος δι εαυτού παρεγένετο, ίνα ως Εικών ων του
Πατρός τον κατ εικόνα άνθρωπον ανακτίσαι δυνηθή.
Άλλως δε πάλιν ουκ αν εγεγόνει, ει μη ο θάνατος ην και η φθορά
εξαφανισθείσα. Όθεν εικότως έλαβε σώμα θνητόν, ίνα και ο θάνατος
εν αυτώ λοιπόν εξαφανισθήναι δυνηθή, και οι κατ εικόνα πάλιν
ανακαινισθώσιν άνθρωποι. Ουκούν ετέρου προς ταύτην την χρείαν
ουκ ην, ει μη της Εικόνος του Πατρός.
   

Έτσι, λοιπόν, οι άνθρωποι έχασαν το λογικό τους· η πλάνη των δαιμόνων
επισκίαζε τα πάντα και έκρυβε τη γνώση του αληθινού Θεού.
Τι έπρεπε ο Θεός να κάνει; Να σιωπά για μια τόσο μεγάλη πλάνη,
ν’ αφήνει τους ανθρώπους να πλανώνται από τους δαίμονες
και ν’ αγνοούν τον αληθινό Θεό;
Και τότε ποιός ήταν ο λόγος εξαρχής να δημιουργηθεί ο άνθρωπος κατ’ εικόνα
του Θεού; Έπρεπε αυτός ή να δημιουργηθεί χωρίς λογική ή, αν πλαστεί λογικός,
να μη ζει τη ζωή των αλόγων ζώων. Ποιά ανάγκη υπήρχε αυτός εξαρχής να
προικιστεί με την έννοια του Θεού; Εφόσον ούτε τώρα αξίζει να την έχει,
δεν έπρεπε να του είχε δοθεί από την αρχή.
Ποιό πάλι θα ήταν το όφελος του δημιουργού Θεού ή ποιά δόξα θα είχε, αν δεν
τον προσκυνούσαν οι άνθρωποι ως δικά του δημιουργήματα; Αν πιστεύουν ότι
άλλοι είναι οι δημιουργοί τους; Διότι, φαίνεται ότι τους δημιούργησε ο Θεός
για άλλους και όχι για τον εαυτό του.
Εξάλλου, όταν ένας άνθρωπος είναι βασιλιάς, δεν επιτρέπει σε δικές του χώρες
να δουλεύουν για λογαρισαμό άλλων ούτε να βρίσκουν προστασία σε άλλους.
Τους υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις τους με έγγραφα και πολλές φορές με
επιστολές μέσω φίλων· αν μάλιστα παραστεί ανάγκη, ο ίδιος τους επισκέπτεται,
για να τους φοβήσει με την παρουσία του. Όλα τα κάνει, αρκεί να μην
υπηρετούν άλλους και μείνει ανεκτέλεστο το δικό του έργο.
Δεν θα λυπηθεί πολύ περισσότερο ο Θεός τα πλάσματά του, για να μην
πλανηθούν και προσκολληθούν στα ανύπαρκτα; Καθώς μάλιστα αυτή η πλάνη
γίνεται αιτία απώλειας και καταστροφής τους; Δεν πρέπει, λοιπόν, να χαθούν
τα πλάσματα εκείνα που έστω μια φορά έγιναν μέτοχα στην εικόνα του Θεού.
Τι έπρεπε λοιπόν να κάνει ο Θεός; Τι άλλο παρά ν’ ανανεώσει το κατ’ εικόνα,
ώστε μέσω αυτού να μπορέσουν να τον γνωρίσουν και πάλι οι
άνθρωποι; Και Πως θα γινόταν αυτό, εκτός αν ερχόταν σε μας η εικόνα του
Θεού, δηλαδή ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός; (Να γίνει αυτό) με ανθρώπους
δεν ήταν δυνατό, επειδή και οι ίδιοι οι άνθρωποι πλάστηκαν κατ’ εικόνα·
ούτε με αγγέλους, διότι αυτοί δεν είναι εικόνες. Γι’ αυτό ο Λόγος του Θεού
ενανθρώπησε, για να ξαναδημιουργήσει τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο,
επειδή μόνον ο Λόγος αποτελεί εικόνα του Πατέρα.
Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αν δεν εξαφανιζόταν ο θάνατος
και η φθορά.
Γι’ αυτό εύλογα προσέλαβε θνητό σώμα, ώστε στο πρόσωπό του
να εξαφανιστεί στο εξής ο θάνατος και ν’ ανακαινιστούν οι κατ’ εικόνα Θεού
πλασμένοι άνθρωποι. Γι’ αυτήν την ανάγκη, λοιπόν, κανείς άλλος δεν ήταν
ικανός, παρά μόνον η Εικόνα του Πατέρα.

14. Ως γαρ της γραφείσης εν ξύλω μορφής παραφανισθείσης εκ των
έξωθεν ρύπων, πάλιν χρεία τούτον παραγενέσθαι, ου και έστιν η
μορφή, ίνα ανακαινισθήναι η εικών δυνηθή εν τη αυτή ύλη δια γαρ την
εκείνου γραφήν και αυτή η ύλη εν ή και γέγραπται ουκ εκβάλλεται,
αλλ εν αυτή ανατυπούται.
Κατά τούτο και ο πανάγιος του Πατρός Υιος, Εικών ων του Πατρός,
παρεγένετο επί τους ημετέρους τόπους, ίνα τον κατ αυτόν
πεποιημένον άνθρωπον ανακαινίση, και ως απολόμενον εύρη δια της
των αμαρτιών αφέσεως, ή φησι και αυτός εν τοις Ευαγγελίοις·
"Ήλθον το απολόμενον ευρείν και σώσαι." Όθεν και προς τους
Ιουδαίους έλεγεν· "Εάν μη τις αναγεννηθή", ου την εκ γυναικών
γέννησιν σημαίνων ώσπερ υπενόουν εκείνοι, αλλά την αναγεννωμένην
και ανακτιζομένην ψυχήν εν τω κατ εικόνα δηλών.
Επειδή δε και ειδωλομανία και αθεότης κατείχε την οικουμένην και η
περί Θεού γνώσις εκέκρυπτο, τίνος ην διδάξαι την οικουμένην περί
Πατρός; ανθρώπου φαίη τις αν; αλλ ουκ ην ανθρώπων ενόν την
υφήλιον πάσαν υπελθείν, ούτε τη φύσει τοσούτον ισχυόντων δραμείν,
ούτε αξιοπίστων περί τούτου δυναμένων γενέσθαι, ούτε προς την των
δαιμόνων απάτην και φαντασίαν ικανών δι εαυτών αντιστήναι.
Πάντων γαρ κατά ψυχήν πληγέντων και ταραχθέντων παρά της
δαιμονικής απάτης και της των ειδώλων ματαιότητος, Πως οίόν τε ην
ανθρώπου ψυχήν και ανθρώπων νουν μεταπείσαι, όπουγε ουδέ οράν
αυτούς δύνανται; ό δε μη ορά τις, Πως δύναται μεταπαιδεύσαι;
Αλλ ίσως αν τις είποι την κτίσιν αρκείσθαι· αλλ ει η κτίσις ήρκει, ουκ
αν εγεγόνει τα τηλικαύτα κακά. Ην γαρ και η κτίσις, και ουδέν ήττον
οι άνθρωποι εν τη αυτή περί Θεού πλάνη εκυλίοντο.
Τίνος ουν ην πάλιν χρεία, ή του Θεού Λόγου του και ψυχήν και νουν
ορώντος, του και τα όλα εν τη κτίσει κινούντος, και δι αυτών
γνωρίζοντος τον Πατέρα; του γαρ δια της ιδίας προνοίας και
διακοσμήσεως των όλων διδάσκοντος περί του Πατρός, αυτού ην και
την αυτήν διδασκαλίαν ανανεώσαι.
Πως ουν αν εγεγόνει τούτο; Ίσως αν τις είποι ότι εξόν ην δια των
αυτών, ώστε πάλιν δια των της κτίσεως έργων τα περί αυτού δείξαι.
Αλλ ουκ ην ασφαλές έτι τούτο. Ουχί γε· παρείδον γαρ τούτο
πρότερον οι άνθρωποι, και ουκέτι μεν άνω, κάτω δε τους οφθαλμούς
εσχήκασιν.
Όθεν εικότως ανθρώπους θέλων ωφελήσαι, ως άνθρωπος επιδημεί,
λαμβάνων εαυτώ σώμα όμοιον εκείνοις, και εκ των κάτω λέγω δη δια
των του σώματος έργων ίνα οι μη θελήσαντες αυτόν γνώναι εκ της εις
τα όλα προνοίας και ηγεμονίας αυτού, καν εκ των δι αυτού του
σώματος έργων γνώσωνται τον εν τω σώματι του Θεού Λόγον, και
δι αυτού τον Πατέρα.
   

Συμβαίνει όπως με τη ζωγραφιά σ’ ένα ξύλο: όταν χαθεί από τις εξωτερικές
βρωμιές, είναι ανάγκη να ζωγραφιστεί πάλι εκείνος του οποίου τη μορφή
απεικόνιζε· έτσι θα ξαναγίνει η εικόνα στο ίδιο υλικό. Διότι, εξαιτίας της
μορφής που ήταν ζωγραφισμένη, ακόμη και το υλικό πάνω στο οποίο
ζωγραφίστηκε δεν πετιέται, αλλά ξαναζωγραφίζεται.
Για τον ίδιο λόγο και ο πανάγιος Υιος του Πατέρα, όντας εικόνα του Πατέρα,
ήλθε στη γη μας, για να ανακαινίσει τον άνθρωπο που πλάστηκε κατ’ εικόνα
δική Του· ήλθε να βρει με την άφεση των αμαρτιών το χαμένο άνθρωπο,
όπως ο Ίδιος το λέει στο ιερό Ευαγγέλιο:
«Ήλθα να βρω και να σώσω το απολωλός». Το ίδιο έλεγε και στους Ιουδαίους:
«Εάν κάποιος δεν γεννηθεί ξανά...»: δεν εννοούσε τη γέννηση από μητέρα,
όπως νόμιζαν εκείνοι· εννοούσε την αναγεννημένη και ανακαινισμένη ψυχή,
με την έννοια του κατ’ εικόνα.
Επειδή κυριαρχούσε στην οικουμένη η ειδωλολατρία και η αθεΐα και είχε
ξεχαστεί η γνώση του Θεού, ποιός ήταν ικανός να διδάξει στον κόσμο για τον
Πατέρα; Μήπως, θάλεγε κανείς, ο άνθρωπος; Αλλά ήταν αδύνατο για τους
ανθρώπους να διασχίσουν όλη την οικουμένη ούτε είχαν τόση φυσική αντοχή
να τρέξουν και ούτε τους πίστευαν ότι είχαν δυνάμεις για κάτι τέτοιο· δεν
μπορούσαν ακόμη μόνοι τους ν’ αντισταθούν στην απάτη και πλεκτάνη των
δαιμόνων.
Διότι όλοι οι άνθρωποι είχαν πληγωθεί και αναστατωθεί ψυχικά από τις
δαιμονικές απάτες και τη ματαιότητα των ειδώλων. Πως λοιπόν θα έπειθαν
την ψυχή και το νου των συνανθρώπων τους για θέματα που ούτε οι ίδιοι
μπορούν να δούν; Αυτό που δεν βλέπει κανείς, Πως θα το διδάξει και σ’ άλλους;
Ίσως, θάλεγε κανείς, ότι αρκεί η (θέα της) κτίσεως (για θεογνωσία)· αν όμως
ήταν αρκετή η κτίση, δεν θα είχαν συμβεί τόσο μεγάλα κακά. Διότι, ενώ υπήρχε
η κτίση, οι άνθρωποι έπεφταν εξίσου στην ίδια πλάνη για την έννοια του Θεού.
Ποιόν χρειαζόμασταν, λοιπόν, παρά το Λόγο του Θεού που βλέπει τη ψυχή και
το νου μας, που κινεί όλη την κτίση και μέσω αυτών μας καθιστά γνωστό τον
Πατέρα; Διότι, Αυτός που με τη δική του πρόνοια και φροντίδα για τα πάντα
μας διδάσκει για τον Πατέρα, Αυτός μόνο μπορούσε να ανανεώσει και την ίδια
τη διδασκαλία.
Και Πως θα γινόταν αυτό; Ίσως, θάλεγε κάποιος, ότι μπορούσε να γίνει με τον
ίδιο τρόπο· να φανερώσει πάλι τον εαυτό του με τα δημιουργήματα του κόσμου.
Δεν θα ήταν όμως σίγουρο κάτι τέτοιο· οπωσδήποτε όχι. Διότι προηγουμένως
το περιφρόνησαν οι άνθρωποι και έστρεψαν πλέον τα μάτια τους όχι προς τα
πάνω αλλά προς τα κάτω.
Για το λόγο αυτό εύλογα θέλοντας να ωφελήσει τους ανθρώπους, ήλθε σαν
άνθρωπος και παίρνει σώμα για τον εαυτό του όμοιο με το σώμα εκείνων.
Εννοώ σώμα ανθρώπινο, ώστε αυτοί που δεν θέλησαν να τον γνωρίσουν από την
πρόνοια και φροντίδα του για όλα, να μπορέσουν να γνωρίσουν από τις πράξεις
του σώματος αυτόν τον σαρκωθέντα σε ανθρώπινο σώμα Λόγο του Θεού· και
μέσω αυτού να γνωρίσουν τον Πατέρα.

15. Ως γαρ αγαθός διδάσκαλος κηδόμενος των εαυτού μαθητών, τους
μη δυναμένους εκ των μειζόνων ωφεληθήναι, πάντως δια των
ευτελεστέρων συγκαταβαίνων αυτούς παιδεύει· ούτως και ο του Θεού
Λόγος, καθώς και ο Παύλός φησιν· "Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού
ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της
μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας".
Επειδή γαρ οι άνθρωποι αποστραφέντες την προς τον Θεόν θεωρίαν
και ως εν βυθώ βυθισθέντες κάτω τους οφθαλμούς έχοντες, εν γενέσει
και τοις αισθητοίς τον Θεόν ανεζήτουν, ανθρώπους θνητούς και
δαίμονας εαυτοίς θεούς ανατυπούμενοι· τούτου ένεκα ο φιλάνθρωπος
και κοινός πάντων Σωτήρ, ο του Θεού Λόγος, λαμβάνει εαυτώ σώμα,
και ως άνθρωπος εν ανθρώποις αναστρέφεται, και τας αισθήσεις
πάντων ανθρώπων προσλαμβάνει, ίνα οι εν σωματικοίς νοούντες
είναι τον Θεόν, αφ ων ο Κύριος εργάζεται δια των του σώματος
έργων, απ αυτών νοήσωσι την αλήθειαν, και δι αυτού τον Πατέρα
λογίσωνται.
Άνθρωποι δε όντες και ανθρώπινα πάντα νοούντες, οίς εάν επέβαλον
τας εαυτών αισθήσεις, εν τούτοις προσλαμβανομένους εαυτούς εώρων,
και πανταχόθεν διδασκομένους την αλήθειαν. Είτε γαρ εις την κτίσιν
επτόηντο, αλλ εώρων αυτήν ομολογούσαν τον Χριστόν Κύριον· είτε
εις ανθρώπους ην αυτών η διάνοια προληφθείσα, ώστε τούτους θεούς
νομίζειν, αλλ εκ των έργων του Σωτήρος, συγκρινόντων τε εκείνων,
εφαίνετο εν ανθρώποις μόνος ο Σωτήρ Θεού Υιος, ουκ όντων παρ
εκείνοις τοιούτων οποία παρά του Θεού Λόγου γέγονεν.
Ει δε και εις δαίμονας ήσαν προληφθέντες, αλλ ορώντες αυτούς
διωκομένους υπό του Κυρίου, εγίνωσκον μόνον είναι τούτον τον του
Θεού Λόγον, και ουκ είναι θεούς τους δαίμονας.
Ει δε και εις νεκρούς ήδη τούτων ην ο νους κατασχεθείς, ώστε
θρησκεύειν ήρωας, και τους παρά ποιηταίς λεγομένους θεούς· αλλ
ορώντες την του Σωτήρος ανάστασιν, ωμολόγουν εκείνους είναι
ψευδείς, και μόνον τον Κύριον αληθινόν, τον του Πατρός Λόγον, τον
και του θανάτου κυριεύοντα.
Δια τούτο και γεγέννηται, και άνθρωπος εφάνη, και απέθανε, και
ανέστη, αμβλύνας και επισκιάσας τα των πώποτε γενομένων
ανθρώπων δια των ιδίων έργων, ίνα όπου δ αν ώσι προληφθέντες οι
άνθρωποι, εκείθεν αυτούς αναγάγη, και διδάξη τον αληθινόν εαυτού
Πατέρα, καθάπερ και αυτός φησιν· «Ήλθον σώσαι και ευρείν το
απολωλός.»
   

Όπως λοιπόν ο καλός δάσκαλος που φροντίζει για εκείνους τους μαθητές του
που δεν μπορούν να καταλάβουν τα πολύ δύσκολα, τους εκπαιδεύει με
συγκατάβαση στα πιο εύκολα· έτσι έκανε και ο Λόγος του Θεού, όπως το
λέει ο απόστολος Παύλος: «Επειδή ο κόσμος δεν μπόρεσε με τη σοφία του
να εννοήσει τη σοφία του Θεού, θέλησε ο πανάγαθος Θεός με το απλούστερο
κήρυγμα να σώσαι αυτούς που πιστεύουν σ’ αυτόν».
Διότι, αφού οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν από τη θεωρία του Θεού και, σαν να
πάτωσαν στο βυθό, είχαν στραφεί στα επίγεια, αναζητούσαν το Θεό στην
κτίση και τα υλικά· έπλασαν για θεούς θνητούς ανθρώπους και δαίμονες.
Εξαιτίας όλων αυτών, ο φιλάνθρωπος Σωτήρας όλων των ανθρώπων,
ο Λόγος του Θεού, παίρνει για τον εαυτό του ανθρώπινο σώμα και
συναναστρέφεται ως άνθρωπος με τους συνανθρώπους του. Προσλαμβάνει
τις αισθήσεις όλων των ανθρώπων, ώστε εκείνοι που εννοούν σωματικά το
Θεό, να μπορούν με τα σωματικά έργα που επιτελεί ο Κύριος,
μ’ αυτά να εννοήσουν την αλήθεια· και απ’ Αυτόν να οδηγηθούν στην έννοια
του Πατέρα.
Όντας άνθρωποι και επειδή τα έβλεπαν όλα ανθρώπινα, ό,τι έπεφτε στις
αισθήσεις τους, σ’ αυτό έβλεπαν να προσαρμόζεται ο εαυτός τους·
έτσι, από παντού διδάσκονταν τηην αλήθεια. Είτε λάτρευαν την κτίση με φόβο,
την έβλεπαν όμως να ομολογεί τον Ιησού Χριστό· είτε ο νους τους ήταν
προσκολημμένος σε ανθρώπους ώστε να τους θεωρεί ως θεούς, παρ’ όλ’ αυτά,
συγκρίνοντας τα έργα του Σωτήρα με τα έργα εκείνων (των ανθρώπων),
αποδείχνονταν Υιος του Θεού από τους ανθρώπους μόνον ο Σωτήρας· διότι οι
άνθρωποι δεν έκαναν τόσο σπουδαία έργα όσα ο Λόγος του Θεού.
Αν πάλι ήταν προσκολημμένοι στους δαίμονες, βλέποντας να τους
διώχνει ο Κύριος, εννοούσαν ότι μόνον Αυτός είναι ο Λόγος του Θεού και ότι
οι δαίμονες δεν είναι θεοί.
Αν ακόμη ο νους τους ήταν δοσμένος στη λατρεία των νεκρών, ώστε να
τιμούν τους ήρωες και τους θεούς που αναφέρουν οι ποιητές· παρ’ όλ’ αυτά,
βλέποντας την ανάσταση του Σωτήρα, παραδέχονταν ότι εκείνοι ήταν
ψεύτικοι θεοί· μόνον ο Κύριος, ο Λόγος του Πατέρα, είναι αληθινός Θεός και
εξουσιάζει το θάνατο.
Για το λόγο αυτό γεννήθηκε, έζησε ως άνθρωπος, πέθανε και αναστήθηκε.
Με τα δικά του έργα εξάλειψε και εξαφάνισε τις πράξεις που έκαναν οι
προηγούμενοι άνθρωποι· έτσι, όπου είχαν πέσει οι άνθρωποι, μπόρεσε από κει
να τους σηκώσει και να τους διδάξει τον αληθινό Θεό, τον Πατέρα του,
όπως και ο ίδιος το είπε: «Ήλθα να ζητήσω και να σώσω τον χαμένο
(άνθρωπο)».

16. Άπαξ γαρ εις αισθητά πεσούσης της διανοίας των ανθρώπων,
υπέβαλεν εαυτόν δια σώματος φανήναι ο Λόγος, ίνα μετενέγκη εις
εαυτόν ως άνθρωπον τους ανθρώπους, και τας αισθήσεις αυτών εις
εαυτόν αποκλίνη, και λοιπόν εκείνους ως άνθρωπον αυτόν ορώντας,
δι ων εργάζεται έργων, πείση μη είναι εαυτόν άνθρωπον μόνον, αλλά
και Θεόν και Θεού αληθινού Λόγον και Σοφίαν.
Τούτο δε και ο Παύλος βουλόμενος σημάναί φησιν· "Εν αγάπη
ερριζωμένοι και τεθεμελιωμένοι, ίνα εξισχύσητε καταλαβέσθαι συν
πάσι τοις αγίοις τι το πλάτος και μήκος και ύψος και βάθος, γνώναί τε
την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην του Χριστού· ίνα
πληρωθήτε εις παν το πλήρωμα του Θεού."
Πανταχού γαρ του Λόγου εαυτόν απλώσαντος, και άνω και κάτω
και εις το βάθος και εις το πλάτος· άνω μεν εις την κτίσιν, κάτω δε εις
την ενανθρώπησιν, εις βάθος δε εις τον άδην, εις πλάτος δε εις τον
κόσμον· τα πάντα της περί Θεού γνώσεως πεπλήρωται. Δια δε
τούτο, ουδέ παρ αυτά παραγενόμενος την θυσίαν την υπέρ πάντων
επετέλει, παραδιδούς το σώμα τω θανάτω, και ανιστών αυτό, αφανή
εαυτόν δια τούτου ποιών. Αλλά και εμφανή εαυτόν δια τούτου
καθίστη διαμένων εν αυτώ και τοιαύτα τελών έργα και σημεία διδούς,
α μηκέτι άνθρωπον αλλά Θεόν Λόγον αυτόν εγνώριζον.
Αμφότερα γαρ εφιλανθρωπεύετο ο Σωτήρ δια της ενανθρωπήσεως,
ότι και τον θάνατον εξ ημών ηφάνιζε, και ανεκαίνιζεν ημάς· και ότι
αφανής ων και αόρατος, δια των έργων ενέφαινε, και εγνώριζεν
εαυτόν είναι τον Λόγον του Πατρός, τον του παντός ηγεμόνα και
βασιλέα.
   

Αφού ο νους των ανθρώπων ξέπεσε στα αισθητά, ο Λόγος ταπείνωσε τον
εαυτό του να ενανθρωπήσει, για να σηκώσει στους ώμους του τους ανθρώπους
όντας ο ίδιος άνθρωπος· να προσελκύσει προς τον εαυτό του την προσοχή
των αισθήσεών τους, για να τον βλέπουν στο εξής ως άνθρωπο·
να πείσει με τα έργα που εργάζεται ότι δεν είναι μόνον άνθρωπος αλλά και
Θεός, Λόγος και Σοφία του αληθινού Θεού.
Αυτό θέλοντας να το υπογραμμίσει και ο Παύλος λέει: «Είστε μέσα στην
αγάπη ριζωμένοι και θεμελιωμένοι, για να μπορέσετε να καταλάβετε μαζί με
όλους τους Αγίους ποιό είναι το πλάτος, το μήκος, το ύψος και το βάθος της·
να γνωρίσετε την αγάπη του Χριστού που ξεπερνά τη γνώση, για να
γεμίσετε με όλο το πλήρωμα του Θεού».
Ο Λόγος παντού πρόσφερε τον εαυτό του· και πάνω και κάτω, και στο βάθος
και το πλάτος. Πάνω είναι με τη δημιουργία, κάτω είναι με την ενανθρώπηση,
στο βάθος είναι στον άδη και στο πλάτος είναι σ’ όλο τον κόσμο·
διότι όλα είναι γεμάτα από τη γνώση του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο,
δεν έσπευσε, μόλις ενανθρώπησε, να θυσιαστεί αμέσως για χάρη όλων μας· να
παραδώσει το σώμα του στο θάνατο και να το αναστήσει· διότι έτσι
θα έμενε στην αφάνεια. Το αντίθετο· φανέρωσε πλήρως τον εαυτό του,
μένοντας στο ανθρώπινο σώμα και κάνοντας τέτοια θαυμαστά έργα και σημεία,
ώστε να τον αναγνωρίζουν πλέον όχι ως άνθρωπο αλλ’ ως Θεό Λόγο.
Με την ενανθρώπησή του ο Σωτήρας έκανε από αγάπη για τον άνθρωπο και
τα δύο: πρώτα, εξαφάνισε το θάνατό μας και μας ανακαίνισε· και δεύτερον,
ενώ ήταν αφανής και αόρατος, φανέρωσε τον εαυτό του με τα έργα του·
μας γνωστοποίησε ότι είναι ο Λόγος του Πατέρα, ο Παντοκράτορας και
Βασιλιάς όλων.

17. Ου γαρ δη περικεκλεισμένος ην εν τω σώματι· ουδέ εν σώματι μεν
ην, αλλαχόσε δε ουκ ην. Ουδέ εκείνο μεν εκίνει, τα όλα δε της τούτου
ενεργείας και προνοίας κεκένωτο· αλλά το παραδοξότατον, Λόγος
ων, ου συνείχετο μεν υπό τινος· συνείχε δε τα πάντα μάλλον αυτός·
και ώσπερ εν πάση τη κτίσει ων, εκτός μεν εστι του παντός κατ ουσίαν,
εν πάσι δε εστι ταις εαυτού δυνάμεσι, τα πάντα διακοσμών, και εις
πάντα εν πάσι την εαυτού πρόνοιαν εφαπλών, και έκαστον και πάντα
ομού ζωοποιών, περιέχων τα όλα και μη περιεχόμενος, αλλ εν μόνω
τω εαυτού Πατρί όλος ων κατά πάντα·
Ούτως και εν τω ανθρωπίνω σώματι ων, και αυτός αυτό ζωοποιών,
εικότως εζωοποίει και τα όλα και εν τοις πάσιν εγίνετο, και έξω των
όλων ην. Και από του σώματος δε δια των έργων γνωριζόμενος, ουκ
αφανής ην και από της των όλων ενεργείας.
Ψυχής μεν ουν έργον εστί θεωρείν μεν και τα έξω του ιδίου σώματος
τοις λογισμοίς, ου μην και έξωθεν του ιδίου σώματος ενεργείν, ή τα
τούτου μακράν τη παρουσία κινείν. Ουδέποτε γούν άνθρωπος
διανοούμενος τα μακράν ήδη και ταύτα κινεί και μεταφέρει· ουδέ ει επί
της ιδίας οικίας καθέζοιτό τις και λογίζοιτο τα εν ουρανώ, ήδη και τον
ήλιον κινεί, και τον ουρανόν περιστρέφει. Αλλ ορά μεν αυτά κινούμενα
και γεγονότα, ου μην ώστε εργάζεσθαι αυτά δυνατός τυγχάνει.
Ου δη τοιούτος ην ο του Θεού Λόγος εν τω ανθρώπω· ου γαρ
συνεδέδετο τω σώματι, αλλά μάλλον αυτός εκράτει τούτο, ώστε και
εν τούτω ην και εν τοις πάσιν ετύγχανε, και έξω των όντων ην, και εν
μόνω τω Πατρί ανεπαύετο.
Και το θαυμαστόν τούτο ην, ότι και ως άνθρωπος επολιτεύετο, και ως
Λόγος τα πάντα εζωογόνει, και ως Υιος τω Πατρί συνήν. Όθεν ουδέ
της Παρθένου τικτούσης έπασχεν αυτός, ουδέ εν σώματι ων εμολύνετο,
αλλά μάλλον και το σώμα ηγίαζεν. Ουδέ γαρ εν τοις πάσιν ων, των
πάντων μεταλαμβάνει, αλλά πάντα μάλλον υπ αυτού ζωογονείται
και τρέφεται.
Ει γαρ και ήλιος ο υπ αυτού γενόμενος και υφ ημών ορώμενος,
περιπολών εν ουρανώ, ου ρυπαίνεται των επί γης σωμάτων
απτόμενος, ουδέ υπό σκότους αφανίζεται, αλλά μάλλον αυτός και
ταύτα φωτίζει και καθαρίζει, πολλώ πλέον ο πανάγιος του Θεού
Λόγος, ο και του ηλίου ποιητής και κύριος, εν σώματι γνωριζόμενος
ουκ ερυπαίνετο, αλλά μάλλον άφθαρτος ων, και το σώμα θνητόν
τυγχάνον εζωοποίει και εκαθάριζεν, "ος αμαρτίαν γαρ, φησίν, ουκ
εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού".
18. Όταν τοίνυν εσθίοντα και πίνοντα και τικτόμενον αυτόν λέγωσιν
οι περί τούτου θεολόγοι, γίνωσκε ότι το μεν σώμα, ως σώμα, ετίκτετο
και καταλλήλοις ετρέφετο τροφαίς, αυτός δε ο συνών τω σώματι Θεός
Λόγος τα πάντα διακοσμών, και δι ων ειργάζετο εν τω σώματι ουκ
άνθρωπον εαυτόν, αλλά Θεόν Λόγον εγνώριζεν. Λέγεται δε περί
αυτού ταύτα, επειδή και το σώμα εσθίον και τικτόμενον και πάσχον,
ουχ ετέρου τινός, αλλά του Κυρίου ην· και ότι ανθρώπου γενομένου,
έπρεπε και ταύτα ως περί ανθρώπου λέγεσθαι, ίνα αληθεία και μη
φαντασία σώμα έχων φαίνηται.
Αλλ ώσπερ εκ τούτων εγινώσκετο σωματικώς παρών, ούτως εκ των
έργων ων εποίει δια του σώματος, Υιόν Θεού εαυτόν εγνώριζεν. Όθεν
και προς τους απίστους Ιουδαίους εβόα λέγων· "Ει ου ποιώ τα έργα
του Πατρός μου, μη πιστεύητέ μοι· ει δε ποιώ, καν εμοί μη πιστεύητε,
τοις έργοις μου πιστεύσατε· ίνα γνώτε και γινώσκητε, ότι εν εμοί ο
Πατήρ καγώ εν τω Πατρί."
Ως γαρ αόρατος ων, από των της κτίσεως έργων γινώσκεται, ούτως
άνθρωπος γενόμενος, και εν σώματι μη ορώμενος, εκ των έργων αν
γνωσθείη ότι ουκ άνθρωπος αλλά Θεού Δύναμις και Λόγος εστίν ο
ταύτα εργαζόμενος.
Το γαρ επιτάσσειν αυτόν τοις δαίμοσι, κακείνους απελαύνεσθαι, ουκ
ανθρώπινον αλλά θείόν εστι το έργον. Ή τις ιδών αυτόν τας νόσους
ιώμενον, εν αις υπόκειται το των ανθρώπων γένος, έτι άνθρωπον και
ου Θεόν ηγείτο; Λεπρούς γαρ εκαθάριζε, χωλούς περιπατείν εποίει,
κωφών την ακοήν ήνοιγε, τυφλούς αναβλέπειν εποίει, και πάσας
απλώς νόσους και πάσαν μαλακίαν απήλαυνεν από των ανθρώπων,
αφ ων ην αυτού και τον τυχόντα την θεότητα θεωρείν.
Τις γαρ ιδών αυτόν αποδιδόντα το λείπον, οίς η γένεσις ενέλειψε, και
του εκ γενετής τυφλού τους οφθαλμούς ανοίγοντα, ουκ αν ενενόησε
την ανθρώπων υποκειμένην αυτώ γένεσιν, και ταύτης είναι τούτον
Δημιουργόν και Ποιητήν; Ο γαρ το μη ό εκ γενέσεως έσχεν ο
άνθρωπος αποδιδούς, δήλος αν είη πάντως ότι Κύριος ούτός εστι και
της γενέσεως των ανθρώπων.
Δια τούτο και εν αρχή κατερχόμενος προς ημάς, εκ παρθένου πλάττει
εαυτώ το σώμα, ίνα μη μικρόν της θεότητος αυτού γνώρισμα πάσι
παράσχη, ότι ο τούτο πλάσας αυτός εστι και των άλλων Ποιητής. Τις
γαρ ιδών χωρίς ανδρός εκ παρθένου μόνης προερχόμενον σώμα, ουκ
ενθυμείται τον εν τούτω φαινόμενον είναι και των άλλων σωμάτων
Ποιητήν και Κύριον;
Τις δε ιδών και την υδάτων αλλασσομένην ουσίαν, και εις οίνον
μεταβάλλουσαν, ουκ εννοεί τον τούτο ποιήσαντα Κύριον είναι και
Κτίστην της των όλων υδάτων ουσίας; δια τούτο γαρ ως Δεσπότης
επέβαινε και τη θαλάσση, και περιεπάτει ως επί γης, γνώρισμα της επί
πάντα δεσποτείας αυτού τοις ορώσι παρέχων. Τρέφων δε και εξ
ολίγων τοσούτον πλήθος, και εξ απόρων ευπορών αυτός, ώστε από
πέντε άρτων πεντακισχιλίους κορεσθήναι, και άλλο τοσούτο
καταλείψαι, ουδέν έτερον ή αυτόν είναι και τον της όλων προνοίας
Κύριον εγνώριζε.
   

Δεν ήταν βέβαια κλεισμένος μέσα στο σώμα· ούτε πάλι ήταν μόνο μέσα στο
σώμα και δεν ήταν σε άλλα μέρη· ούτε κινούσε μόνο το σώμα, ενώ τα
υπόλοιπα στερούνταν την ενέργεια και πρόνοιά του. Το πιο παράδοξο, όντας
Λόγος, δεν συγκρατούνταν από κάτι, αλλά όλα αυτός τα συγκρατούσε.
Και όπως, ενώ βρίσκεται σ’ όλη την κτίση, ουσιαστικά βρίσκεται έξω από κάθε
τι: σε όλα σκορπίζει την ενέργειά του διακοσμώντας τα και σ’ όλα απλώνει
τη δική του πρόνοια· ζωοποιεί το καθένα και όλα μαζί·
τα περιέχει όλα και σε κανένα δεν περιέχεται· μόνο μέσα στον Πατέρα του
βρίσκεται όλος και σε όλα.
Έτσι λοιπόν, και είναι μέσα στο ανθρώπινο σώμα και αυτός είναι που το δίνει
ζωή· κατά συνέπεια δίνει ζωή σε όλα. Ήταν μέσα σ’ όλα αλλά και έξω απ’ όλα.
Και ενώ γινόταν γνωστός από τα έργα του σώματος, γίνόταν γνωστός και από
την ενέργειά του σε όλη τη δημιουργία.
Έργο της ψυχής είναι να βλέπει με τους λογισμούς του νου όσα είναι έξω από
το σώμα· να μην ενεργεί όμως έξω από το δικό της σώμα ούτε και με την
παρουσία του σώματος να κινεί όσα είναι μακριά απ’ αυτό. Ουδέποτε ο
άνθρωπος με τη σκέψη του μπορεί να κινήσει και να μετεκινήσει όσα είναι
μακριά του. Δεν είναι δυνατόν να κάθεται κάποιος στο σπίτι του και να
σκέφτεται τα ουράνια σώματα και να κινεί τον ήλιο ή να περιστρέφει τον
ουρανό. Τα βλέπει να κινούνται και να υπάρχουν, αλλά δεν είναι ικανός αυτός
να τα κάνει να υπάρχουν και να κινούνται.
Δεν ήταν τέτοιος βέβαια ο Λόγος του Θεού ως άνθρωπος. Δεν ήταν δεμένος
με το σώμα, αλλά μάλλον αυτός το συγκρατούσε· ώστε και μέσα σ’ αυτό ήταν,
και σ’ όλα υπήρχε· και έξω από τα όντα ήταν και μόνο στον Πατέρα αναπαυόταν.
Και το πιο σπουδαίο ήταν το εξής: και ως άνθρωπος ζούσε και ως Λόγος έδινε
ζωή σ’ όλα αλλά και ως Υιος συνυπήρχε με τον Πατέρα. Γι’ αυτό, δεν υπέφερε
στη γέννησή του από την Παρθένο· ούτε, όντας μέσα στο σώμα, μολυνόταν,
αλλά το εξαγίαζε κι από πάνω. Διότι, αν και είναι μέσα σ’ όλα, δεν παίρνει
απ’ όλα, αλλά, καλύτερα, όλα απ’ αυτόν λαμβάνουν τη ζωή και την τροφή.
Όπως ο ήλιος, που είναι δημιούργημά του και τον βλέπουμε όλοι μας,
περιπολώντας στον ουρανό, δεν μολύνεται όταν έρχεται σε επαφή με τα επίγεια
σώματα· ούτε το σκοτάδι τον εξαφανίζει αλλά μάλλον αυτός τα σώματα αυτά
και τα φωτίζει και τα καθαρίζει. Πολύ περισσότερο, ο πανάγαθος Λόγος του
Θεού, ο δημιουργός και κύριος του ήλιου, δεν μολύνονταν μέσα στο σώμα ·
αλλά, όντας άφθαρτος, έδινε ζωή και στο θνητό σώμα που περιβλήθηκε και
το καθάριζε· διότι λέει η Γραφή, «αυτός δεν έκαμε καμία αμαρτία,
ούτε βρέθηκε ποτέ στο στόμα του δόλος».
Όταν λοιπόν οι θεολόγοι λένε γι’ Αυτόν ότι τρώει, πίνει και γεννιέται, γνώριζε
ότι το σώμα, βέβαια, σαν σώμα γεννιόταν και τρεφόταν με τις κατάλληλες
τροφές· αυτός όμως ο Θεός Λόγος συνυπάρχει στο σώμα και διακοσμεί
τα πάντα· και με όσα έκαμε με το σώμα του αποδείκνυε ότι δεν ήταν απλός
άνθρωπος αλλά Θεός Λόγος. Και αυτοί οι χαρακτηρισμοί λέγονται γι’ αυτόν,
επειδή το σώμα που τρώει, γεννιέται και υποφέρει, δεν ανήκει σε κάποιον
άλλον αλλά ήταν του Κυρίου. Αφού όμως έγινε άνθρωπος, έπρεπε αυτοί οι
χαρακτηρισμοί να του αποδίδονται όπως σε άνθρωπο, για να τεκμηριώνεται ότι
έχει αληθινό και όχι φανταστικό σώμα.
Και όπως με αυτούς τους χαρακτηρισμούς γινόταν αντιληπτή η σωματική του
παρουσία, παρόμοια με τα έργα του σώματος που έκανε, φανέρωνε τον εαυτό
του ως Υιό του Θεού. Γι’ αυτό και έλεγε στους άπιστους Ιουδαίους: «Εάν δεν
κάνω τα έργα του Πατέρα μου, μη με πιστεύετε· αν όμως τα κάνω, ακόμη κι αν
δεν πιστεύετε σε μένα, πιστέψτε στα έργα μου· έτσι, θα μάθετε ότι ο Πατέρας
είναι με μένα κι εγώ με τον Πατέρα».
Όπως, όντας αόρατος, τον γνώριζαν από τα δημιουργήματα, έτσι και με το που
έγινε άνθρωπος, ενώ δεν φαίνεται στο σώμα, από τα έργα μπορεί να γνωριστεί
ότι δεν είναι άνθρωπος αλλά η Δύναμη και ο Λόγος του Θεού, που τα κάνει
όλα αυτά.
Η εντολή που έδινε στους δαίμονες και εκείνοι έφευγαν μακριά, αποδεικνύει
ότι αυτό δεν είναι ανθρώπινο αλλά θεϊκό έργο. Ή, ποιός τον έβλεπε να
θεραπεύει τις ασθένειες των ανθρώπων, και πίστευε ακόμη ότι δεν είναι Θεός;
Διότι καθάριζε λεπρούς, έκανε κουτσούς να περπατούν, άνοιγε τ’ αυτιά των
κουφών, σε τυφλούς
χάριζε την όραση· και γενικά όλες τις ασθένειες και κάθε
είδους αδυναμία των ανθρώπων τη θεράπευε· απ’ όλ’ αυτά τα θαυμαστά που
έκανε, και ο τυχόντας μπορούσε να αντιληφθεί τη θεϊκότητά του.
Ποιος πάλι, βλέποντάς τον να αναπληρώνει σε ορισμένους τις ελλείψεις που
είχαν από τη γέννησή τους και ν’ ανοίγει τα ματια του εκ γενετής τυφλού, δεν
θα αντιλαμβανόταν ότι η δημιουργία των ανθρώπων είναι στην εξουσία του και
ότι αυτός είναι ο δημιουργός και πλάστης; Διότι αυτός που προσφέρει στον
άνθρωπο ό,τι δεν είχε από τη γέννησή του, σίγουρα φαίνεται ότι αυτός είναι
και ο Αίτιος της δημιουργίας των ανθρώπων.
Γι’ αυτό, και από την αρχή, όταν ήλθε σε μας, πλάθει για τον εαυτό του σώμα
από την Παρθένο· έτσι παρέχει σε όλους σπουδαίο γνώρισμα της θεότητάς του:
ότι αυτός που έκαμε αυτό το σώμα είναι και ο Δημιουργός των υπολοίπων
σωμάτων. Διότι, ποιός αν έβλεπε να δημιουργείται σώμα μόνον από παρθένο,
και όχι από άνδρα, δεν θα σκέφτεται ότι αυτός που παρουσιάζεται σ’ αυτό δεν
είναι ο πλάστης και κύριος και των άλλων σωμάτων;
Ποιος πάλι, όταν βλέπει ν’ αλλάζει η ουσία του νερού και να μεταβάλλεται σε
κρασί, δεν θα πιστέψει ότι αυτός που το κάνει είναι ο Κύριος και Δημιουργός
της σύστασης όλων των υδάτων; Για το λόγο αυτό, περπατούσε σαν κυρίαρχος
πάνω στη θάλασσα, λες και βάδιζε στη γη· παρείχε έτσι σε όλους, όσοι τον
έβλεπαν, απόδειξη της εξουσίας του πάνω σε όλα. Τρέφοντας πάλι με λίγα
ψωμιά τόσο πολύ πλήθος και καλύπτοντας αυτός κάθε έλλειψη, ώστε πέντε
χιλιάδες άνθρωποι να χορτάσουν από πέντε ψωμιά και να περισσέψουν κιόλας,
αντιλαμβανόταν ο καθένας ότι αυτός είναι ο Κύριος που προνοεί για όλα.

19. Ταύτα δε πάντα ποιείν τω Σωτήρι καλώς έχειν εδόκει, ίν επειδή
την εν τοις πάσιν αυτού πρόνοιαν ηγνόησαν οι άνθρωποι και ου
κατενόησαν την δια της κτίσεως αυτού θεότητα, καν εκ των δια του
σώματος έργων αυτού αναβλέψωσι, και έννοιαν λάβωσι δι αυτού της
εις τον Πατέρα γνώσεως, εκ των κατά μέρος την εις τα όλα αυτού
πρόνοιαν, ως προείπον, αναλογιζόμενοι.
Τις γαρ ιδών αυτού την κατά δαιμόνων εξουσίαν, ή τις ιδών τους
δαίμονας ομολογούντας είναι τούτων αυτόν Κύριον, έτι την διάνοιαν
αμφίβολον έξει, ει ούτός εστιν ο του Θεού Υιος και η Σοφία και η
Δύναμις;
Ουδέ γαρ την κτίσιν αυτήν σιωπήσαι πεποίηκεν, αλλά το γε
θαυμαστόν, και εν τω θανάτω, μάλλον δε εν αυτώ τω κατά του
θανάτου τροπαίω, λέγω δη τω σταυρώ, πάσα η κτίσις ωμολόγει τον
εν τω σώματι γνωριζόμενον και πάσχοντα ουχ απλώς είναι
άνθρωπον, αλλά Θεού Υιόν και Σωτήρα πάντων. Ό τε γαρ ήλιος
απεστράφη, και η γη εσείετο, και τα όρη ερρήγνυτο, πάντες
κατέπτησσον. Ταύτα δε τον μεν εν τω σταυρώ Χριστόν Θεόν
εδείκνυον, την δε κτίσιν πάσαν τούτου δούλην είναι, και μαρτυρούσαν
τω φόβω την του δεσπότου παρουσίαν. Ούτω μεν ουν ο Θεός Λόγος
δια των έργων εαυτόν ενεφάνιζε τοις ανθρώποις.
Ακόλουθον δ αν είη και το τέλος της εν σώματι διαγωγής και
περιπολήσεως αυτού διηγήσασθαι, και ειπείν και οποίος γέγονεν ο
του σώματος θάνατος· μάλιστα ότι το κεφάλαιον της πίστεως ημών
εστί τούτο, και πάντες απλώς άνθρωποι περί τούτου θρυλλούσιν· ίνα
γνώς ότι και εκ τούτου μάλλον ουδέν ήττον γινώσκεται Θεός ο
Χριστός και του Θεού Υιος.
   

Και ο Σωτήρας έκρινε καλό να τα κάνει όλα αυτά, ώστε οι άνθρωποι, επειδή
περιφρόνησαν την πρόνοιά του για όλα και δεν πίστεψαν στη θεότητά του
μέσω της κτίσεως, να μετανοήσουν και να δουν έστω τα έργα που έκαμε το
σώμα του· και έτσι, να οδηγηθούν μέσω αυτού στη γνώση του Πατέρα,
αναλογιζόμενοι, όπως είπα παραπάνω, τη φροντίδα του από τα επιμέρους
για όλα γενικά.
Διότι, ποιός βλέποντας την εξουσία που είχε πάνω στους δαίμονες ή τα
δαιμόνια να ομολογούν τη θεϊκή εξουσία που είχε σ’ αυτά, ακόμη θα
αμφιβάλλει αν αυτός είναι ο Υιος του Θεού, η Σοφία και η Δύναμή του;
Διότι και την ίδια την κτίση δεν την έπλασε να σιωπά· αλλά, και το πιο
θαυμαστό, ακόμη και στο θάνατό του, ή καλύτερα στην νίκη που έστησε
ενάντια στο θάνατο –εννοώ το σταυρό του– όλη η κτίση ομολογούσε και
αναγνώριζε ότι αυτός που έπασχε στο σώμα δεν ήταν απλός άνθρωπος,
αλλά ο Υιος του Θεού και Σωτήρας όλων. Διότι, όταν ο ήλιος σκοτείνιαζε,
η γη σείονταν και τα βουνά κόβονταν στα δύο, όλοι τρόμαζαν.
Όλα αυτά αποδείκνυαν ότι ο εσταυρωμένος ήταν ο Χριστός και Θεός και ότι
όλη η κτίση είναι δούλη του· διότι φανέρωνε με το φόβο της την
παρουσία του κυρίου της. Έτσι λοιπόν με τα έργα του ο Θεός Λόγος
παρουσίαζε τον εαυτό του στους ανθρώπους.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να διηγηθούμε και το τέλος της σωματικής του
παρουσίας και συναναστροφής· να πούμε τι είδους ήταν ο σωματικός του
θάνατος. Ιδιαίτερα μάλιστα, διότι ο θανατός του αποτελεί το σπουδαιότερο
κεφάλαιο της πίστεώς μας· όλοι γενικά οι άνθρωποι γι’ αυτόν μιλούν. Έτσι θα
γνωρίσεις ότι και από το θάνατό του δεν αποδεικνύεται ο Χριστός λιγότερο
Θεός και Υιος του Θεού.

20. Τήν μεν ουν αιτίαν της σωματικής επιφανείας αυτού, ως οίόν τε ην,
εκ μέρους, και ως ημείς ηδυνήθημεν νοήσαι, προείπομεν, ότι ουκ άλλου
ην το φθαρτόν εις αφθαρσίαν μεταβαλείν, ει μη αυτού του Σωτήρος,
του και την αρχήν εξ ουκ όντων πεποιηκότος τα όλα· και ουκ άλλου
ην το κατ εικόνα πάλιν ανακτίσαι τοις ανθρώποις, ει μη της Εικόνος
του Πατρός· και ουκ άλλου ην το θνητόν αθάνατον αναστήσαι, ει μη
της Αυτοζωής ούσης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού· και ουκ άλλου
ην περί Πατρός διδάξαι, και την ειδώλων καθαιρήσαι θρησκείαν, ει μη
του τα πάντα διακοσμούντος Λόγου, και μόνου του Πατρός όντος
Υιού μονογενούς αληθινού.
Επειδή δε και το οφειλόμενον παρά πάντων έδει λοιπόν αποδοθήναι·
ωφείλετο γαρ πάντως, ως προείπον, αποθανείν, δι ό μάλιστα και
επεδήμησε· τούτου ένεκεν μετά τας περί θεότητος αυτού εκ των έργων
αποδείξεις, ήδη λοιπόν και υπέρ πάντων την θυσίαν ανέφερεν, αντί
πάντων τον εαυτού ναόν εις θάνατον παραδιδούς, ίνα τους μεν
πάντας ανυπευθύνους και ελευθέρους της αρχαίας παραβάσεως
ποιήση· δείξη δε εαυτόν και θανάτου κρείττονα, απαρχήν της των
όλων αναστάσεως το ίδιον σώμα άφθαρτον επιδεικνύμενος.
Και μη τοι θαυμάσης ει πολλάκις τα αυτά περί των αυτών λέγομεν.
Επειδή γαρ περί της ευδοκίας του Θεού λαλούμεν, δια τούτο τον
αυτόν νουν δια πλειόνων ερμηνεύομεν, μη άρα τι παραλιμπάνειν
δόξωμεν, και έγκλημα γένηται ως ενδεώς ειρηκόσι· και γαρ βέλτιον
ταυτολογίας μέμψιν υποστήναι, ή παραλείψαί τι των οφειλόντων
γραφήναι.
Το μεν ουν σώμα, ως και αυτό κοινήν έχον τοις πάσι την ουσίαν σώμα
γαρ ην ανθρώπινον, ει και καινοτέρω θαύματι συνέστη εκ παρθένου
μόνης, όμως θνητόν ον κατά ακολουθίαν των ομοίων και απέθνησκε·
τη δε του Λόγου εις αυτό επιβάσει, ουκέτι κατά την ιδίαν φύσιν
εφθείρετο, αλλά δια τον ενοικήσαντα του Θεού Λόγον, εκτός εγίνετο
φθοράς.
Και συνέβαινεν αμφότερα εν ταυτώ γενέσθαι παραδόξως· ότι τε ο
πάντων θάνατος εν τω κυριακώ σώματι επληρούτο, και ο θάνατος και
η φθορά δια τον συνόντα Λόγον εξηφανίζετο. Θανάτου γαρ ην χρεία,
και θάνατον υπέρ πάντων έδει γενέσθαι, ίνα το παρά πάντων
οφειλόμενον γένηται.
Όθεν, ως προείπον, ο Λόγος, επεί ουχ οίόν τε ην αυτόν αποθανείν
αθάνατος γαρ ην, έλαβεν εαυτώ σώμα το δυνάμενον αποθανείν, ίνα
ως ίδιον αντί πάντων αυτό προσενέγκη, και ως αυτός υπέρ πάντων
πάσχων, δια την προς αυτό επίβασιν, "καταργήση τον το κράτος
έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διάβολον· και απαλλάξη τούτους,
όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζήν ένοχοι ήσαν δουλείας".
   

Είπαμε ήδη παραπάνω μερικά, όσο ήταν δυνατόν και μπορούσαμε να
καταλάβουμε, για την αιτία της ενανθρώπησης του
Κυρίου· ότι δεν ήταν
δυνατόν άλλος εκτός από τον Σωτήρα, να μεταβάλλει το φθαρτό σε άφθαρτο·
διότι αυτός εξαρχής τα έπλασε όλα από το μηδέν. Και δεν ήταν ικανός άλλος
ν’ ανακαινίσει το κατ’ εικόνα στους ανθρώπους, παρά μόνον Αυτός που ήταν
η Εικόνα του Πατέρα· ούτε άλλος μπορούσε να κάνει το θνητό αθάνατο παρά
μόνον ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, που είναι η πηγή της ζωής· και κανένας
άλλος δεν μπορούσε να διδάξει για τον Πατέρα και να καταργήσει τη θρησκεία
των ειδώλων παρά μόνον ο Λόγος που προνοεί για όλα και είναι ο αληθινά
μονογενής Υιος του Πατέρα.
Έπρεπε βέβαια και να ξεπληρωθεί το χρέος που όφειλαν όλοι. Χρωστούσαν
όλοι, όπως προείπα, να πεθάνουν· περισσότερο για το λόγο αυτό ήλθε στη γη·
και εξαιτίας αυτού, μετά τις αποδείξεις που παρείχε με τα έργα για τη
θεότητά του, πρόσφερε τον εαυτό του θυσία για όλους· παρέδωσε τον ναό του
σώματός του σε θάνατο για χάρη όλων ώστε να τους αφαιρέσει την ευθύνη
και να τους ελευθερώσει από την παλιά παράβαση.
Ν’ αποδείξει, επίσης, ότι ο εαυτός του νικά το θάνατο και το άφθαρτο σώμα του
θ’ αποτελέσει την αρχή της αναστάσεως όλων.
Και μην απορήσεις γιατί πολλές φορές λέμε τα ίδια για τα ίδια πράγματα.
Επειδή μιλάμε για το σχέδιο της σωτηρίας του Θεού, γι’ αυτό εξηγούμε με
περισσότερα λόγια την ίδια ιδέα· να μη φανεί ότι κάτι παραλείπουμε και μας
κατηγορήσουν ότι δεν μιλήσαμε διεξοδικά. Είναι προτιμότερο να μας πουν
ότι λέμε τα ίδια, παρά να παραλείψουμε κάτι απ’ αυτά που οφείλουμε να
γράψουμε.
Το σώμα του Κυρίου λοιπόν, επειδή είχε την ίδια φύση με τα άλλα, ήταν
ανθρώπινο σώμα· βέβαια, δημιουργήθηκε με το παρόδοξο θαύμα της
γέννησης από παρθένο· ήταν όμως θνητό και πέθαινε όπως και τα όμοιά του.
Αλλά, με την ενοίκηση του Λόγου σ’ αυτό, δεν καταστρεφόταν σύμφωνα με τη
φύση του· χάρη στο Λόγο του Θεού που το ενοικούσε, έμενε άφθαρτο.
Συνέβαινε το παράδοξο, να γίνονται ταυτόχρονα και τα δύο: από τη μια η κοινή
μοίρα του θανάτου εκπληρωνόταν και στο σώμα του Κυρίου, κι από την άλλη
εξαφανιζόταν η φθορά και ο θάνατος από το σώμα λόγω της παρουσίας του
Λόγου. Ήταν αναγκαίος ο θάνατος και έπρεπε να συμβεί για το καλό όλων,
για να σβήσει το κοινό χρέος τους.
Έτσι λοιπόν, όπως προείπα, επειδή ο Λόγος ήταν αθάνατος και δεν ήταν
δυνατό να πεθάνει, προσέλαβε σώμα ικανό να πεθάνει· έτσι ώστε να προσφέρει
το δικό του σώμα αντί όλων και υποφέροντας, ως οικείος του σώματος,
αυτός για όλους «να καταργήσει αυτόν που είχε την εξουσία να επιβάλλει το
θάνατο, δηλαδή το διάβολο· έτσι, ν’ απαλλάξει όλους όσοι από το φόβο του
θανάτου ήταν αιχμάλωτοι σ’ όλη τους τη ζωή».

21. Αμέλει, του κοινού πάντων Σωτήρος αποθανόντος υπέρ ημών,
ουκέτι νυν ώσπερ πάλαι κατά την του νόμου απειλήν θανάτω
αποθνήσκομεν οι εν Χριστώ πιστοί· πέπαυται γαρ η τοιαύτη καταδίκη·
αλλά της φθοράς παυομένης και αφανιζομένης εν τη της αναστάσεως
χάριτι, λοιπόν κατά το του σώματος θνητόν διαλυόμεθα μόνον τω
χρόνω ον εκάστω ο Θεός ώρισεν, ίνα "κρείττονος αναστάσεως" τυχείν
δυνηθώμεν.
Δίκην γαρ των εν τη γη καταβαλλομένων σπερμάτων, ουκ
απολλύμεθα διαλυόμενοι, αλλ ως σπειρόμενοι αναστησόμεθα,
καταργηθέντος του θανάτου κατά την του Σωτήρος χάριν. Δια
τούτο γούν και ο μακάριος Παύλος εγγυητής της αναστάσεως πάσι
γενόμενός φησι· "Δεί το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν, και το
θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν· όταν δε το θνητόν τούτο
ενδύσηται αθανασίαν, τότε γενήσεται ο λόγος ο γεγραμμένος·
κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος. Πού σου, θάνατε, το κέντρον;"
Δια τι ουν, αν τις είποι, είπερ αναγκαίον ην αντί πάντων αυτόν
παραδούναι το σώμα θανάτω, ουχ ως άνθρωπος ιδίως απέθετο
τούτο, αλλά και μέχρι του σταυρωθήναι παρήλθεν; Εντίμως γαρ
μάλλον αυτόν έπρεπεν αποθέσθαι το σώμα, ήπερ μεθ ύβρεως τον
τοιούτον θάνατον υπομείναι.
Θέα δη πάλιν ει μη η τοιαύτη αντίθεσίς εστιν ανθρωπίνη· το δε υπό του
Σωτήρος γενόμενον, θείον αληθώς και άξιον της αυτού θεότητος δια
πολλά· πρώτον μεν, ότι ο συμβαίνων τοις ανθρώποις θάνατος κατά
ασθένειαν της αυτών φύσεως αυτοίς παραγίνεται· ου δυνάμενοι γαρ
επί πολύ διαμένειν, τω χρόνω διαλύονται. Δια τούτο γαρ και νόσοι
τούτοις συμβαίνουσι, και εξασθενήσαντες αποθνήσκουσιν. Ο δε Κύριος
ουκ ασθενής, αλλά Θεού Δύναμις, και Θεού Λόγος εστί, και Αυτοζωή.
Ει μεν ουν ην ιδία που, και κατά την συνήθειαν των ανθρώπων
αποθέμενος το σώμα εν κλίνη, ενομίσθη αν και αυτός κατά την της
φύσεως ασθένειαν τούτο παθών, και μηδέν έχων πλέον των άλλων
ανθρώπων. Επειδή δε και Ζωή ην, και Θεού Λόγος, και έδει τον υπέρ
πάντων γενέσθαι θάνατον, δια τούτο ως μεν Ζωή και Δύναμις ων
συνίσχυεν εν αυτώ το σώμα·
ως δε οφείλοντος γενέσθαι του θανάτου, ουχ εαυτώ, αλλά παρ
ετέρων ελάμβανε την πρόφασιν του τελειώσαι την θυσίαν· επεί μηδέ
νοσείν έδει τον Κύριον, τον των άλλων τας νόσους θεραπεύοντα· αλλ
ουδέ εξασθενήσαι έδει πάλιν το σώμα, εν ω και τας των άλλων
ασθενείας ισχυροποιεί.
Δια τι ουν και τον θάνατον ώσπερ και το νοσείν ουκ εκώλυσεν; Ότι
δια τούτον έσχε το σώμα, και απρεπές ην κωλύσαι, ίνα μη και η
ανάστασις εμποδισθή· προηγήσασθαι μέντοι του θανάτου νόσον
απρεπές πάλιν ην, ίνα μη ασθένεια του εν τω σώματι νομισθή. Ουκ
επείνασεν ουν; Ναί επείνασε δια το ίδιον του σώματος, αλλ ου λιμώ
διεφθάρη, δια τον φορούντα αυτό Κύριον. Δια τούτο ει και απέθανε
δια το υπέρ πάντων λύτρον, αλλ ουκ είδε διαφθοράν. Ολόκληρον
γαρ ανέστη· επεί μηδέ άλλου τινός, αλλ αυτής της Ζωής ην το σώμα.
   

Αφού, λοιπόν, ο κοινός Σωτήρας όλων πέθανε για μας, τώρα πλέον οι πιστοί
στο Χριστό δεν πεθαίνουμε όπως παλιά σύμφωνα με την απειλή του νόμου·
δεν ισχύει πια αυτού του είδους η καταδίκη. Επειδή με τη χάρη της
αναστάσεως σταματά και εξαφανίζεται η φθορά της φύσεώς μας, στο εξής
διαλυόμαστε μόνο στο θνητό στοιχείο του σώματος μας· κι αυτό για λίγο καιρό,
όσο όρισε για τον καθέναν ο Θεός, ώστε να μπορέσουμε να πετύχουμε
"καλύτερη ανάσταση".
Διότι, όπως οι σπόροι που ρίχνουμε στο γη, έτσι κι εμείς δεν χανόμαστε όταν
διαλυόμαστε στο χώμα, αλλά θ’ αναστηθούμε (καρπίσουμε) σαν το σπόρο·
διότι, χάρη στο Σωτήρα, καταργήθηκε ο θάνατος. Γι’ αυτό, λοιπόν, και ο
τρισμακάριος απόστολος Παύλος εγγυάται σε όλους την ανάσταση και λέει:
«Πρέπει το φθαρτό σώμα να ντυθεί την αφθαρσία και η θνητότητα να
επενδυθεί την αθανασία· κι όταν το θνητό ντυθεί το αθάνατο σώμα,
τότε θα εκπληρωθεί ο λόγος της Αγίας Γραφής:
η ανάσταση κατάπιε το θάνατο. Πού χάθηκε, θάνατε, η δύναμή σου;».
Γιατί, λοιπόν, θα ρωτούσε κάποιος, εφόσον ήταν αναγκαίο Αυτός να
θανατωθεί για χάρη όλων, δεν πέθανε με φυσικό θάνατο, αλλά έφτασε μέχρι
το σταυρικό θάνατο; Διότι φαίνεται πιο σωστό Αυτός να είχε έναν αξιοπρεπή
θάνατο παρά να υποφέρει έναν τέτοιο ατιμωτικό (σταυρικό) θάνατο.
Πρόσεξε πάλι μήπως αυτή η ένσταση εκφράζει ανθρώπινη άποψη· ενώ αυτό
που έκαμε ο Σωτήρας, ήταν για πολλούς λόγους θείο επίτευγμα και αντάξιο
στη θεότητά του. Πρώτα βέβαια, διότι ο συνηθισμένος θάνατος έρχεται στους
ανθρώπους λόγω φυσικής αδυναμίας· δεν μπορούν να μείνουν για πολύ στη
ζωή και φθείρονται με το χρόνο. Γι’ αυτό το λόγο τους βρίσκουν αρρώστιες,
εξασθενούν και πεθαίνουν. Ο Κύριος όμως δεν είναι αδύναμος, αλλά η
Δύναμη του Θεού· είναι ο Λόγος του Θεού, η Αυτοζωή.
Εάν, λοιπόν, πέθαινε ιδιωτικά και συνηθισμένα όπως οι άνθρωποι σ’ ένα
κρεβάτι, θα θεωρούνταν ότι κι αυτός πέθανε έτσι από φυσική ασθένεια·
δεν θα διέφερε σε τίποτε από τους υπόλοιπους ανθρώπους.
Επειδή όμως ήταν η Ζωή και ο Λόγος του Θεού και έπρεπε να υποστεί το
θάνατο για χάρη όλων, γι’ αυτό, όντας η Ζωή και η Δύναμη, έδινε δύναμη
στο σώμα που είχε περιβληθεί.
Και επειδή έπρεπε να γευτεί το θάνατο, έπαιρνε την αφορμή να ολοκληρώσει
τη θυσία με θάνατο όχι από τον εαυτό του αλλά από τους άλλους. Διότι δεν
άρμοζε στον Κύριο, που θεράπευε τις αρρώστιες των άλλων, να ασθενεί· ούτε
έπρεπε να εξασθενήσει το σώμα του, με το οποίο δυνάμωνε τις αδυναμίες των
άλλων.
Γιατί, λοιπόν, δεν εμπόδισε το θάνατο αλλά ούτε και την ασθένεια; Διότι γι’
αυτό το σκοπό είχε το σώμα· δεν έπρεπε να εμποδίσει το θάνατο, για να μην
φέρει εμπόδιο και στην ανάσταση. Να προηγηθεί πάλι από το θάνατο ασθένεια,
κι αυτό δεν ήταν ορθό, για να μη νομίσουν ότι ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα
ασθένειας. Δεν πείνασε λοιπόν; Βέβαια πείνασε, λόγω του σώματος· αλλά δεν
πέθανε από πείνα, διότι έφερε το Θεό στο σώμα. Γι’ αυτό το λόγο, αν και
πέθανε για τη λύτρωση όλων, δεν γνώρισε φθορά το σώμα του. Ολόκληρο
αναστήθηκε· διότι δεν επρόκειτο για το σώμα κάποιου άλλου, παρά για το
σώμα που έφερε η ίδια η Ζωή.

22. Αλλ έδει, φήσειεν αν τις, κρυβήναι την επιβουλήν των Ιουδαίων,
ίνα καθόλου το εαυτού σώμα αθάνατον φυλάξη. Ακουέτω δη ο
τοιούτος, ότι και τούτο απρεπές ην τω Κυρίω· ως γαρ ουκ έπρεπε τω
του Θεού Λόγω, ζωή όντι, τω σώματι εαυτού θάνατον παρ εαυτού
διδόναι· ούτως ουχ ήρμοζεν ουδέ τον παρ ετέρων διδόμενον φεύγειν·
αλλά και μάλλον διώκειν αυτόν εις αναίρεσιν, όθεν εικότως ούτε εαυτώ
απέθετο το σώμα, ούτε πάλιν επιβουλεύοντας τους Ιουδαίους έφυγε.
Το δε τοιούτον ουκ ασθένειαν εδείκνυε του Λόγου, αλλά μάλλον και
Σωτήρα και Ζωήν αυτόν εγνώριζεν, ότι και τον θάνατον εις αναίρεσιν
περιέμενε, και τον διδόμενον θάνατον υπέρ της πάντων σωτηρίας
έσπευδε τελειώσαι.
Και άλλως δε, ου τον εαυτού θάνατον αλλά τον των ανθρώπων ήλθε
τελειώσαι ο Σωτήρ· όθεν ουκ ιδίω θανάτω, ουκ είχε γαρ Ζωή ων,
απετίθετο το σώμα, αλλά τον παρά των ανθρώπων εδέχετο, ίνα και
τούτον εν τω εαυτού σώματι προσελθόντα τέλεον εξαφανίση.
Έπειτα και εκ τούτων αν τις ευλόγως ίδοι το τοιούτον τέλος
εσχηκέναι το κυριακόν σώμα. Έμελε τω Κυρίω μάλιστα περί ης έμελλε
ποιείν αναστάσεως του σώματος· τούτο γαρ ην κατά του θανάτου
τρόπαιον ταύτην επιδείξασθαι πάσι, και πάντας πιστώσασθαι την
παρ αυτού γενομένην της φθοράς απάλειψιν, και λοιπόν την των
σωμάτων αφθαρσίαν, ης πάσιν ώσπερ ενέχυρον και γνώρισμα της επί
πάντας εσομένης αναστάσεως τετήρηκεν άφθαρτον το εαυτού σώμα.
Ει μεν ουν ην πάλιν νοσήσαν το σώμα, και επ όψει πάντων διαλυθείς
απ αυτού ο Λόγος, απρεπές μεν ην τον των άλλων τας νόσους
θεραπεύοντα παροράν το ίδιον όργανον εν νόσοις τηκόμενον. Πως
γαρ αν επιστεύθη τας άλλων απελάσας ασθενείας, ασθενούντος εν
αυτώ του ιδίου ναού; Ή γαρ ως ου δυνάμενος απελάσαι νόσον
εγελάσθη, ή δυνάμενος, και μη ποιών, αφιλάνθρωπος και προς τους
άλλους ενομίζετο.
   

Αλλά θα έπρεπε, θα έλεγε κανείς, να φυλαχτεί από την επιβουλή των Ιουδαίων,
για να διατηρήσει τελείως αθάνατο το σώμα του. Ν’ ακούσει κι αυτός που λέει
κάτι τέτοιο: και αυτό δεν αρμόζει στον Κύριο· όπως ακριβώς δεν έπρεπε στο
Λόγο του Θεού, που είναι η αυτοζωή, να προκαλέσει μόνος του το θάνατό του·
έτσι δεν έπρεπε ούτε ν’ αποφεύγει το θάνατο που του ετοίμασαν άλλοι· αλλά
καλύτερα να επιδιώκει να τον καταργήσει. Έτσι, δικαιολογημένα, ούτε μόνος
του πέθανε φυσιολογικά, ούτε πάλι κρύφτηκε από την επιβουλή των Ιουδαίων.
Κάτι τέτοιο δεν φανέρωνε αδυναμία του Λόγου· μάλλον τον αποδείκνυε ότι
είναι ο Σωτήρας και ο χορηγός της ζωής· διότι, ανέμενε το θάνατο για να τον
καταργήσει και έσπευδε να γευτεί το θάνατο που του πρόσφεραν για τη
σωτηρία όλων.
Εξάλλου, ο Σωτήρας δεν ήλθε με σκοπό να γευτεί το δικό του θάνατο, αλλά να
καταργήσει το θάνατο των ανθρώπων. Έτσι δεν πέθαινε ο ίδιος, διότι ήταν η
Ζωή (που δεν γνωρίζει θάνατο)· αλλά δεχόταν το θάνατο που του έδωσαν οι
άνθρωποι, για να τον εξαφανίσει κι αυτόν τελείως στο δικό του σώμα.
Έπειτα, μπορεί εύλογα κανείς να διαπιστώσει ότι το σώμα του Κυρίου
εκπλήρωσε την αποστολή του και από τα εξής: ενδιαφερόταν πολύ ο Κύριος
για την ανάσταση του σώματος που επρόκειτο να κάνει· διότι, αυτό ήταν το
τρόπαιο-τεκμήριο ενάντια στο θάνατο: να δείξει σ’ όλους την ανάσταση· να
διαπιστώσουν όλοι την εξάλειψη της φθοράς που αυτός έφερε και την
αφθαρσία των σωμάτων στο εξής. Και διατήρησε άφθαρτο το σώμα του για ν’
αποτελεί για όλους απόδειξη και χαρακτηριστικό της μέλλουσας αναστάσεως
όλων.
Εάν πάλι είχε ασθενήσει το σώμα του και είχε διαλυθεί ο Λόγος μπροστά στα
μάτια όλων, θα ήταν ανάρμοστο, ενώ θεραπεύει τις ασθένειες άλλων, να
παραμελεί το δικό του σώμα και να το διαλύουν οι ασθένειες. Πως θα
πίστευαν ότι θεραπεύει τις ασθένειες των άλλων, εφόσον ασθενεί το δικό του
σώμα; Διότι, ή θα εξευτελιζόταν ως ανίκανος να θεραπεύσει την ασθένειά του,
ή, ενώ μπορούσε και δεν το έκανε, θα αποδειχνόταν και απέναντι στους άλλους
ότι δεν έχει αγάπη.

23. Ει δε και χωρίς τινος νόσου και χωρίς τινος αλγηδόνος, ιδία που
και καθ εαυτόν εν γωνία, ή εν ερήμω τόπω, ή κατ οικίαν, ή όπου
δήποτε το σώμα κρύψας ην, και μετά ταύτα πάλιν εξαίφνης φανείς,
έλεγεν εαυτόν εκ νεκρών εγηγέρθαι· μύθους μεν αν έδοξε λέγειν παρά
πάσιν, ηπιστήθη δε πολλώ πλέον και περί της αναστάσεως λέγων,
ουκ όντος όλως του μαρτυρούντος περί του θανάτου αυτού. Της δε
αναστάσεως προηγείσθαι δεί θάνατον, επεί ουκ αν είη ανάστασις μη
προηγουμένου θανάτου· όθεν ει κρύφα που εγεγόνει του σώματος ο
θάνατος, ου φαινομένου του θανάτου, ουδέ επί μαρτύρων γενομένου,
αφανής ην και αμάρτυρος και η τούτου ανάστασις·
Ή δια τι την μεν ανάστασιν εκήρυττεν αναστάς, τον δε θάνατον
αφανώς εποίει γενέσθαι; Ή δια τι τους μεν δαίμονας επ όψει πάντων
απήλαυνε, τον τε εκ γενετής τυφλόν αναβλέπειν εποίει, και το ύδωρ εις
οίνον μετέβαλεν, ίνα δι αυτών πιστευθή Λόγος Θεού· το δε θνητόν ουκ
επ όψει πάντων άφθαρτον εδείκνυεν, ίνα πιστευθή αυτός ων η Ζωή;
Πως δε και οι τούτου μαθηταί παρρησίαν είχον περί του της
αναστάσεως λόγου, ουκ έχοντες ειπείν ότι πρώτον απέθανεν; Ή Πως
αν επιστεύθησαν λέγοντες γεγονέναι πρώτον θάνατον, είτα την
ανάστασιν, ει μη παρ οίς επαρρησιάζοντο, είχον τούτους μάρτυρας
του θανάτου; Ει γαρ και ούτως επ όψει πάντων γενομένων του τε
θανάτου και της αναστάσεως ουκ ηθέλησαν οι τότε Φαρισαίοι
πιστεύειν, αλλά και τους εωρακότας την ανάστασιν ηνάγκασαν
αρνήσασθαι ταύτην· πάντως ει κεκρυμμένως εγεγόνει ταύτα, πόσας
αν προφάσεις επενόουν απιστίας;
Πως δε άρα το του θανάτου τέλος εδείκνυτο, και η κατά τούτου νίκη,
ει μη επ όψει πάντων προσκαλεσάμενος αυτόν ήλεγξε νεκρόν,
κενωθέντα λοιπόν τη του σώματος αφθαρσία;
   

Εάν πάλι, χωρίς καμία ασθένεια και κανένα πόνο, τελείως μόνος κάπου σε μια
γωνία ή σ’ έναν έρημο τόπο, ή σε σπίτι ή οπουδήποτε αλλού έκρυβε
το σώμα του και μετά το εμφάνιζε ξαφνικά και έλεγε ότι αναστήθηκε
από τους νεκρούς· όλοι θα νόμιζαν ότι λέει παραμύθια. Και πολύ περισσότερο,
δεν θα τον πίστευαν αν μιλούσε για την ανάστασή του· διότι δεν θα υπήρχε
κανένας αυθεντικός μάρτυρας του θανάτου του. Καθώς πρέπει να προηγείται
ο θάνατος από την ανάσταση· επειδή, δεν μπορεί να υπάρξει ανάσταση, αν δεν
προηγείται ο θάνατος. Έτσι, λοιπόν, αν πέθανε στα κρυφά, χωρίς να έγινε
γνωστός ο θάνατός του και χωρίς να υπάρχουν μάρτυρες, τότε είναι επόμενο
και η ανάστασή του να είναι άγνωστη και χωρίς μάρτυρες.
Ή, για ποιό λόγο διακήρυττε την ανάστασή του, ενώ από την άλλη έκρυβε
το θάνατό του; Ή, για ποιό λόγο έδιωχνε τους δαίμονες μπροστά στα μάτια
όλων και έκανε τον εκ γενετής τυφλό να βλέπει, και το νερό το έκανε κρασί,
ώστε μέσω αυτών να πιστέψουν ότι είναι ο Λόγος του Θεού; Γιατί και το θνητό
σώμα του δεν το έδειχνε άφθαρτο μπροστά σε όλους, ώστε να πιστέψουν ότι
αυτός είναι η όντως Ζωή;
Και Πως οι μαθητές του θα είχαν το θάρρος να κηρύξουν για την ανάστασή
του, αν δεν έλεγαν πρώτα ότι πέθανε; Ή Πως θα τους πίστευαν, όταν θα έλεγαν
ότι πρώτα πέθανε και έπειτα αναστήθηκε, εάν αυτοί στους οποίους έκαναν
κήρυγμα με θάρρος, δεν ήταν και μάρτυρες του θανάτου (του Χριστού);
Διότι, εάν και ο θάνατος και η ανάστασή του έγινε φανερά μπροστά σ’ όλους,
κι όμως οι Φαρισαίοι δεν θέλησαν να πιστέψουν και μάλιστα εξανάγκασαν
και τους αυτόπτες μάρτυρες της αναστάσεως να την αρνηθούν· τότε, στην
περίπτωση που όλα αυτά γίνονταν στα κρυφά, πόσες προφάσεις για απιστία
δεν θα πρόβαλαν;
Και Πως άραγε θα εκπλήρωνε το χρέος του θανάτου και τη νίκη σε βάρος του,
εάν μπροστά σ’ όλους δεν προσκαλούσε το θάνατο και δεν τον απόδειχνε νεκρό
και καταργημένο, εξαιτίας της αφθαρσίας που είχε το σώμα του;

24. Τα δε και παρ ετέρων αν λεχθέντα, ταύτα προβαλείν ημάς
αναγκαίον ταις απολογίαις. Τάχα γαρ αν τις είποι και τούτο· Ει επ
όψει πάντων και εμμάρτυρον έδει γενέσθαι τον τούτου θάνατον, ίνα
και ο της αναστάσεως πιστευθή λόγος, έδει καν αυτόν εαυτώ ένδοξον
επινοήσαι θάνατον, ίνα μόνον την ατιμίαν του σταυρού φύγη.
Αλλ ει και τούτο ποιήσας ην, υπόνοιαν καθ εαυτού παρείχεν, ως ου
κατά παντός θανάτου δυνάμενος, αλλά μόνου του περί αυτού
επινοηθέντος· και ουδέν ήττον πάλιν ην η πρόφασις της περί της
αναστάσεως απιστίας. Όθεν ου παρ αυτού, αλλ εξ επιβουλής,
εγίνετο τω σώματι ο θάνατος, ίνα ον αυτοί προσαγάγωσι τω
Σωτήρι θάνατον τούτον αυτός εξαφανίση.
Και ώσπερ γενναίος παλαιστής, μέγας ων τη συνέσει και τη ανδρία,
ουκ αυτός εαυτώ τους αντιπάλους εκλέγεται, ίνα μη υπόνοιαν της
προς τινας δειλίας παράσχη· αλλά τη των θεωρούντων δίδωσιν
εξουσία, και μάλιστα καν εχθροί τυγχάνωσιν, ίνα προς ον εάν
συμβάλλωσιν αυτοί, τούτον αυτός καταρράξας, κρείττων των
πάντων πιστευθή·
ούτως και η των πάντων Ζωή ο Κύριος και Σωτήρ ημών ο Χριστός
ουχ εαυτώ θάνατον επενόει τω σώματι, ίνα μη ως έτερον δειλιών φανή·
αλλά τον παρ ετέρων, και μάλιστα τον παρά των εχθρών ον ενόμιζον
είναι δεινόν εκείνοι και άτιμον και φευκτόν, τούτον αυτός εν σταυρώ
δεχόμενος ηνείχετο· ίνα και τούτου καταλυθέντος, αυτός μεν ων η Ζωή
πιστευθή, του δε θανάτου το κράτος τέλεον καταργηθή.
Γέγονε γούν τι θαυμαστόν και παράδοξον· ον γαρ ενόμιζον άτιμον
επιφέρειν θάνατον, ούτος ην τρόπαιον κατ αυτού του θανάτου· διο
ουδέ τον Ιωάννου θάνατον υπέμεινε, διαιρουμένης της κεφαλής, ουδέ
ως Ησαΐας επρίσθη, ίνα και τω θανάτω αδιαίρετον και ολόκληρον το
σώμα φυλάξη, και μη πρόφασις τοις βουλομένοις διαιρείν την
Εκκλησίαν γένηται.
   

Όσα και άλλοι θα μπορούσαν να πουν, αυτά είναι ανάγκη να μην τα κρύψουμε,
για ν’ απολογηθούμε στις κατηγορίες. Ίσως κανείς θα έλεγε και το εξής: Εάν
ο θάνατός του έπρεπε να γίνει μπροστά στα μάτια όλων και ενώπιον μαρτύρων,
για να γίνει πιστευτό το κήρυγμα της αναστάσεως, έπρεπε τουλάχιστον να
επινοήσει για τον εαυτό του ένδοξο θάνατο και ν’ αποφύγει τον ατιμωτικό
σταυρικό θάνατο.
Αλλά, εάν έκανε κάτι τέτοιο, θα παρείχε την υποψία σε βάρος του, ότι δεν
είχε δυνατότητα να νικήσει κάθε είδους θάνατο, αλλά μόνον εκείνον που αυτός
θα επινοούσε· αυτό θα έδινε μεγαλύτερη αφορμή για ν’ απιστούν στην
ανάστασή του. Έτσι, λοιπόν, ο θάνατός του προήλθε όχι από τον εαυτό του,
αλλά τον επέβαλε η κακία των ανθρώπων· μ’ αυτόν τον τρόπο, το θάνατο στον
οποίο αυτοί οδήγησαν τον Σωτήρα, εκείνος τον νίκησε και κατάργησε.
Συνέβη όπως μ’ ένα γενναίο παλαιστή, που είναι πολύ συνετός και ανδρείος:
δεν επιλέγει αυτός τους αντιπάλους του, για να μη δώσει υποψία σε ορισμένους
ότι είναι δειλός· αλλά αφήνει την επιλογή στη γνώμη των θεατών.
Και μάλιστα, αν τύχει και είναι εχθρικοί σ’ αυτόν, τους επιτρέπει να επιλέξουν,
για να πειστούν ότι είναι ο πιο δυνατός, αφού θα συντρίψει όποιον αυτοί του
προτείνουν να συγκρουστεί.
Έτσι έκανε και ο Κύριός μας Χριστός Σωτήρας, η Ζωή όλων μας: δεν διάλεξε
το σωματικό θάνατο που του άρεσε, για να μη φανεί ότι δειλιάζει. Δέχτηκε να
να υποστεί πάνω στο σταυρό το θάνατο που του επέβαλαν οι άλλοι· και μάλιστα
εκείνον που οι εχθροί του θεωρούσαν φοβερό, ατιμωτικό και αποκρουστικό.
Έτσι ώστε, και εκείνον τον νίκησε και ο ίδιος έγινε πιστευτός ότι είναι η
Αυτοζωή· διότι κατάργησε τελειωτικά την εξουσία του θανάτου.
Συνέβη λοιπόν κάτι αξιοθαύμαστο και παράδοξο· ο θάνατος που του επέβαλαν
και τον θεωρούσαν ατιμωτικό, αυτός να γίνει το τρόπαιο της νίκης ενάντια στον
ίδιο το θάνατο. Γι’ αυτό, ούτε υπέστη το θάνατο του Ιωάννη με αποκεφαλισμό
ούτε πριονίστηκε σαν τον Ησαΐα· κι αυτό, για να διατηρήσει και στο θάνατο
ακέραιο και ολόκληρο το σώμα του· να μη δοθεί αφορμή στους κακόβουλους
να διαιρούν την Εκκλησία.

25. Και ταύτα μεν προς τους έξωθεν εαυτοίς λογισμούς επισωρεύοντας·
αν δε και των εξ ημών τις μη ως φιλόνεικος, αλλ ως φιλομαθής, ζητή
δια τι μη ετέρως αλλά σταυρόν υπέμεινεν, ακουέτω και ούτος ότι ουκ
άλλως ή ούτως ημίν συνέφερε· και τούτο δι ημάς καλώς υπέμεινεν ο
Κύριος.
Ει γαρ την καθ ημών γενομένην κατάραν ήλθεν αυτός βαστάσαι, Πως
αν άλλως εγένετο κατάρα ει μη τον επί κατάρα γενόμενον θάνατον
εδέξατο; έστι δε ούτος, ο σταυρός. Ούτω γαρ και γέγραπται·
"Επικατάρατος, ο κρεμάμενος επί ξύλου".
Έπειτα, ει ο θάνατος του Κυρίου λύτρον εστί πάντων, και τω θανάτω
τούτου το μεσότοιχον του φραγμού λύεται, και γίνεται των εθνών η
κλήσις, Πως αν ημάς προσεκαλέσατο, ει μη εσταύρωτο; εν μόνω γαρ
τω σταυρώ εκτεταμέναις χερσί τις αποθνήσκει. Διο και τούτο έπρεπεν
υπομείναι τον Κύριον, και τας χείρας εκτείναι, ίνα τη μεν τον παλαιόν
λαόν, τη δε τους από των εθνών ελκύση, και αμφοτέρους εν εαυτώ
συνάψη.
Τούτο γαρ και αυτός είρηκε, σημαίνων ποίω θανάτω έμελλε
λυτρούσθαι τους πάντας· "Όταν υψωθώ, πάντας ελκύσω προς
εμαυτόν."
Και πάλιν ει ο εχθρός του γένους ημών διάβολος, εκπεσών από του
ουρανού, περί τον αέρα τον ώδε κάτω πλανάται, κακεί των συν αυτώ
δαιμόνων ως ομοίων εν τη απειθεία εξουσιάζων, φαντασίας μεν δι
αυτών ενεργεί τοις απατωμένοις, επιχειρεί δε τοις ανερχομένοις
εμποδίζειν· και περί τούτου φησίν ο Απόστολος· "Κατά τον άρχοντα
της εξουσίας του αέρος, του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της
απειθείας", ήλθε δε ο Κύριος ίνα τον μεν διάβολον καταβάλη, τον δε
αέρα καθαρίση, και οδοποιήση ημίν την εις ουρανούς άνοδον, ως είπεν
ο Απόστολος, "δια του καταπετάσματος, τούτ έστιν της σαρκός
αυτού", τούτο δε έδει γενέσθαι δια του θανάτου· ποίω δ αν άλλω
θανάτω εγεγόνει ταύτα, ή τω εν αέρι γενομένω, φημί δη τω σταυρώ;
Μόνος γαρ εν τω αέρι τις αποθνήσκει, ο σταυρώ τελειούμενος. Διο και
εικότως τούτον υπέμεινεν ο Κύριος.
Ούτω γαρ υψωθείς, τον μεν αέρα εκαθάριζεν από τε της διαβολικής
και πάσης των δαιμόνων επιβουλής λέγων· "Εθεώρουν τον Σατανάν
ως αστραπήν πεσόντα", την εις ουρανούς άνοδον οδοποιών ενεκαίνιζε
λέγων πάλιν· "Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι
αιώνιοι." Ου γαρ αυτός ο Λόγος ην ο χρήζων ανοίξεως των πυλών,
πάντων Κύριος ων, ουδέ κεκλεισμένον ην τι των ποιημάτων τω
ποιητή, αλλ ημείς ήμεν οι χρήζοντες, ους ανέφερεν αυτός δια του ιδίου
σώματος αυτού. Ως γαρ υπέρ πάντων αυτό προσήνεγκε τω θανάτω,
ούτως δι αυτού πάλιν ωδοποίησε την εις ουρανούς άνοδον.
   

Αυτά λοιπόν αρκούν για τους μη χριστιανούς, που συνεχώς βρίσκουν αρνητικά
επιχειρήματα. Αν όμως κάποιος δικός μας, όχι από αμφισβήτηση αλλά από
φιλομάθεια, ζητεί να μάθει για ποιό λόγο υπέστη σταυρικό θάνατο και όχι
κάποιον άλλο, ας πληροφορηθεί κι αυτός ότι δεν συνέφερε σε μας κάτι τέτοιο·
καλώς σταυρώθηκε για χάρη μας ο Κύριος.
Διότι, αφού ήλθε να φορτωθεί ο ίδιος την κατάρα που μας επιβλήθηκε, Πως
αλλιώς θα γινόταν κατάρα παρά μόνον αν δεχόταν καταραμένο θάνατο; Και
αυτό είναι ο σταυρικός θάνατος. Διότι, έτσι λέει η Αγία Γραφή: «Καταραμένος
να είναι όποιος κρεμιέται στο ξύλο».
Έπειτα, εφόσον ο θάνατος του Κυρίου αποτελεί τη λύτρωση όλων, και με το
θάνατό του καταργείται η μεσοτοιχία που χώριζε (Θεό και ανθρώπους) και
προσκαλούνται οι ειδωλολάτρες, Πως θα μας καλούσε, αν δεν σταυρωνόταν;
Διότι μόνο πάνω στο σταυρό πεθαίνει κάποιος έχοντας απλωμένα τα χέρια. Γι’
αυτό έπρεπε να υπομείνει ο Κύριος το σταυρικό θάνατο και ν’ απλώσει τα
χέρια του, ώστε με το ένα να τραβήξει τον παλαιό λαό (Ιουδαίους) και με το
άλλο τους ειδωλολάτρες· να τους ενώσει και τους δύο με τον εαυτό του.
Και αυτό ο ίδιος το είπε, δηλώνοντας με τι είδους θάνατο επρόκειτο να τους
λυτρώσει όλους: «Όταν θα με σηκώσουν ψηλά (στο σταυρό), όλους θα τους
τραβήξω κοντά μου».
Και πάλι όμως ο εχθρός μας διάβολος, πέφτοντας από τον ουρανό, τριγυρνά
εδώ κάτω στον αέρα· εξουσιάζει τους δικούς του δαίμονες που είναι το ίδιο
μ’ αυτόν ανυπάκουοι (στο Θεό). Με αυτούς δημιουργεί στους πλανεμένους
φαντασιώσεις και προσπαθεί να εμποδίζει όσους επιχειρούν ν’ ανέβουν προς
το Θεό. Γι’ αυτό λέει ο Απόστολος: «Σύμφωνα με τον άρχοντα που εξουσιάζει
τον αέρα και ενεργεί ενάντια στα παιδιά που επαναστάτησαν στον Θεό-Πατέρα
τους». Ήλθε, λοιπόν, ο Κύριος να νικήσει το διάβολο, να καθαρίσει τον αέρα
και να ανοίξει το δρόμο για την άνοδο στον ουρανό, όπως το είπε ο Απόστολος:
«(το πέτυχε) με το καταπέτασμα, δηλαδή τη σάρκα του»· κι αυτό έπρεπε να
συμβεί με το θάνατό του. Ποιος άλλος θάνατος θα τα έκαμε αυτά παρά μόνον
αυτός που συμβαίνει στον αέρα, εννοώ το σταυρικό θάνατο; Διότι στον αέρα
πεθαίνει μόνον εκείνος που θυσιάζεται στο σταυρό. Δικαιολογημένα λοιπόν
τον υπέμεινε ο Κύριος.
Έτσι, λοιπόν, υψώθηκε στο σταυρό ο Κύριος και καθάρισε τον αέρα από τις
κακόβουλες παγίδες του διαβόλου και των δαιμόνων
λέγοντας: «Είδα το
Σατανά να πέφτει σαν αστραπή». Ετοίμασε και ανακαίνισε το δρόμο της
ανόδου στον ουρανό, όπως το λέει πάλι: «Οι άρχοντές σας ν’ ανοίξουν τις
πόρτες· ανοίξτε πύλες της αιωνιότητας». Διότι ο Λόγος δεν είχε ανάγκη να του
ανοίξουν τις πόρτες, αφού είναι ο Κύριος όλων· ούτε ήταν αποκλεισμένος ο
δημιουργός από κάποιο δημιούργημά του. Εμείς ήμασταν που είχαμε ανάγκη·
κι εμάς ανέβασε με το σώμα του στον ουρανό. Διότι, όπως το πρόσφερε με το
θάνατό του για χάρη όλων, έτσι πάλι μ’ αυτό ετοίμασε το δρόμο της ανόδου
στον ουρανό.

26. Πρέπων ουν άρα και αρμόζων ο εν τω σταυρώ γέγονε θάνατος
υπέρ ημών· και η αιτία τούτου εύλογος εφάνη κατά πάντα, και
δικαίους έχει τους λογισμούς, ότι μη άλλως, αλλά δια του σταυρού
έδει γενέσθαι την σωτηρίαν των πάντων.
Και γαρ ουδ ούτως αφανή εαυτόν ουδέ εν τω σταυρώ αφήκεν·
αλλά κατά περιττόν την μεν κτίσιν εποίει μαρτυρείν την του εαυτής
Δημιουργού παρουσίαν, τον δε εαυτού ναόν το σώμα ουκ επί πολύ
μένειν ανασχόμενος, αλλά μόνον δείξας νεκρόν τη του θανάτου προς
αυτό συμπλοκή, τριταίον ευθέως ανέστησε, τρόπαια και νίκας κατά
του θανάτου φέρων την εν τω σώματι γενομένην αφθαρσίαν και
απάθειαν.
Ηδύνατο μεν γαρ και παρ αυτά του θανάτου το σώμα διεγείραι και
πάλιν δείξαι ζων· αλλά και τούτο καλώς προϊδών ο Σωτήρ ου
πεποίηκεν. Είπε γαρ αν τις μηδόλως αυτό τεθνηκέναι, ή μηδέ τέλεον
αυτού τον θάνατον εψαυκέναι, ει παρ αυτά την ανάστασιν ην
επιδείξας. Τάχα δε και εν ίσω του διαστήματος όντος του τε θανάτου
και της αναστάσεως, άδηλον εγίνετο το περί της αφθαρσίας κλέος.
Όθεν, ίνα δειχθή νεκρόν το σώμα, και μίαν υπέμεινε μέσην ο Λόγος, και
τριταίον τούτο πάσιν έδειξεν άφθαρτον.Ένεκα μεν ουν του δειχθήναι
τον θάνατον εν τω σώματι, τριταίον ανέστησε τούτο.
Ίνα δε μη επί πολύ διαμείναν και φθαρέν τέλεον ύστερον αναστήσας
απιστηθή ως ουκ αυτό αλλ έτερον σώμα φέρων· έμελλε γαρ αν τις και
δια τον χρόνον απιστείν τω φαινομένω, και επιλανθάνεσθαι των
γενομένων· δια τούτο ου πλείω των τριών ημερών ηνέσχετο, ουδέ επί
πολύ τους ακούσαντας αυτού περί της αναστάσεως παρείλκυσεν·
αλλ έτι των ακοών αυτών έναυλον εχόντων τον λόγον, και έτι των
οφθαλμών αυτών εκδεχομένων, και της διανοίας αυτών ηρτημένης,
και ζώντων επί γης έτι και επί τόπων όντων των θανατωσάντων,
και μαρτύρων του θανάτου του κυριακού σώματος, αυτός ο του Θεού
Υιος εν τριταίω διαστήματι το γενόμενον νεκρόν σώμα έδειξεν
αθάνατον και άφθαρτον· και ανεδείχθη πάσιν, ότι ουκ ασθενεία φύσεως
του ενοικούντος Λόγου τέθνηκε το σώμα, αλλ επί τω τον θάνατον
εξαφανισθήναι εν αυτώ τη δυνάμει του Σωτήρος.
   

Επομένως, ο θάνατος ήταν σταυρικός, διότι έτσι ταίριαζε και συνέφερε σε
μας· η αιτιολογία του είναι εύλογη και δικαιολογημένη σε όλα·
διότι δεν έπρεπε να γίνει διαφορετικά, αλλά μόνο με το σταυρό να συντελεστεί
η σωτηρία όλων.
Διότι έτσι φανέρωσε τον εαυτό του πάνω στο σταυρό.
Και έκανε την κτίση να δίνει πολύ εντονότερα τη μαρτυρία της παρουσίας του
Δημιουργού της. Δεν άφησε το ναό του σώματός του να μείνει για πολύ στον
τάφο αλλά, αφού το έδειξε να πεθαίνει στη συμπλοκή του με το θάνατο,
ευθύς αμέσως το ανέστησε την τρίτη ημέρα· και έφερε ως τρόπαιο και
απόδειξη νίκης ενάντια στο θάνατο την αφθαρσία και απάθεια του σώματός
του.
Μπορούσε βέβαια αμέσως ν’ αναστήσει το σώμα του από το θάνατο και να
το δείξει ζωντανό· αλλά κι αυτό καλά το προείδε ο Σωτήρας και δεν το έκανε.
Διότι αν είχε αναστηθεί αμέσως, θα έλεγαν ότι το σώμα του καθόλου
δεν είχε πεθάνει
ή ότι δεν το άγγιξε σε τίποτε ο θάνατος.
Και ίσως, αν συνέβαιναν στον ίδιο χρόνο και ο θάνατος και η ανάστασή του,
δεν θα φανερωνόταν η δόξα της αφθαρσίας.
Γι’ αυτό, για να δειχθεί το σώμα νεκρό, ο Λόγος υπέμεινε και μία ενδιάμεση
ημέρα, και την τρίτη ημέρα το φανέρωσε σε όλους άφθαρτο. Για να δειχθεί
λοιπόν ότι το σώμα πέθανε, το ανάστησε μετά τρεις ημέρες.
Για να μην μείνει όμως πολλές ημέρες στον τάφο το σώμα και φθαρεί
ανεπανόρθωτα· και όταν αναστηθεί, θα δημιουργούσε αμφιβολίες ότι είναι
αυτό και όχι άλλο –διότι σίγουρα κάποιος λόγω του πολύ χρόνου θα απιστούσε
και θα λησμονούσε τα γεγονότα–· γι’ αυτό δεν άφησε η ανάσταση να ξεπεράσει
τις τρεις ημέρες· ούτε άργησε να εμφανιστεί σ’ αυτούς που είχαν ακούσει να
μιλάει για την ανάσταση.
Αλλά, ενώ ακόμη οι ακροατές του είχαν τα λόγια του στ’ αυτιά του· ενώ τον
"έβλεπαν" ακόμη μπροστά τους και η σκέψη τους ήταν προσκολλημένη σ’
αυτόν·ενώ ήταν ακόμη στη γη και στον τόπο του θανάτου του και είχαν
μπροστά τους τη μαρτυρία του θανάτου του σώματος του Κυρίου· ενώ λοιπόν
ζούσαν όλα αυτά, ο Υιος του Θεού μέσα σε τρεις ημέρες παρουσίασε το νεκρό
σώμα του αναστημένο, αθάνατο και άφθαρτο. Αποδείχτηκε έτσι σε όλους ότι
δεν πέθανε το σώμα του Λόγου από αδυναμία της ανθρώπινης φύσεώς του,
αλλά με τη δύναμη του Κυρίου να καταργήσει το θάνατο πάνω στο σώμα.

27. Του μεν γαρ καταλελύσθαι τον θάνατον, και νίκην κατ αυτού
γεγενήσθαι τον σταυρόν, και μηκέτι λοιπόν ισχύειν, αλλ είναι νεκρόν
αυτόν αληθώς, γνώρισμα ουκ ολίγον και πίστις εναργής, το παρά
πάντων των του Χριστού μαθητών αυτόν καταφρονείσθαι, και
πάντας επιβαίνειν κατ αυτού, και μηκέτι φοβείσθαι τούτον, αλλά τω
σημείω του σταυρού και τη εις Χριστόν πίστει καταπατείν αυτόν ως
νεκρόν.
Πάλαι μεν γαρ πριν την θείαν επιδημίαν γενέσθαι του Σωτήρος,
πάντες τους αποθνήσκοντας ως φθειρομένους εθρήνουν· άρτι δε του
Σωτήρος αναστήσαντος το σώμα, ουκέτι μεν ο θάνατός εστι φοβερός,
πάντες δε οι τω Χριστώ πιστεύοντες ως ουδέν αυτόν όντα πατούσι,
και μάλλον αποθνήσκειν αιρούνται ή αρνήσασθαι την εις Χριστόν
πίστιν. Ίσασι γαρ όντως ότι αποθνήσκοντες ουκ απόλλυνται,
αλλά ζώσι, και άφθαρτοι δια της αναστάσεως γίνονται.
Εκείνος δε ο πάλαι τω θανάτω πονηρώς εναλλόμενος διάβολος,
λυθεισών αυτού των ωδίνων, έμεινε μόνος αληθώς νεκρός· και τούτου
τεκμήριον, ότι πριν πιστεύσουσιν οι άνθρωποι τω Χριστώ, φοβερόν
τον θάνατον ορώσι και δειλιώσιν αυτόν. Επειδάν δε εις την εκείνου
πίστιν και διδασκαλίαν μετέλθωσι, τοσούτον καταφρονούσι του
θανάτου, ως και προθύμως επ αυτόν ορμάν και μάρτυρας γίνεσθαι
της κατ αυτού παρά του Σωτήρος γενομένης αναστάσεως.
Και γαρ έτι νήπιοι όντες την ηλικίαν σπεύδουσι αποθνήσκειν, και
μελετώσι κατ αυτού ταις ασκήσεσιν ου μόνον άνδρες, αλλά και
γυναίκες. Ούτως ασθενής γέγονεν, ως και γυναίκας τας απατηθείσας
το πριν παρ αυτού, νυν παίζειν αυτόν ως νεκρόν και παρειμένον.
Ως γαρ τυράννου καταπολεμηθέντος υπό γνησίου βασιλέως και
δεθέντος τους πόδας και τας χείρας, πάντες λοιπόν οι διαβαίνοντες
καταπαίζουσιν αυτού τύπτοντες και διασύροντες, ουκ έτι φοβούμενοι
την μανίαν αυτού και την αγριότητα, δια τον νικήσαντα βασιλέα·
ούτω και του θανάτου νικηθέντος και στηλιτευθέντος υπό του
Σωτήρος εν τω σταυρώ, και δεδεμένου τας χείρας και τους πόδας,
πάντες οι εν Χριστώ διαβαίνοντες αυτόν καταπατούσι,
και μαρτυρούντες τω Χριστώ χλευάζουσι τον θάνατον,
επικερτομούντες αυτώ και τα άνωθεν κατ αυτού γεγραμμένα
λέγοντες· "Πού σου, θάνατε, το νίκος; που σου, άδη, το κέντρον;"
   

Μεγάλο γνώρισμα και δυνατή απόδειξη ότι ο σταυρός κατάλυσε
και νίκησε το θάνατο και δεν έχει πλέον καμία
δύναμη αλλά είναι νεκρωμένος, αποτελεί το εξής:
όλοι οι μαθητές του Χριστού περιφρονούν το θάνατο·
όλοι βαδίζουν εναντίον του και δεν τον φοβούνται καθόλου· το αντίθετο,
με το σημείο του σταυρού και την πίστη του Χριστού τον παραθεωρούν
σαν νεκρό.
Διότι, τον παλιό καιρό, πριν τη θεία έλευση του Σωτήρα στη γη,
όλοι έκλαιγαν τους πεθαμένους σαν χαμένους για πάντα. Τώρα όμως, με την
ανάσταση του σώματος του Χριστού, δεν προκαλεί πλέον φόβο ο θάνατος·
όσοι πιστεύουν στο Χριστό, περιφρονούν το θάνατο σαν ένα τίποτε·
προτιμούν μάλιστα να πεθάνουν παρά ν’ αρνηθούν την πίστη στον Κύριο.
Διότι γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι πεθαίνοντας δεν χάνονται,
αλλά ζουν και διατηρούνται άφθαρτοι χάρη στην ανάσταση (του Χριστού).
Εκείνος πάλι ο διάβολος, που παλαιότερα επιτίθενταν πονηρά στους ανθρώπους
με όπλο το θάνατο, τώρα που διαλύθηκαν τα σπλάγχνα του, στ’ αλήθεια
νεκρώθηκε. Απόδειξη αυτού είναι ότι οι άνθρωποι, πριν πιστέψουν στο Χριστό,
θεωρούν το θάνατο φοβερό και δειλιάζουν. Όταν όμως πιστέψουν σ’ Εκείνον
και γίνουν μαθητές του, τόσο πολύ περιφρονούν το θάνατο
ώστε πρόθυμα τρέχουν να τον γευθούν και να γίνουν μάρτυρες
της νίκης της αναστάσεως που ο Σωτήρας έφερε πάνω σ’ αυτόν.
Διότι, ακόμη και μικρά νήπια στην ηλικία, σπεύδουν να πεθάνουν·
κατέρχονται στον αγώνα εναντίον του θανάτου όχι μόνον άνδρες αλλά και
γυναίκες. Τόσο πολύ εξασθένησε ο θάνατος ώστε ακόμη και οι γυναίκες, που
προηγουμένως τον φοβόταν, τώρα να τον κοροϊδεύουν ως νεκρό και παράλυτο.
Συνέβη όπως μ’ έναν τύραννο που τον πολέμησε και νίκησε ένας αληθινός
βασιλιάς· τον έδεσε χειροπόδαρα και όλοι οι περαστικοί στο εξής τον
εμπαίζουν χτυπώντας και διασύροντάς τον. Δεν φοβούνται πλέον την τρέλα
και την αγριότητά του, χάρη στο βασιλιά νικητή.
Έτσι παρόμοια και ο Σωτήρας πάνω στο σταυρό νίκησε και ρεζίλεψε
το θάνατο· του έδεσε τα χέρια και τα πόδια·
γι’ αυτό, όλοι οι χριστιανοί περνούν και τον διασύρουν·
οι μάρτυρες του Χριστού κοροϊδεύουν και περιπαίζουν το θάνατο·
Απευθύνουν
σ’ αυτόν τα λόγια που εξαρχής γράφει η Αγία Γραφή: «Πού χάθηκε,
θάνατε,η δύναμή σου; Πού βρίσκεται, άδη, το δηλητηριώδες κεντρί σου;».
Είναι, λοιπόν, αυτό μικρή απόδειξη της αδυναμίας του θανάτου;

28. Άρ ουν τούτο μικρός έλεγχός εστι της του θανάτου ασθενείας;
ή μικρά εστιν απόδειξις της κατ αυτού γενομένης νίκης παρά του
Σωτήρος, όταν οι εν Χριστώ παίδες και νέαι κόραι παρορώσι τον
ενταύθα βίον και αποθανείν μελετώσιν;
Έστι μεν γαρ κατά φύσιν ο άνθρωπος δειλιών τον θάνατον και την
του σώματος διάλυσιν· το δε παραδοξότατον τούτό εστιν, ότι την
του σταυρού πίστιν ενδυσάμενος καταφρονεί και των κατά φύσιν, και
τον θάνατον ου δειλιά δια τον Χριστόν.
Και ώσπερ του πυρός έχοντος κατά φύσιν το καίειν, ει λέγοι τις είναί τι
το μη δειλιών αυτού την καύσιν, αλλά και μάλλον ασθενές αυτό
δεικνύον, οίον δη λέγεται το παρά Ινδοίς αμίαντον· είτα ο τω
λεγομένω μη πιστεύων ει πείραν θελήσειε λαβείν του λεγομένου,
πάντως το άκαυστον ενδυσάμενος και προσβαλών πυρί, πιστούται
λοιπόν την κατά του πυρός ασθένειαν·
ή ως ει τις τον τύραννον δεδεμένον ιδείν θελήσειε, πάντως εις την του
νικήσαντος χώραν και αρχήν παρελθών, ορά τον άλλοις φοβερόν
ασθενή γενόμενον·
ούτως ει τις εστιν άπιστος, και ακμήν μετά τοσαύτα, και μετά τους
τοσούτους εν Χριστώ γενομένους μάρτυρας, μετά την καθ ημέραν
γινομένην κατά του θανάτου χλεύην παρά των εν Χριστώ
διαπρεπόντων· όμως ει έτι την διάνοιαν αμφίβολον έχει περί του
κατηργήσθαι τον θάνατον και τέλος εσχηκέναι, καλώς μεν ποιεί
θαυμάζων περί του τηλικούτου· πλήν μη σκληρός εις απιστίαν, μηδέ
αναιδής προς τα ούτως εναργή γινέσθω.
Αλλ ώσπερ ο το αμίαντον λαβών γινώσκει το άψαυστον του πυρός
προς αυτό, και ο τον τύραννον δεδεμένον θέλων οράν, εις την του
νικήσαντος αρχήν παρέρχεται· ούτως και ο απιστών περί της του
θανάτου νίκης λαμβανέτω την πίστιν του Χριστού, και εις την τούτου
διδασκαλίαν παρερχέσθω· και όψεται του θανάτου την ασθένειαν, και
την κατ αυτού νίκην· πολλοί γαρ πρότερον απιστούντες και
χλευάζοντες, ύστερον πιστεύσαντες, ούτως κατεφρόνησαν του
θανάτου, ως και μάρτυρας αυτούς γενέσθαι του Χριστού.
   

Ή αποτελεί ελάχιστο τεκμήριο της νίκης που έκανε ο Σωτήρας εναντίον του
το γεγονός ότι χριστιανοί νέοι και νέες περιφρονούν την επίγεια ζωή
και αποφασίζουν να πεθάνουν (μαρτυρήσουν);
Βέβαια, ο άνθρωπος από φυσικού του δειλιάζει μπροστά στο θάνατο και τη
διάλυση του σώματος· το πιο όμως αξιοθαύμαστο είναι το εξής: αυτός που
εγκολπώνεται την πίστη στο σταυρό (του Κυρίου), περιφρονεί τα παρόντα και
για χάρη του Χριστού δεν δειλιάζει μπροστά στο θάνατο.
Συμβαίνει όπως στη φύση της φωτιάς που έχει την ιδιότητα να καίει· θα έλεγε
κανείς ότι υπάρχει κάτι που όχι μόνο δεν φοβάται το κάψιμό της, αλλά το
αποδεικνύει και αδύναμο· τέτοιος είναι ο αμίαντος που έρχεται από την Ινδία.
Αν, βέβαια, κάποιος δεν πιστεύει σ’ αυτό που λέμε και θέλει να δοκιμάσει, δεν
έχει παρά να φορέσει αυτό που δεν καίει και να έλθει σε επαφή με τη φωτιά·
τότε θα διαπιστώσει την αδυναμία της.
Ή, για παράδειγμα, αν κάποιος θέλει να δει δεμένο τύραννο, οπωσδήποτε
πηγαίνει στη χώρα και το βασίλειο του νικητή και εκεί βλέπει αδύναμο αυτόν
που προκαλούσε φόβο στους άλλους.
Έτσι, αν κάποιος είναι άπιστος, ακόμη και μετά τόσα πολλά· ύστερα από
τόσους πολλούς μάρτυρες του Χριστού και μετά την καθημερινή χλευαστική
στάση απέναντι στο θάνατο που δείχνουν οι σπουδαίοι χριστιανοί (μάρτυρες)·
αν, παρ’ όλ’ αυτά, ακόμη αμφιβάλλει για την κατάργηση και το τέλος
της εξουσίας του θανάτου, ασφαλώς καλά κάνει και απορεί για ένα τόσο
μεγάλο γεγονός. Αλλά, ας μη φανεί αμετανόητα άπιστος και αδιάντροπος
μπροστά σε τόσο ξεκάθαρα γεγονότα.
Όπως εκείνος που δοκιμάζει τον αμίαντο και διαπιστώνει την αντοχή του στη
δύναμη της φωτιάς πάνω του· όπως, επίσης, εκείνος που θέλει να δει
φυλακισμένο τον τύραννο και πάει στη χώρα του νικητή· έτσι ακριβώς και
αυτός που δυσπιστεί στην ήττα του θανάτου, ας πιστέψει στο Χριστό και ας
διδαχθεί
τη διδασκαλία του. Τότε θα δει την αδυναμία του θανάτου και τη νίκη
που του κατάφερε (ο Χριστός). Διότι πολλοί, ενώ πρώτα απιστούσαν και
χλεύαζαν, ύστερα πίστεψαν· και τόσο περιφρόνησαν το θάνατο
ώστε αναδείχθηκαν και μάρτυρες του Χριστού.

29. Ει δε τω σημείω του σταυρού και τη πίστει τη εις Χριστόν
καταπατείται ο θάνατος, δήλον αν είη παρά αληθεία δικαζούση, μη
άλλον είναι αλλ ή αυτόν τον Χριστόν, τον κατά του θανάτου
τρόπαια και νίκας επιδειξάμενον, κακείνον εξασθενήσαι ποιήσαντα.
Και ει πρότερον μεν ίσχυεν ο θάνατος, και δια τούτο φοβερός ην, άρτι
δε μετά την επιδημίαν του Σωτήρος και τον του σώματος αυτού
θάνατον και την ανάστασιν καταφρονείται, φανερόν αν είη παρ
αυτού του επί τον σταυρόν αναβάντος Χριστού κατηργήσθαι και
νενικήσθαι τον θάνατον.
Ως γαρ εάν μετά νύκτα γένηται ήλιος, και πας ο περίγειος τόπος
καταλάμπηται υπ αυτού, πάντως ουκ έστιν αμφίβολον, ότι ο το φως
εφαπλώσας ήλιος πανταχού, αυτός εστιν ο και το σκότος απελάσας
και τα πάντα φωτίσας· ούτως του θανάτου καταφρονηθέντος και
καταπατηθέντος αφ ου γέγονεν η του Σωτήρος εν σώματι σωτήριος
επιφάνεια και το τέλος του σταυρού, πρόδηλον αν είη, ότι αυτός
εστιν ο Σωτήρ ο και εν σώματι φανείς, ο τον θάνατον καταργήσας,
και κατ αυτού τρόπαια καθ ημέραν εν τοις εαυτού μαθηταίς
επιδεικνύμενος.
Όταν γαρ ίδη τις ανθρώπους ασθενείς όντας τη φύσει, προπηδώντας
εις τον θάνατον, και μη καταπτήσσοντας αυτού την φθοράν, μηδέ τας
εν άδου καθόδους δειλιώντας, αλλά προθύμω ψυχή προκαλουμένους
αυτόν, και μη πτήσσοντας βασάνους, αλλά μάλλον της ενταύθα ζωής
προκρίνοντας δια τον Χριστόν την εις τον θάνατον ορμήν· ή και εάν
θεωρός τις γένηται ανδρών και θηλειών και παίδων νέων ορμώντων
και επιπηδώντων εις τον θάνατον δια την εις Χριστόν ευσέβειαν, τις
ούτως εστίν ευήθης ή τις ούτως εστίν άπιστος, τις δε ούτως την
διάνοιαν πεπήρωται, ως μη νοείν και λογίζεσθαι, ότι ο Χριστός, εις ον
μαρτυρούσιν οι άνθρωποι, αυτός την κατά του θανάτου νίκην εκάστω
παρέχει και δίδωσιν, εξασθενείν αυτόν ποιών εν εκάστω των αυτού
την πίστιν εχόντων και το σημείον του σταυρού φορούντων.
Και γαρ ο τον όφιν βλέπων καταπατούμενον, ειδώς αυτού μάλιστα
την προτέραν αγριότητα, ουκ αμφιβάλλει λοιπόν ότι νεκρός εστι και
τέλεον εξησθένησεν, εκτός ει μη την διάνοιαν απεστράφη, και ουδέ τας
του σώματος αισθήσεις υγιαινούσας έχει. Τις γαρ και λέοντα
παιζόμενον υπό παιδίων ορών, αγνοεί τούτον ή νεκρόν γενόμενον ή
πάσαν απολέσαντα την εαυτού δύναμιν;
Ώσπερ ουν ταύτα αληθή είναι τοις οφθαλμοίς έξεστιν οράν, ούτως
παιζομένου και καταφρονουμένου του θανάτου υπό των εις Χριστόν
πιστευόντων, μηκέτι μηδείς αμφιβαλλέτω, μηδέ γινέσθω τις άπιστος,
ότι υπό Χριστού κατήργηται ο θάνατος, και η τούτου φθορά
διαλέλυται και πέπαυται.
   

Εάν, λοιπόν, με το σημείο του σταυρού και την πίστη στο Χριστό
καταργείται ο θάνατος, είναι φανερό –μάρτυρας η αλήθεια– ότι
δεν είναι άλλος ο τροπαιούχος και νικητής του θανάτου παρά ο ίδιος
ο Χριστός, ο οποίος και τον εξαφάνισε.
Κι αν προηγουμένως είχε δύναμη ο θάνατος και προκαλούσε το φόβο, τώρα
όμως, μετά την ενανθρώπηση του Σωτήρα, το θάνατο και την ανάσταση
του σώματός του, αυτός περιφρονείται· είναι φανερό ότι ο Χριστός που
ανέβηκε στο σταυρό κατάργησε και νίκησε το θάνατο.
Όπως ακριβώς γίνεται με τον ήλιο που έρχεται μετά τη νύχτα και φωτίζει
όλη την επιφάνεια της γης· δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι ο ήλιος
που άπλωσε το φως του παντού, διάλυσε το σκοτάδι και φώτισε τα πάντα.
Έτσι, μετά τη σωματική σωτήρια επιφάνεια του Λυτρωτή και το σταυρικό του
θάνατο, περιφρονήθηκε και καταργήθηκε ο θάνατος· και μετά απ’ αυτά
είναι ξεκάθαρο ότι αυτός είναι ο Σωτήρας·
αυτός που εμφανίστηκε με σώμα, εξαφάνισε το θάνατο
και καθημερινά με τους μαθητές του στήνει τρόπαια νίκης
σε βάρος του (του θανάτου).
Διότι, όταν δει κάποιος τους αδύναμους στη φύση τους ανθρώπους να τρέχουν
προς το θάνατο και να μην τρέμουν τη φθορά που προκαλεί· όταν τους δει να
μη δειλιάζουν στην έξοδο για την άλλη ζωή αλλά πρόθυμα να προκαλούν το
θάνατο· όταν τους δει να μην υπολογίζουν τα βασανιστήρια αλλά να θεωρούν
για χάρη του Χριστού προτιμότερο το θάνατο από την επίγεια ζωή· ή όταν
κάποιος βλέπει άνδρες, γυναίκες και νέα παιδιά να ορμούν και να πηδούν
μέσα στο θάνατο από αγάπη και ευλάβεια για το Χριστό· ποιός είναι τόσο
ανόητος ή τόσο άπιστος ή τόσο λιγόμυαλος
ώστε να μη καταλαβαίνει και να εννοεί ότι ο Χριστός, για τον οποίο
θυσιάζονται οι άνθρωποι, αυτός δίνει στον καθένα την νίκη σε βάρος του
θανάτου; Ποιος δεν εννοεί ότι Αυτός κάνει το θάνατο να εξασθενεί μπροστά
σε κάθε πιστό και καθένα που φέρει το σημείο του σταυρού;
Διότι, αυτός που γνώριζε πριν την αγριότητα του φιδιού και το βλέπει τώρα
να λιώνει από τα χτυπήματα, δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι είναι νεκρό και
τελείως εξουδετερωμένο· εκτός πια αν σάλεψε ο νους του και δεν έχει υγιείς
τις αισθήσεις του σώματός του. Το ίδιο, ποιός είναι που βλέπει τα παιδιά να
παίζουν μ’ ένα λιοντάρι και δεν καταλαβαίνει ότι ή είναι νεκρό ή έχασε
όλη του τη δύναμη;
Όπως, λοιπόν, είναι δυνατόν να δούμε με τα μάτια ότι αυτά είναι αληθινά,
έτσι κι όταν οι πιστοί χριστιανοί εμπαίζουν και περιφρονούν το θάνατο,
κανείς πλέον να μην αμφιβάλλει καθόλου ή να μην πιστεύει
ότι ο Χριστός κατάργησε το θάνατο και σταμάτησε την επίδραση της
φθοράς του.

30. Του μεν ουν κατηργήσθαι τον θάνατον, και τρόπαιον είναι κατ
αυτού τον Κυριακόν σταυρόν, ου μικρός έλεγχος τα προειρημένα.
Της δε γενομένης λοιπόν αθανάτου αναστάσεως του σώματος παρά
του κοινού πάντων Σωτήρος και Ζωής όντως Χριστού, εναργεστέρα
των λόγων η δια των φαινομένων απόδειξίς εστι τοις τον οφθαλμόν
της διανοίας έχουσιν υγιαίνοντα.
Ει γαρ κατήργηται ο θάνατος, ως ο λόγος έδειξε, και δια τον Κύριον
πάντες αυτόν καταπατούσι, πολλώ πλέον αυτός αυτόν πρώτος
κατεπάτησε τω ιδίω σώματι και κατήργησεν αυτόν. Του δε θανάτου
νεκρωθέντος υπ αυτού, τι έδει γενέσθαι ή το σώμα αναστήναι, και
τούτο δειχθήναι κατ αυτού τρόπαιον; Ή Πως γαρ αν εφάνη
καταργηθείς ο θάνατος, ει μη το σώμα το κυριακόν ην αναστάν;
ει δε τω μη αυτάρκης η απόδειξις αύτη περί της αναστάσεως αυτού,
καν εκ των εν όψει γενομένων πιστούσθω το λεγόμενον. Ει γαρ δη
νεκρός τις γενόμενος ουδέν ενεργείν δύναται, αλλά μέχρι του μνήματός
εστιν αυτώ η χάρις, και πέπαυται λοιπόν, μόνων δε των ζώντων εισίν
αι πράξεις και αι προς τους ανθρώπους ενέργειαι, οράτω δη ο
βουλόμενος και γενέσθω δικαστής εκ των ορωμένων την αλήθειαν
ομολογών.
Τοσαύτα γαρ του Σωτήρος ενεργούντος εν ανθρώποις, και καθ
ημέραν πανταχόθεν από τε των την Ελλάδα και την βάρβαρον
οικούντων τοσούτον πλήθος αοράτως πείθοντος εις την εαυτού
πίστιν παρελθείν, και πάντας υπακούειν τη αυτού διδασκαλία· άρ έτι
τις την διάνοιαν αμφίβολον έξει ει γέγονεν ανάστασις υπό του
Σωτήρος, και ζη ο Χριστός, μάλλον δε αυτός εστιν η Ζωή;
Άρα δε νεκρού εστι τας μεν διανοίας των ανθρώπων κατανύττειν,
ώστε τους πατρικούς αρνείσθαι νόμους, την δε Χριστού διδασκαλίαν
προσκυνείν; ή Πως, είπερ ουκ έστιν ενεργών, νεκρού γαρ ίδιόν εστι
τούτο, αυτός τους ενεργούντας και ζώντας της ενεργείας παύει, ώστε
τον μεν μοιχόν μηκέτι μοιχεύειν, τον δε ανδροφόνον μηκέτι φονεύειν,
τον δε αδικούντα μηκέτι πλεονεκτείν, και τον ασεβή λοιπόν ευσεβείν;
Πως δε ει μη ανέστη, αλλά νεκρός εστι, τους λεγομένους υπό των
απίστων ζήν ψευδοθέους και θρησκευομένους δαίμονας αυτός
απελαύνει και διώκει και καταβάλλει;
Ένθα γαρ ονομάζεται Χριστός και η τούτου πίστις, εκείθεν πάσα μεν
ειδωλολατρία καθαιρείται, πάσα δε δαιμόνων απάτη ελέγχεται, πας
δε δαίμων ουδέ το όνομα υποφέρει· αλλά και μόνον ακούσας φυγάς
οίχεται. Τούτο δε ου νεκρού το έργον, αλλά ζώντος και μάλιστα Θεού.
Άλλως τε και γελοίον αν είη, τους μεν διωκομένους υπ αυτού
δαίμονας και τα καταργούμενα είδωλα λέγειν ζώντας είναι, τον δε
απελαύνοντα και τη εαυτού δυνάμει μηδέ φανήναι ποιούντα τούτους,
αλλά και ομολογούμενον υπό πάντων είναι Θεού Υιόν, τούτον λέγειν
είναι νεκρόν.
   

Όσα είπαμε προηγουμένως αποτελούν μεγάλη απόδειξη ότι ο θάνατος
καταργήθηκε και ο σταυρός του Κυρίου είναι το τρόπαιο της νίκης σε βάρος
του. Σε όσους έχουν υγιή τα μάτια του νου τους, η πιο φανερή απόδειξη για
την συντελεσθείσα ανάσταση του σώματος του από τον ίδιο τον Σωτήρα όλων
και χορηγό της ζωής Χριστό, είναι τα ίδια τα γεγονότα και όχι τα λόγια.
Διότι, αν καταργήθηκε ο θάνατος, όπως το είπαμε, και με τη δύναμη του
Κυρίου όλοι τον περιφρονούν, πολύ περισσότερο πρώτος που καταπάτησε και
κατάργησε το θάνατο με το ίδιο του το σώμα είναι Αυτός ο ίδιος. Και αφού
Αυτός νέκρωσε το θάνατο, τι έπρεπε να κάνει μετά παρά ν’ αναστήσει το σώμα
του και να το δείχνει ως τρόπαιο εναντίον του (του θανάτου); Ή, Πως θα
φαινόταν ότι έχει καταργηθεί ο θάνατος, εάν δεν είχε αναστηθεί το σώμα του
Κυρίου;
Αν όμως δεν είναι αρκετή για κάποιον αυτή η απόδειξη για την ανάσταση του
Κυρίου, ας πιστέψει απ’ αυτά που γίνονται μπροστά στα μάτια μας. Διότι, αν
κάποιος γίνει νεκρός, δεν μπορεί να κάνει τίποτε· μέχρι το μνήμα φτάνει η
ικανότητά του· πέραν αυτού παύει. Οι πράξεις και οι ενέργειες προς τους
ανθρώπους είναι ιδιότητες μόνο των ζωντανών. Αυτός που θέλει, λοιπόν, ας
προσέξει και ας κρίνει απ’ όσα βλέπει, για να ομολογήσει την αλήθεια.
Όταν, λοιπόν, ο Σωτήρας κάνει στους ανθρώπους τόσα μεγάλα θαύματα
και καθημερινά πείθει μυστικά να έλθουν στη δική του πίστη
τόσους πολλούς από παντού, από την Ελλάδα και τις βαρβαρικές χώρες·
και τους κάνει όλους να υπακούν στη διδασκαλία του. Επομένως,
ακόμη θ’ αμφιβάλλει κανείς εάν όντως αναστήθηκε ο Σωτήρας
και ζει ο Χριστός, ή καλύτερα ότι Αυτός είναι η Ζωή;
Μήπως αποτελεί χαρακτηριστικό του νεκρού να επηρεάζει το νου των
ανθρώπων, για ν’ αρνούνται τη θρησκεία των πατέρων τους και ν’ ασπάζονται
τη διδασκαλία του Χριστού; Ή, αν δεν ενεργεί, εφόσον είναι νεκρός, Πως
αυτός σταματά τις ενέργειες εκείνων που ζουν και ενεργούν; Πως ενεργεί
ώστε ο μοιχός να σταματά να μοιχεύει, ο φονιάς να μη φονεύει πλέον,
ο άδικος να μην είναι πλεονέκτης και ο ασεβής να γίνεται ευσεβής;
Εάν δεν αναστήθηκε αλλά εξακολουθεί να είναι νεκρός, Πως γίνεται να διώχνει
μακριά και να εξαφανίζει τους ψεύτικους θεούς και τους λατρευόμενους
δαίμονες, που οι άπιστοι λένε ότι ζουν;
Διότι, όπου προφέρεται το όνομα "Χριστός" και κηρύσσεται η πίστη του, από
κει απομακρύνεται κάθε μορφής ειδωλολατρία· φανερώνεται κάθε δαιμονική
απάτη. Ο διάβολος ούτε το όνομά του δεν αντέχει· και μόνο να τ’ ακούσει
φεύγει μακριά. Αυτά, λοιπόν, δεν είναι έργα ενός νεκρού, αλλά ενός ζωντανού,
και μάλιστα έργα του Θεού.
Εξάλλου, θ’ αποτελούσε γελοιότητα, οι δαίμονες που φυγαδεύονται και τα
είδωλα που καταργούνται, να λέμε ότι ζούν· και αντίθετα, να λέμε ότι είναι
νεκρός αυτός που τα διώχνει και με τη δύναμή του δεν τ’ αφήνει να
παρουσιάζονται· να λέμε ότι είναι νεκρός αυτός που όλοι ομολογούν ότι είναι
ο Υιος του Θεού.

31. Μέγαν δε και καθ εαυτών τον έλεγχον οι απιστούντες τη
αναστάσει προβάλλονται, ει τον Χριστόν τον λεγόμενον παρ αυτών
νεκρόν οι πάντες δαίμονες και οι προσκυνούμενοι παρ αυτών θεοί ου
διώκουσιν· αλλά μάλλον ο Χριστός τους πάντας ελέγχει νεκρούς. Ει
γαρ αληθές τον νεκρόν μηδέν ενεργείν, εργάζεται δε τοσαύτα καθ
ημέραν ο Σωτήρ, έλκων εις ευσέβειαν, πείθων εις αρετήν, διδάσκων
περί αθανασίας, εις πόθον των ουρανίων ανάγων, αποκαλύπτων την
περί Πατρός γνώσιν, την κατά του θανάτου δύναμιν εμπνέων, εκάστω
δεικνύων εαυτόν, και την ειδώλων αθεότητα καθαιρών·
τούτων δε ουδέν δύνανται οι παρά τοις απίστοις θεοί και δαίμονες,
αλλά μάλλον τη Χριστού παρουσία νεκροί γίνονται, αργήν έχοντες
και κενήν την φαντασίαν· τω δε σημείω του σταυρού πάσα μεν μαγεία
παύεται, πάσα δε φαρμακεία καταργείται, και πάντα μεν τα είδωλα
ερημούται και καταλιμπάνεται, πάσα δε άλογος ηδονή παύεται, και
πας τις από γης εις ουρανόν αναβλέπει· τίνα αν τις είποι νεκρόν; τον
τοσαύτα εργαζόμενον Χριστόν; αλλ ουκ ίδιον νεκρού το εργάζεσθαι·
ή τον μηδ όλως ενεργούντα, αλλ ως άψυχον κείμενον, όπερ ίδιον των
δαιμόνων και ειδώλων ως νεκρών υπάρχει;
Ο μεν γαρ του Θεού Υιος ζων και ενεργής ων καθ ημέραν εργάζεται,
και ενεργεί την πάντων σωτηρίαν. Ο δε θάνατος ελέγχεται καθ
ημέραν αυτός εξασθενήσας, και τα είδωλα και οι δαίμονες μάλλον
νεκροί τυγχάνοντες, ως εκ τούτου μηδένα διστάζειν έτι περί της του
σώματος αναστάσεως αυτού.
Έοικε δε ο περί της αναστάσεως του κυριακού σώματος απιστών
αγνοείν δύναμιν Θεού Λόγου και Σοφίας. Ει γαρ όλως έλαβεν εαυτώ
σώμα, και τούτο ιδιοποιήσατο κατά την εύλογον ακολουθίαν, ως ο
λόγος έδειξε, τι έδει τον Κύριον ποιείν περί τούτου; ή ποίον έδει τέλος
γενέσθαι του σώματος, άπαξ επιβάντος αυτώ του Λόγου;
Μη αποθανείν μεν γαρ ουκ ηδύνατο, άτε δη θνητόν ον, και υπέρ
πάντων προσφερόμενον εις τον θάνατον· ου χάριν και ο Σωτήρ αυτό
κατεσκεύασεν εαυτώ. Μείναι δε νεκρόν ουχ οίόν τε ην, δια το Ζωής
αυτό ναόν γεγενήσθαι. Όθεν απέθανε μεν ως θνητόν· ανέζησε δε δια
την εν αυτώ ζωήν, και της αναστάσεως εστί γνώρισμα τα έργα.
   

Όσοι απιστούν στην ανάσταση αντιμετωπίζουν έντονο έλεγχο· διότι
όλοι οι δαίμονες και οι θεοί τους οποίους προσκυνούν δεν μπορούν να
καταδιώξουν τον Χριστό, τον οποίο οι ίδιοι θεωρούν νεκρό. Το αντίθετο
μάλιστα· ο Χριστός περισσότερο φανερώνει ότι όλοι αυτοί είναι νεκροί. Διότι,
εάν είναι αλήθεια ότι ο νεκρός δεν μπορεί να κάνει τίποτε, και από την άλλη
ο Σωτήρας κάνει τόσα κάθε μέρα, όπως: ελκύει σε ευσέβεια, πείθει για αρετή,
διδάσκει την αθανασία, σπρώχνει σε πόθο των θείων, αποκαλύπτει τη γνώση
για τον Πατέρα, εμπνέει δύναμη ενάντια στο θάνατο, δείχνει στον καθένα
τον εαυτό του και γκρεμίζει την αθεΐα των ειδώλων.
Απ’ αυτά, κανένα δεν μπορούν να κάνουν οι θεοί και οι δαίμονες των απίστων·
αλλά μάλλον νεκρώνονται με την παρουσία του Χριστού, διότι η εμφάνισή
τους είναι χωρίς περιεχόμενο. Με το σημείο του σταυρού λύνεται κάθε μορφής
μαγεία· όποια μαγική πράξη καταργείται και όλα τα είδωλα μένουν έρημα και
εγκαταλειμένα· σταματά κάθε παράλογη ηδονή και ο καθένας στρέφει το
βλέμα από τη γη στον ουρανό. Ποιόν, λοιπόν, θα ονομάσει κάποιος νεκρό;
Μήπως το Χριστό, που κάνει τόσα έργα; Αλλά δεν είναι ίδιο του νεκρού να
εργάζεται. Ή θα πει νεκρό αυτόν που δεν κάνει τίποτε αλλά στέκεται σαν
άψυχος, κάτι χαρακτηρίζει τους δαίμονες και τα είδωλα ως νεκρά όντα;
Διότι, ο Υιος του Θεού είναι ζωντανός και καθημερινά ενεργεί και εργάζεται·
κατεργάζεται τη σωτηρία όλων. Ο θάνατος πάλι καθημερινά αποδείχνεται ότι
εξασθενεί· το ίδιο και τα είδωλα και οι δαίμονες δείχνονται ότι είναι νεκροί.
Σαν συμπέρασμα λοιπόν όλων αυτών, κανένας δεν αμφιβάλλει πλέον για την
ανάσταση του σώματός του.
Αυτός που δεν πιστεύει στην ανάσταση του σώματος του Κυρίου φαίνεται ότι
αγνοεί τη δύναμη του Λόγου και της Σοφίας του Θεού. Διότι, εφόσον έλαβε
σώμα και σαν φυσική συνέπεια το έκανε δικό του, όπως το αποδείξαμε με το
λόγο μας, τι έπρεπε να το κάνει ο Κύριος; Ή, ποιό έπρεπε να είναι το τέλος
του σώματος, στο οποίο ενοικούσε ο ίδιος ο Λόγος;
Δεν ήταν δυνατό να μην πεθάνει, επειδή ήταν θνητό και προσφερόταν για χάρη
όλων στο θάνατο· για το γεγονός αυτό ο Σωτήρας προσέλαβε το σώμα για
τον εαυτό του. Να παραμείνει πάλι νεκρό δεν ήταν δυνατό, γιατί είχε γίνει
κατοικητήριο της όντως Ζωής. Γι’ αυτό πέθανε σαν θνητό που ήταν· ξανάζησε
όμως γιατί είχε μέσα του τη ζωή· αυτά τα κατορθώματα αποδεικνύουν την
ανάσταση.

32. Ει δ ότι μη οράται, απιστείται και εγηγέρθαι, ώρα και το κατά
φύσιν αρνείσθαι τους απιστούντας. Θεού γαρ ίδιον μη οράσθαι μεν,
εκ δε των έργων γινώσκεσθαι, καθάπερ και επάνω λέλεκται.
Ει μεν ουν τα έργα μη εστι, καλώς τω μη φαινομένω απιστούσιν· ει δε
τα έργα βοά και δείκνυσιν εναργώς, δια τι εκόντες αρνούνται την της
αναστάσεως ούτως φανερώς ζωήν; Ει γαρ και την διάνοιαν
επηρώθησαν, αλλά καν ταις έξωθεν αισθήσεσιν οράν εστί την
αναντίρρητον του Χριστού δύναμιν και θεότητα.
Επεί και τυφλός εάν μη βλέπη τον ήλιον, αλλά καν της υπ αυτού
γενομένης θέρμης αντιλαμβανόμενος, οίδεν ότι ήλιος υπέρ γης εστίν.
Ούτως και οι αντιλέγοντες ει και μήπω πιστεύουσιν, ακμήν
τυφλώττοντες περί την αλήθειαν, αλλά καν ετέρων πιστευόντων
γινώσκοντες την δύναμιν, μη αρνείσθωσαν την του Χριστού θεότητα
και την υπ αυτού γενομένην ανάστασιν.
Δήλον γαρ ότι ει νεκρός εστιν ο Χριστός, ουκ αν τους δαίμονας εδίωκε,
και τα είδωλα εσκύλευε· νεκρώ γαρ ουκ αν υπήκουσαν οι δαίμονες.
Ει δε διώκονται φανερώς τη τούτου ονομασία, δήλον αν είη μη είναι
τούτον νεκρόν, μάλιστα ότι δαίμονες, και τα μη βλεπόμενα τοις
ανθρώποις ορώντες, ηδύναντο γινώσκειν ει νεκρός εστιν ο Χριστός,
και μηδόλως υπακούειν αυτώ.
Νυν δε ό μη πιστεύουσιν ασεβείς ορώσιν οι δαίμονες, ότι Θεός εστι, και
δια τούτο φεύγουσι και προσπίπτουσιν αυτώ, λέγοντες α και ότε ην εν
σώματι εφθέγξαντο· "Οίδαμέν σε τις ει· ο άγιος του Θεού"· και· "Έα,
τι σοι και ημίν, Υιε του Θεού; δέομαί σου, μη με βασανίσης."
Δαιμόνων τοίνυν ομολογούντων και των έργων οσημέραι
μαρτυρούντων, φανερόν αν είη, και μηδείς αναιδευέσθω προς την
αλήθειαν, ότι τε ανέστησε το εαυτού σώμα ο Σωτήρ, και ότι Θεού
Υιος εστιν αληθινός, εξ αυτού οία δη εκ Πατρός ίδιος Λόγος και Σοφία
και Δύναμις υπάρχων, ος χρόνοις ύστερον επί σωτηρία των πάντων
έλαβε σώμα, και την μεν οικουμένην περί Πατρός εδίδαξε, τον δε
θάνατον κατήργησε, πάσι δε την αφθαρσίαν εχαρίσατο δια της
επαγγελίας της αναστάσεως, απαρχήν ταύτης το ίδιον εγείρας σώμα,
και τρόπαιον αυτό κατά του θανάτου και της τούτου φθοράς
επιδειξάμενος τω σημείω του σταυρού.
   

Εάν όμως δεν πιστεύουν ότι αναστήθηκε, γιατί δεν τον βλέπουν, είναι ώρα οι
άπιστοι ν’αρνηθούν και τα φυσικά πράγματα. Διότι χαρακτηριστική ιδιότητα
του Θεού είναι να μην τον βλέπουν αλλά να τον γνωρίζουν από τα έργα του,
όπως παραπάνω το είπαμε.
Εάν λοιπόν δεν υπάρχουν έργα, καλά κάνουν και δεν πιστεύουν σ’ αυτόν που
δεν φαίνεται· εάν όμως τα έργα "κράζουν" και δείχνουν ολοφάνερα, γιατί
αρνούνται θεληματικά την τόσο φανερή ζωή της αναστάσεως; Ακόμη κι αν
έχει υποστεί βλάβη ο νους τους, μπορούν με τις εξωτερικές τους αισθήσεις να
βλέπουν την αναντίρρητη δύναμη και θεότητα του Χριστού.
Επειδή κι ένας τυφλός που δεν βλέπει τον ήλιο, αντιλαμβάνεται όμως τη
θερμότητα που εκπέμπει, και πιστεύει ότι υπάρχει ο ήλιος πάνω από τη γη.
Έτσι, και όσοι έχουν αντιρρήσεις –ακόμη κι αν δεν πιστεύουν και παραμένουν
τυφλοί μπροστά στην αλήθεια– αναγνωρίζοντας τη δύναμη
όσων πιστεύουν,ας μην αρνούνται τη θεότητα του Χριστού
και την ανάστασή του.
Διότι είναι ολοφάνερο: εάν ο Χριστός είναι νεκρός, δεν θα έδιωχνε τους
δαίμονες ούτε θα λαφυραγωγούσε τα είδωλα· διότι οι δαίμονες δεν θα άκουγαν
ένα νεκρό. Εφόσον όμως φεύγουν μακριά από την επίκληση του ονόματός του,
είναι βέβαιο ότι αυτός δεν είναι νεκρός· μάλιστα οι δαίμονες βλέπουν κι αυτά
που δεν βλέπουν οι άνθρωποι και μπορούν να γνωρίζουν αν είναι νεκρός ο
Χριστός, ώστε καθόλου να μην τον υπακούν.
Τώρα, όμως, αυτό που δεν πιστεύουν οι ασεβείς, οι δαίμονες το βλέπουν, ότι
δηλαδή υπάρχει Θεός· γι’ αυτό φεύγουν μακριά του και τον ικετεύουν λέγοντας
όσα του έλεγαν και στην επίγεια ζωή του: «Γνωρίζουμε ποιός είσαι· ο εκλεκτός
του Θεού»· και αλλού: «Εμπρός, τι θέλεις με μένα, Υιε του Θεού; Σε παρακαλώ,
μη με βασανίσεις».
Ενώ λοιπόν οι δαίμονες ομολογούν και τα έργα καθημερινά μαρτυρούν,
είναι φανερό –και κανείς ας μην είναι αναιδής απέναντι στην αλήθεια–,
ότι ο Σωτήρας ανάστησε το σώμα του· ότι είναι, επίσης, αληθινός Υιος
του Θεού· ότι προέρχεται από τον Πατέρα και είναι ο δικός του Λόγος,
Σοφία και Δύναμη. Αυτός στα κατοπινά χρόνια, για τη σωτηρία όλων,
προσέλαβε ανθρώπινο σώμα και δίδαξε σ’ όλο τον κόσμο για τον Πατέρα του·
κατάργησε το θάνατο και χάρισε σε όλους την αφθαρσία με την υπόσχεση
της αναστάσεως. Έκανε την αρχή της αναστάσεως με την έγερση του δικού του
σώματος. Και ανέδειξε το σώμα του με τα σημάδια του σταυρού (σταύρωση)
τρόπαιο νίκης ενάντια στο θάνατο και τη φθορά.

33. Τούτων δε ούτως εχόντων και φανεράς ούσης της αποδείξεως
περί της αναστάσεως του σώματος και της κατά του θανάτου
γενομένης υπό του Σωτήρος νίκης, φέρε, και την απιστίαν των
Ιουδαίων και την των Ελλήνων χλεύην διελέγξωμεν.
Επί τούτοις γαρ ίσως Ιουδαίοι μεν απιστούσιν, Έλληνες δε γελώσι,
το απρεπές του σταυρού και της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου
διασύροντες· αλλά κατ αμφοτέρων ο λόγος ουκ οκνήσει χωρήσαι,
μάλιστα κατ αυτών τας αποδείξεις εναργείς έχων.
Ιουδαίοι μεν απιστούντες έχουσιν αφ ων αναγινώσκουσι και αυτοί
γραφών τον έλεγχον· άνω και κάτω, και πάσης απλώς θεοπνεύστου
βίβλου περί τούτων βοώσης, ως και αυτά τα ρήματα πρόδηλα.
Προφήται μεν γαρ άνωθεν περί του κατά την παρθένον θαύματος
και της εξ αυτής γενομένης γεννήσεως προεμήνυον, λέγοντες· "Ιδού η
παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα
αυτού Εμμανουήλ, ό εστι μεθερμηνευόμενον, μεθ ημών ο Θεός."
Μωσής δε ο τω όντι μέγας, και παρ αυτοίς πιστευόμενος αληθής, περί
της ενανθρωπήσεως του Σωτήρος αντί μεγάλου το ρητόν δοκιμάσας
και αληθές επιγνούς έθηκε λέγων· "Ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ, και
άνθρωπος εξ Ισραήλ, και θραύσει τους αρχηγούς Μωάβ." Και πάλιν·
"Ως καλοί σου οι οίκοι, Ιακώβ, αι σκηναί σου, Ισραήλ, ωσεί νάπαι
σκιάζουσαι, και ωσεί παράδεισοι επί ποταμών, και ωσεί σκηναί ας
έπηξεν ο Κύριος, ωσεί κέδροι παρ ύδατα. Εξελεύσεται άνθρωπος εκ
του σπέρματος αυτού, και κυριεύσει εθνών πολλών." Και πάλιν
Ησαΐας· "Πρίν ή γνώναι το παιδίον καλείν πατέρα ή μητέρα, λήψεται
δύναμιν Δαμασκού και τα σκύλα Σαμαρείας έναντι βασιλέως
Ασσυρίων."
Ότι μεν ουν άνθρωπος φανήσεται, δια τούτων προκαταγγέλλεται.
Ότι δε Κύριος πάντων εστίν ο ερχόμενος, πάλιν προμηνύουσι
λέγοντες· "Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης, και ήξει εις
Αίγυπτον, και σεισθήσεται τα χειροποίητα Αιγύπτου." Και γαρ
κακείθεν αυτόν ο Πατήρ ανακαλεί λέγων· "Εξ Αιγύπτου εκάλεσα
τον υιόν μου."
   

Εφόσον, λοιπόν, αυτά έχουν έτσι και είναι ολοφάνερη η απόδειξη για την
σωματική ανάσταση του Σωτήρα και τη νίκη που έκανε σε βάρος
του θανάτου, εμπρός, ας εξετάσουμε ελεγκτικά την απιστία των
Ιουδαίων και τους χλευασμούς των ειδωλολατρών.
Διότι, σχετικά μ’ αυτά, οι Ιουδαίοι δείχνουν απιστία ενώ οι ειδωλολάτρες
κοροϊδεύουν· εμπαίζουν το ατιμωτικό γεγονός της σταυρώσεως και της
ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Ο λόγος μας όμως δεν θα διστάσει να
ελέγξει και τις δύο απόψεις, καθώς έχει σε βάρος τους ξεκάθαρες αποδείξεις.
Η απιστία των Ιουδαίων καταδικάζεται από την Αγία Γραφή, την οποία και
αυτοί μελετούν. Διότι παντού και όλη γενικά η θεόπνευστη Βίβλος γι’ αυτά
τα γεγονότα βροντοφωνάζει· τα λόγια της είναι ξεκάθαρα.
Οι Προφήτες πρώτα, από την παλαιά εποχή, προανήγγειλαν για το θαύμα της
παρθενίας και της γεννήσεως (της Θεοτόκου), λέγοντας: «Να, η παρθένος
θα συλλάβει και θα γενήσει υιό, και θα του δώσουν το όνομα
Εμμανουήλ, που σημαίνει, ο Θεός είναι μαζί μας».
Ο Μωϋσής πάλι, ο όντως πολύ μεγάλος και αξιόπιστος για τους Ιουδαίους,
θεώρησε ότι είναι σπουδαίο αυτό που ειπώθηκε για την ενανθρώπηση του
Σωτήρα και το συμπεριέλαβε στο βιβλίο του, λέγοντας: «Θ’ ανατείλει άστρο
από τη γενιά του Ιακώβ και άνθρωπος από τον Ισραήλ, ο οποίος θα συντρίψει
τους αρχηγούς των Μωαβιτών». Και πάλι λέει :«Πόσο ωραίες είναι οι κατοικίες
σου, Ιακώβ, οι σκηνές σου, Ισραήλ! Είναι απλωμένες σαν κοιλάδες και σαν
παράδεισοι σε όχθες ποταμού· σαν σκηνές που έστησε ο Κύριος, σαν κέδροι
κοντά στα νερά. Από τη γενιά του θα προέλθει άνθρωπος που θα κυριαρχήσει
σε πολλά έθνη». Και πάλι λέει ο Ησαΐας: «Προτού το παιδί μάθει να λέει
πατέρα ή μητέρα, θ’ αποκτήσει την εξουσία στη Δαμασκό και τα λάφυρα της
Σαμάρειας μπροστά στο βασιλιά των Ασσυρίων».
Απ’ αυτά, λοιπόν, προαναγγέλλεται ότι θα γίνει άνθρωπος. Και πάλι
προμηνύουν ότι αυτός που έρχεται είναι ο Κύριος όλων· λένε:
«Να, ο Κύριος είναι πάνω σ’ ένα γρήγορο σύννεφο και θα έλθει στην
Αίγυπτο, όπου με σεισμό θα γκρεμιστούν τα χειροποίητα είδωλά της». Και
από κει πάλι ο Πατέρας τον καλεί πίσω, λέγοντας: «Από την Αίγυπτο κάλεσα
πίσω τον υιό μου».

34. Ου σεσιώπηται δε ουδέ ο τούτου θάνατος· αλλά και λίαν
τηλαυγώς εν ταις θείαις σημαίνεται γραφαίς. Και γαρ και την αιτίαν
του θανάτου, ότι μη δι εαυτόν, αλλ υπέρ της πάντων αθανασίας και
σωτηρίας υπομένει, και την Ιουδαίων επιβουλήν, και τας εις αυτόν
γινομένας παρ αυτών ύβρεις, ουκ εφοβήθησαν ειπείν, προς το μηδένα
αυτών των γινομένων ανήκοον είναι και πλανηθήναι.
Φασί τοίνυν· "Άνθρωπος εν πληγή ων, και ειδώς φέρειν μαλακίαν,
ότι απέστραπται το πρόσωπον αυτού· ητιμάσθη και ουκ ελογίσθη.
Αυτός τας αμαρτίας ημών φέρει, και περί ημών οδυνάται· και ημείς
ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω, και εν πληγή, και εν κακώσει. Αυτός
δε ετραυματίσθη δια τας αμαρτίας ημών, και μεμαλάκισται δια τας
ανομίας ημών· παιδεία ειρήνης ημών επ αυτόν, τω μώλωπι αυτού
ημείς ιάθημεν."
Θαύμαζε την του Λόγου φιλανθρωπίαν, ότι δι ημάς ατιμάζεται, ίνα
ημείς έντιμοι γενώμεθα. "Πάντες γαρ, φησίν, ως πρόβατα επλανήθημεν·
άνθρωπος τη οδώ αυτού επλανήθη· και Κύριος παρέδωκεν αυτόν ταις
αμαρτίαις ημών· και αυτός δια το κεκακώσθαι ουκ ανοίγει το στόμα.
Ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη, και ως αμνός εναντίον του κείροντος
αυτόν άφωνος, ούτως ουκ ανοίγει το στόμα αυτού· εν τη ταπεινώσει
αυτού η κρίσις αυτού ήρθη."
Είτα, ίνα μη τις αυτόν κοινόν άνθρωπον εκ του πάθους υπολάβοι,
προλαμβάνει τας υπονοίας των ανθρώπων, και την υπέρ αυτού
δύναμιν, και το προς ημάς ανόμοιον της φύσεως διηγείται η γραφή
λέγουσα· "Τήν δε γενεάν αυτού τις διηγήσεται; Ότι αίρεται από της
γης η ζωή αυτού. Από των ανομιών του λαού ήχθη εις θάνατον.
Και δώσω τους πονηρούς αντί της ταφής αυτού, και τους πλουσίους
αντί του θανάτου αυτού· ότι ανομίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη
δόλος εν τω στόματι αυτού. Και Κύριος βούλεται καθαρίσαι αυτόν
από της πληγής".
   

Επίσης, δεν αποσιωπάται ο θάνατός του· αντίθετα, τον περιγράφει
η Αγία Γραφή πολύ καθαρά. Δεν φοβήθηκε να πει ούτε την αιτία του θανάτου
του, ότι δηλαδή δεν υπομένει φυσιολογικό θάνατο, αλλά πεθαίνει για την
αθανασία και σωτηρία όλων των ανθρώπων· δεν κρύβει επίσης (η Αγία Γραφή)
την επιβουλή των Ιουδαίων και τις ύβρεις που εκτόξευσαν εναντίον του. Έτσι,
κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν τα άκουσε και να οδηγηθεί στην πλάνη.
Λέει, λοιπόν, σχετικά η Αγία Γραφή: «Άνθρωπος πονεμένος, δόκιμος
ασθένειας
και περιφρονημένος· καταφρονήθηκε και θεωρήθηκε ένα τίποτα. Παρ’ όλ’
αυτά, αυτός βάσταξε τις αμαρτίες μας και επιφορτίστηκε τις θλίψεις
μας·
ενώ εμείς τον θεωρήσαμε τραυματισμένο από το Θεό, πληγωμένο και
μωλωπισμένο. Αυτός όμως για τις παραβάσεις μας τραυματίστηκε και
ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίες μας· η τιμωρία, που έφερε την ειρήνη μας με το
Θεό, έγινε πάνω του· θεραπευθήκαμε με τις δικές του πληγές».
Θαύμαζε τη φιλανθρωπία του Θεού· για μας ατιμάζεται, για ν’ αποδειχθούμε
εμείς έντιμοι. Διότι, λέει: «Όλοι οι άνθρωποι πλανηθήκαμε σαν τα πρόβατα και
ξεφύγαμε από το δρόμο μας· ο Θεός όμως παρέδωσε αυτόν (τον Υιό του) για
τις αμαρτίες μας. Και αυτός από τα βασανιστήρια δεν άνοιγε το στόμα του.
Οδηγήθηκε στη σφαγή σαν πρόβατο, και σαν αρνί άφωνο μπροστά σ’ εκείνον
που το κουρεύει· έτσι κι αυτός δεν άνοιξε το στόμα του· με την ταπείνωσή του
αρπάχτηκε από τη γενιά του».
Έπειτα, για να μην τον θεωρήσει κανείς κοινό θνητό, λόγω του πάθους του,
προλαβαίνει η Αγία Γραφή τις υποψίες των ανθρώπων και μας διηγείται
τη δύναμή του και την ανομοιότητα της φύσεώς του με μας:
«Ποιος θα διηγηθεί τη γενιά του; Η ζωή του αποκόπηκε από τη γη.
Εξαιτίας των ανομιών του λαού οδηγήθηκε στο θάνατο.
Ο τάφος του δόθηκε μαζί με τους κακούργους και ο θάνατός του ορίστηκε
με τους πλούσιους. Διότι δεν διέπραξε ανομία, ούτε το στόμα του εκστόμισε
δόλο. Ο Θεός θέλησε να τον καθαρίσει με το πάθος και τις πληγές του».

35. Αλλ ίσως περί μεν της του θανάτου προφητείας ακούσας, ζητείς
και τα περί του σταυρού σημαινόμενα μαθείν. Ουδέ γαρ ουδέ τούτο
σεσιώπηται· δεδήλωται δε και λίαν τηλαυγώς από των αγίων.
Μωϋσής γαρ πρώτος μεγάλη τη φωνή προαπαγγέλλει λέγων·
"Όψεσθε την ζωήν υμών κρεμαμένην απέναντι των οφθαλμών υμών,
και ου μη πιστεύσητε."
Και οι μετ αυτόν δε προφήται πάλιν περί τούτου μαρτυρούσι
λέγοντες· "Εγώ δε ως αρνίον άκακον αγόμενον του θύεσθαι, ουκ
έγνων· επ εμέ ελογίσαντο πονηρόν λέγοντες· δεύτε, και εμβάλωμεν
ξύλον εις τον άρτον αυτού, και εκτρίψωμεν αυτόν από γης ζώντων."
Και πάλιν· "Ώρυξαν χείράς μου και πόδας μου· εξηρίθμησαν πάντα
τα οστά μου, διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς, και επί τον
ιματισμόν μου έβαλον κλήρον."
Θάνατος δε μετέωρος, και εν ξύλω γινόμενος, ουκ άλλος αν είη, ει μη ο
σταυρός· και εν ουδενί πάλιν θανάτω διορύσσονται χείρες και πόδες, ει
μη εν μόνω τω σταυρώ.
Επειδή δε τη του Σωτήρος επιδημία και πάντα τα έθνη πανταχόθεν
επιγινώσκειν τον Θεόν ήρξαντο, ουδέ τούτο απαρασήμαντον
κατέλειψαν· αλλ έστι και περί τούτων μνήμη εν τοις αγίοις γράμμασιν.
"Έσται γαρ, φησίν, η ρίζα του Ιεσσαί, και ο ανιστάμενος άρχειν εθνών,
επ αυτώ έθνη ελπιούσι." Ταύτα μεν ολίγα προς απόδειξιν των
γενομένων.
Πάσα δε γραφή πεπλήρωται διελέγχουσα την Ιουδαίων απιστίαν.
Τις γαρ πώποτε των εν ταις θείαις γραφαίς ιστορηθέντων δικαίων,
και αγίων προφητών, και πατριαρχών, εκ παρθένου μόνης έσχε την
του σώματος γένεσιν; ή τις γυνή χωρίς ανδρός αυτάρκης γέγονε προς
σύστασιν ανθρώπων; ουκ Άβελ μεν εξ Αδάμ γέγονεν, Ενώχ δε εκ του
Ιάρεδ, Νώε εκ Λαμέχ, και Αβραάμ μεν εκ Θάρρα, Ισαάκ δε εξ Αβραάμ,
και Ιακώβ εξ Ισαάκ; ουχί Ιούδας εξ Ιακώβ, και Μωϋσής και Ααρών
εξ Αμεράμ; ου Σαμουήλ του Ελκανά γέγονεν, ου Δαβίδ του Ιεσσαί,
ου Σολομών του Δαβίδ, ουκ Εζεκίας του Άχαζ, ουκ Ιωσίας του
Αμώς, ουχ Ησαΐας του Αμώς, ουχ Ιερεμίας του Χελκίου, ουκ
Ιεζεκιήλ του Βουζί; ουχ έκαστος έσχε τον πατέρα της γενέσεως
αρχηγόν; τις ουν ο εκ παρθένου μόνης γεγονώς; ότι και λίαν εμέλησε
τω προφήτη περί της τούτου σημασίας.
Τίνος δε της γενέσεως προέδραμεν αστήρ εν ουρανοίς, και τον
γεννηθέντα εσήμανε τη οικουμένη; Μωϋσής μεν γαρ γεννώμενος
εκρύπτετο υπό των γονέων· Δαβίδ δε ουδέ τοις εκ γειτόνων ηκούσθη,
όπουγε ουδέ ο μέγας Σαμουήλ αυτόν εγίνωσκεν, αλλ επυνθάνετο,
ει έστιν έτι υιος τω Ιεσσαί· Αβραάμ δε λοιπόν γεγονώς μέγας εγνώσθη
τοις εγγύς. Της δε του Χριστού γενέσεως μάρτυς ουκ άνθρωπος, αλλ
αστήρ φαινόμενος ην εν ουρανώ, όθεν και κατέβαινεν.
   

Ίσως όμως, αφού άκουσες για τις προφητείες σχετικά με το θάνατό του, να
να ζητείς να μάθεις και όσα λέγονται για το σταυρό. Διότι, ούτε κι αυτό το
γεγονός μένει στη σιωπή. Το έχουν δηλώσει οι προφήτες, και μάλιστα πολύ
καθαρά.
Πρώτος ο Μωϋσής το προαναγγέλλει με δυνατή φωνή λέγοντας:
«Θα δείτε αυτόν που είναι η ζωή σας να είναι κρεμασμένος μπροστά στα μάτια
σας, και δεν θα το πιστέψετε».
Και οι μετέπειτα προφήτες πάλι γι’ αυτόν (το σταυρό) δίνουν μαρτυρία,
λέγοντας: «Εγώ ήμουν σαν άκακο αρνί που το οδηγούν στη σφαγή και δεν το
γνώριζα·σκέφτηκαν σε βάρος μου άσχημα και είπαν: εμπρός, ας καταστρέψουμε
το δέντρο μαζί με τον καρπό του, και ας τον εξαφανίσουμε από τους ζωντανούς».
Και αλλού λέει: «Τρύπησαν τα χέρια και τα πόδια μου· μπορούν να μετρήσουν
όλα τα κόκαλά μου· μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα μου και στο πανωφόρι
μου έριξαν κλήρο».
Και δεν υπάρχει άλλος θάνατος στον αέρα και πάνω σε ξύλο παρά μόνον ο
σταυρικός. Και σε κανέναν άλλο θάνατο επίσης δεν τρυπιούνται χέρια και
πόδια παρά μόνον στο σταυρικό.
Και το ότι με την ενανθρώπηση του Χριστού άρχισαν όλα τα έθνη από παντού
να γνωρίζουν τον αληθινό Θεό, κι αυτό οι προφήτες δεν το άφησαν χωρίς να το
πουν· το μνημονεύει η Αγία Γραφή· λέει συγκεκριμμένα: «Αυτός θα είναι η
ρίζα του Ιεσσαί και η σημαία που θα εξουσιάζει τα έθνη· σ’ αυτόν θα
προστρέξουν όλα τα έθνη». Αυτά τα λίγα αρκούν, για ν’ αποδείξουν τα
γεγονότα.
Κάθε προφητεία της Αγίας Γραφής έχει εκπληρωθεί και ελέγχει την απιστία
των Ιουδαίων. Διότι, ποιός ποτέ από τους δικαίους, προφήτες και πατριάρχες,
που διηγείται η Αγία Γραφή, γεννήθηκε σωματικά μόνον από μία παρθένο;
Ή, ποιά γυναίκα, χωρίς άνδρα, κατάφερε μόνη της να φέρει στη ζωή (γεννήσει)
ανθρώπους; Δεν γεννήθηκε ο Άβελ από τον Αδάμ, ο Ενώχ από τον Ιάρεδ,
ο Νώε από τον Λάμεχ, ο Αβραάμ από τον Θάρρα, ο Ισαάκ από τον Αβραάμ και
ο Ιακώβ από τον Ισαάκ; Δεν γεννήθηκε ο Ιούδας από τον Ιακώβ, ο Μωϋσής και
ο Ααρών από τον Αμεράμ; Δεν είναι ο Σαμουήλ του Ελκανά, ο Δαβίδ του
Ιεσσαί, ο Σολομών του Δαβίδ, ο Εζεκίας του Άχαζ, ο Ιωσίας του Αμώς,
ο Ησαΐας του Αμώς, ο Ιερεμίας του Χελκία, ο Ιεζεκιήλ του Βουζί;
Δεν έχει ο καθένας αίτιο της γεννήσεώς του τον πατέρα του;
Ποιος, λοιπόν, γεννήθηκε μόνον από παρθένο κόρη; Διότι πολύ ενδιαφέρθηκε
ο προφήτης να τονίσει τη σημασία αυτού του γεγονότος.
Σε τίνος γέννηση πάλι φάνηκε προηγουμένως να τρέχει στον ουρανό αστέρι,
και ν’ αναγγέλλει σ’ όλη την οικουμένη αυτόν που γεννήθηκε; Τον Μωϋσή π.χ.,
όταν γεννιόταν, οι γονείς του τον έκρυβαν. Τον Δαβίδ δεν τον άκουσαν ούτε οι
γείτονες, ούτε ακόμη ο μεγάλος προφήτης Σαμουήλ· ρωτούσε μάλιστα να μάθει,
αν έχει άλλο παιδί ο Ιεσσαί. Ο Αβραάμ πάλι, μόνον όταν μεγάλωσε, έγινε
γνωστός στους γείτονές του. Για τη γέννηση όμως του Χριστού δεν έχουμε για
μάρτυρα άνθρωπο, αλλά αστέρι που έλαμψε στον ουρανό· από κει που εκείνος
κατέβηκε στη γη.

36. Τις δε πώποτε των γενομένων βασιλέων "πριν ισχύσαι καλείν
πατέρα ή μητέρα" εβασίλευσε και τρόπαια κατά των εχθρών είληφεν;
ου Δαβίδ τριακονταετής εβασίλευσε, και Σαλομών νέος γεγονώς
εβασίλευσεν; Ουκ Ιωάς ετών επτά γενόμενος επί την βασιλείαν
παρήλθε, και ο έτι κατωτέρω Ιωσίας περί έτη γεγονώς επτά της
αρχής αντελάβετο; Αλλά και όμως ούτοι ταύτην άγοντες την ηλικίαν,
ίσχυον καλείν πατέρα ή μητέρα.
Τις ουν άρα εστίν ο σχεδόν πριν γενέσεως βασιλεύων, και σκυλεύων
τους εχθρούς; Τις δε τοιούτος γέγονε βασιλεύς εν τω Ισραήλ, και εν
τω Ιούδα, λεγέτωσαν οι Ιουδαίοι διερευνήσαντες, εφ ον τα έθνη
πάντα την ελπίδα τέθεινται και ειρήνην έσχε;
Και ου μάλλον ηναντιούντο πανταχόθεν αυτοίς; Έως γαρ συνειστήκει
η Ιερουσαλήμ, πόλεμος ην άσπονδος αυτοίς, και εμάχοντο πάντες
προς τον Ισραήλ, Ασσύριοι μεν θλίβοντες, Αιγύπτιοι δε διώκοντες,
Βαβυλώνιοι δε επιβαίνοντες· και το γε θαυμαστόν, ότι και Σύρους τους
εκ γειτόνων αντιπολεμούντας είχον αυτοίς.
Ή ουχί Δαβίδ τους εν Μωάβ επολέμει, και τους Σύρους εξέκοπτεν,
Ιωσίας τους πλησίον εφυλάττετο, και Εζεκίας εδειλία την αλαζονείαν
του Σεναχηρείμ, και Μωϋσεί ο Αμαλήκ εστρατεύετο, και οι Αμορραίοι
ηναντιούντο Ιησού τω του Ναυή, οι την Ιεριχώ κατοικούντες
αντιπαρετάσσοντο; Και όλως άσπονδα ην τοις έθνεσι προς τον
Ισραήλ τα της φιλίας; Τις ουν εστίν εις ον τα έθνη την ελπίδα τίθεται,
άξιον ιδείν· είναι γαρ δεί, επεί και τον προφήτην αδύνατον ψεύσασθαι.
Τίνος δε των αγίων προφητών ή των άνωθεν πατριαρχών ο θάνατος
εν σταυρώ γέγονεν υπέρ της πάντων σωτηρίας; Ή τις ετραυματίσθη
και ανηρέθη υπέρ της πάντων υγείας; Τις δε των δικαίων ή των
βασιλέων κατήλθεν εις Αίγυπτον, και τη τούτου καθόδω τα των
Αιγυπτίων είδωλα πέπαυται; Αβραάμ μεν γαρ κατήλθε, και πάλιν η
ειδωλολατρία κατά πάντων. Μωϋσής εκεί γεγέννηται, και ουδέν
ήττον ην εκεί η των πεπλανημένων θρησκεία.
   

Ποιος πάλι απ’ όσους έγιναν βασιλείς, προτού «μπορέσει να πει το όνομα του
πατέρα ή της μητέρας του», βασίλεψε και πέτυχε νίκες εναντίον των εχθρών;
Ο Δαβίδ δεν βασίλεψε όταν έγινε τριάντα χρονών; Και ο Σολομών νέος δεν
έγινε βασιλιάς; Και ο Ιωάς δεν ανέβηκε στο βασιλικό θρόνο σε ηλικία επτά
ετών; Και ο μετέπειτα Ιωσίας δεν ανέλαβε τη βασιλεία σε ηλικία επτά ετών;
Κι αυτοί όμως, παρόλο που βρίσκονταν σε τόσο μικρή ηλικία, μπορούσαν να
προφέρουν το όνομα του πατέρα ή της μητέρας τους.
Ποιος, λοιπόν, είναι άραγε αυτός που προτού γεννηθεί είναι βασιλιάς και
εξολοθρεύει τους εχθρούς; Ας μας πουν οι Ιουδαίοι ιστορικοί: ποιός βασιλιάς
στο βασίλειο του Ισραήλ και του Ιούδα υπήρξε τέτοιος, στον οποίο να ελπίζουν
όλα τα έθνη και έκαμε την ειρήνη;
Και από παντού δεν επιτίθενταν εναντίον τους; Από τότε που κτίσθηκε
η Ιερουσαλήμ είχαν αδιάκοπο πόλεμο και πολεμούσαν όλοι εναντίον του
Ισραήλ: οι Ασσύριοι τους πίεζαν, οι Αιγύπτιοι τους καταδίωκαν και οι
Βαβυλώνιοι τους κατακτούσαν· και το πιο παράξενο, ακόμη και οι γείτονές
τους, οι Σύριοι, πολεμούσαν εναντίον τους.
Ή μήπως δεν πολεμούσε ο Δαβίδ τους Μωαβίτες και δεν εξολόθρευε τους
Σύριους; Ο Ιωσίας δεν πρόσεχε από τους γείτονές του και ο Εζεκίας δεν
φοβόταν τη φιλοδοξία του Σεναχηρείμ; Οι Αμαληκίτες δεν πολεμούσαν τον
Μωϋσή και οι Αμορραίοι, όπως και οι κάτοικοι της Ιεριχώ, δεν
αντιπαρατάσσονταν στον Ιησού του Ναυή; Και γενικά δεν ήταν τελείως
εχθρικά τα έθνη προς τον Ισραήλ; Αξίζει, λοιπόν, να δούμε ποιός είναι αυτός
στον οποίο ελπίζουν τα έθνη· διότι πρέπει να υπάρχει, αφού ο προφήτης είναι
αδύνατον να λέει ψέμματα.
Ποιος από τους άγιους προφήτες η τους αρχαίους πατριάρχες πέθανε πάνω στο
σταυρό, για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι; Ή ποιός πληγώθηκε και σκοτώθηκε,
για να έχουν όλοι την υγεία τους; Ποιος από τους δίκαιους ή τους βασιλείς
κατέβηκε στην Αίγυπτο, και με την κάθοδό του συνέβηκε να γκρεμιστούν τα
είδωλα των Αιγυπτίων; Κατέβηκε ο Αβραάμ στην Αίγυπτο, αλλά πάλι η
ειδωλολατρία ήταν κυρίαρχη. Ο Μωϋσής εκεί γεννήθηκε, αλλά καθόλου δεν
μειώθηκε η θρησκεία της πλάνης.

37. Τις δε των εν τη γραφή μαρτυρουμένων διωρύχθη τας χείρας και
τους πόδας, ή όλως επί ξύλου κεκρέμασται, και σταυρώ τετελείωται
υπέρ της πάντων σωτηρίας; Αβραάμ μεν γαρ επί κλίνης εκλείπων
απέθανεν· Ισαάκ δε και Ιακώβ και αυτοί εξάραντες τους πόδας επί
κλίνης απέθανον. Μωϋσής και Ααρών εν τω όρει, Δαβίδ εν τω οίκω
τετελεύτηκεν, ουδεμίαν επιβουλήν υπό των λαών παθών. Ει δε και
εζητήθη υπό του Σαούλ, αλλά αβλαβής εσώζετο. Ησαΐας επρίσθη μεν,
αλλ ουκ επί ξύλου κεκρέμασται· Ιερεμίας υβρίσθη, αλλ ου κατακριθείς
απέθανεν· Ιεζεκιήλ έπασχεν, αλλ ουχ υπέρ του λαού, αλλά τα εσόμενα
κατά του λαού σημαίνων.
Έπειτα ούτοι, και πάσχοντες, άνθρωποι ήσαν, οποίοι και πάντες
κατά την της φύσεως ομοιότητα· ο δε σημαινόμενος εκ των γραφών
υπέρ πάντων πάσχειν, ουκ απλώς άνθρωπος, αλλά ζωή πάντων
λέγεται, καν όμοιος κατά την φύσιν τοις ανθρώποις. "Όψεσθε γαρ,
φησί, την ζωήν υμών κρεμαμένην απέναντι των οφθαλμών υμών", και·
"Τήν γενεάν αυτού τις διηγήσεται;"
Πάντων μεν γαρ των αγίων την γενεάν τις δύναται μαθών άνωθεν
διηγήσασθαι τις και πόθεν έκαστος γέγονε· του δε τυγχάνοντος ζωής
αδιήγητον την γενεάν οι θείοι σημαίνουσι λόγοι. Τις ουν εστι, περί ου
ταύτα λέγουσιν αι θείαι γραφαί; ή τις τηλικούτος, ως και τους
προφήτας περί αυτού τοσαύτα προκαταγγέλλειν;
Αλλά γαρ ουδείς άλλος εν ταις γραφαίς ευρίσκεται, πλήν του κοινού
πάντων Σωτήρος του Θεού Λόγου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ούτος γαρ εστιν ο εκ παρθένου προελθών και άνθρωπος επί γης
φανείς και αδιήγητον έχων την κατά σάρκα γενεάν. Ου γαρ εστιν ος
δύναται τον κατά σάρκα πατέρα τούτου λέγειν, ουκ όντος του
σώματος αυτού εξ ανδρός αλλ εκ παρθένου μόνης.
Ώσπερ ουν του Δαβίδ και Μωϋσέως και πάντων των πατριαρχών
τους πατέρας τις γενεαλογείν δύναται, ούτως ουδείς δύναται την
κατά σάρκα γενεάν του Σωτήρος εξ ανδρός διηγήσασθαι. Ούτός εστιν
ο και τον αστέρα σημαίνειν την του σώματος γένεσιν ποιήσας. Έδει
γαρ απ ουρανού κατερχόμενον τον Λόγον, εξ ουρανού και την
σημασίαν έχειν· και έδει τον της κτίσεως βασιλέα προερχόμενον,
εμφανώς υπό πάσης της οικουμένης γινώσκεσθαι.
Αμέλει εν Ιουδαία εγεννάτο, και οι από Περσίδος ήρχοντο
προσκυνήσαι αυτώ. Ούτός εστιν ο και πριν της σωματικής επιφανείας
λαβών την κατά των αντικειμένων δαιμόνων νίκην, και κατά της
ειδωλολατρίας τρόπαια.
Πάντες γούν πανταχόθεν οι από των εθνών, εξομνύμενοι την πάτριον
συνήθειαν και την ειδώλων αθεότητα, προς τον Χριστόν λοιπόν την
ελπίδα τίθενται, και αυτώ καταγράφουσιν εαυτούς, ως και τοις
οφθαλμοίς έξεστιν ιδείν το τοιούτον. Ουδέ γαρ άλλοτε η των
Αιγυπτίων αθεότης πέπαυται, ει μη ότε ο Κύριος του παντός, ως επί
νεφέλης εποχούμενος, τω σώματι κατήλθεν εκεί, και την των ειδώλων
κατήργησε πλάνην, πάντας δε εις εαυτόν και δι εαυτού προς τον
Πατέρα μετήνεγκεν.
Ούτός εστιν ο σταυρωθείς επί μάρτυρι τω ηλίω και τη κτίσει και τοις
αυτώ τον θάνατον προσαγαγούσι· και τω τούτου θανάτω η σωτηρία
πάσι γέγονε, και η κτίσις πάσα λελύτρωται. Ούτός εστιν η πάντων
ζωή, και ο ως πρόβατον υπέρ της πάντων σωτηρίας αντίψυχον το
εαυτού σώμα εις θάνατον παραδούς, καν Ιουδαίοι μη πιστεύωσιν.
   

Απ’ όσους μας διηγείται η Αγία Γραφή, ποιού του τρύπησαν τα χέρια και τα
πόδια; Ή γενικά ποιόν κρέμασαν στο ξύλο και πέθανε πάνω στο σταυρό για
τη σωτηρία όλων; Διότι ο Αβραάμ στο τέλος της ζωής του πέθανε στο κρεβάτι·
ο Ισαάκ και ο Ιακώβ κι αυτοί άπλωσαν τα πόδια τους στο κρεβάτι και πέθαναν.
Ο Μωϋσής και ο Ααρών πέθαναν στο όρος, ο Δαβίδ στο σπίτι του, χωρίς να
υποστεί καμιά επιβουλή από το λαό. Αν και τον καταδίωξε ο Σαούλ,
σώθηκε όμως χωρίς να πάθει τίποτε. Ο Ησαΐας πάλι πριονίστηκε, αλλά δεν
κρεμάστηκε στο ξύλο. Τον Ιερεμία τον έβρισαν, αλλά δεν πέθανε
καταδικασμένος. Ο Ιεζεκιήλ υπέφερε πάθη, όχι όμως για χάρη του λαού, αλλά
για να επισημάνει ποιά δεινά θα συμβούν στο μέλλον στο λαό.
Έπειτα αυτοί, αν και έπασχαν, ήταν άνθρωποι, όμοιοι στη φύση με όλους.
Αυτός όμως, για τον οποίο προφητεύουν οι Γραφές ότι θα θυσιαστεί για χάρη
όλων, δεν ήταν απλός άνθρωπος, αλλά η ζωή όλων, αν και στη φύση είναι
όμοιος με τους ανθρώπους. Διότι λέει η Γραφή: «Θα δείτε αυτόν που είναι η
ζωή σας να είναι κρεμασμένος μπροστά στα μάτια σας»· και αλλού λέει:
«Ποιος θα διηγηθεί για τη γενιά του;».
Διότι, την καταγωγή όλων των αγίων, αφού την πληροφορηθεί κάποιος, μπορεί
να την πει, ποιός είναι ο καθένας και από που κατάγεται· αυτός όμως που είναι
η ζωή,η καταγωγή του είναι ανεκδιήγητη, όπως λέει η Αγία Γραφή. Ποιος είναι,
λοιπόν, αυτός για τον οποίο λέει αυτά η Αγία Γραφή; Ή ποιός είναι τόσο
σπουδαίος, ώστε και οι προφήτες να προαναγγέλλουν τόσα πολλά γι’ αυτόν;
Διότι, κανένας άλλος δεν βρίσκεται τόσο μεγάλος μέσα στην Αγία Γραφή,
εκτός από τον κοινό Σωτήρα όλων, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, το Λόγο του
Θεού. Διότι αυτός είναι που γεννήθηκε από παρθένο κόρη και ενανθρώπησε
και έχει άγνωστη την ανθρώπινη ρίζα της γενιάς του. Δεν υπάρχει κανείς που
να μπορεί να ονομάσει τον σαρκικό πατέρα του, διότι το σώμα του δεν
προήλθε από άνδρα αλλά μόνον από παρθένο κόρη.
Όπως λοιπόν μπορεί ν’ αναζητήσει κάποιος το γενεαλογικό δέντρο του Δαβίδ,
του Μωϋσή και όλων των πατριαρχών, έτσι δεν μπορεί ν’ απαριθμήσει την
ανθρώπινη ρίζα του Σωτήρα από την πλευρά του πατέρα. Αυτός είναι που
δημιούργησε το αστέρι, για να δηλώσει τη σωματική του γέννηση. Διότι
έπρεπε, αφού από τον ουρανό κατέβηκε ο Λόγος, και από τον ουρανό να δοθεί
το μήνυμα της γεννήσεώς του. Και έπρεπε, εφόσον ο ερχόμενος ήταν ο
βασιλιάς της κτίσεως, να τον γνωρίζει ξεκάθαρα όλη η οικουμένη.
Αν και γεννήθηκε στην Ιουδαία, έρχονταν να τον προσκυνήσουν
οι Πέρσες. Αυτός είναι που και πριν από την ενανθρώπησή του
πήρε τη νίκη ενάντια στους αντίπαλους δαίμονες και τα τρόπαια ενάντια
στην ειδωλολατρία.
Όλοι, λοιπόν, οι ειδωλολάτρες απ’ όλα τα έθνη απαρνήθηκαν τις
πατροπαράδοτες συνήθειές τους και την αθεΐα των ειδώλων· εναποθέτουν
λοιπόν την ελπίδα τους στο Χριστό και γίνονται στρατιώτες του, πράγμα που
είναι δυνατόν να το δούμε με τα μάτια μας. Διότι ποτέ άλλοτε δεν είχε παύσει
η αθεΐα των Αιγυπτίων, παρά μόνον όταν ο Παντοκράτωρ Κύριος κατέβηκε
εκεί σωματικά, σαν να ήταν πάνω σε σύννεφο· κατάργησε εκεί την πλάνη
των ειδώλων και όλους τους τράβηξε κοντά του και τους οδήγησε στη
συνέχεια προς τον Πατέρα του.
Αυτός είναι εκείνος που σταυρώθηκε με μάρτυρα τον ήλιο και την κτίση και
αυτούς που τον θανάτωσαν. Και με το θάνατό του συντελέστηκε η σωτηρία
όλων και λυτρώθηκε όλη η κτίση. Αυτός είναι η ζωή όλων, και εκείνος που
παράδωσε σαν πρόβατο το σώμα του σε θάνατο για τη σωτηρία όλων,
αν και οι Ιουδαίοι δεν τον πιστεύουν.

38. Ει γαρ μη αυτάρκη νομίζουσι ταύτα, καν εξ ετέρων πειθέσθωσαν
αφ ων αυτοί πάλιν έχουσι λογίων. Περί τίνος γαρ λέγουσιν οι
προφήται· "Εμφανής εγενόμην τοις εμέ μη ζητούσιν, ευρέθην τοις εμέ
μη επερωτώσιν· είπα ιδού ειμι τω έθνει οί ουκ εκάλεσάν μου το όνομα·
εξεπέτασα τας χείράς μου προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα;"
Τις ουν εστιν ο εμφανής γενόμενος; Είποι τις προς Ιουδαίους· ει μεν
γαρ ο προφήτης εστί, λεγέτωσαν πότε εκρύπτετο, ίνα και ύστερον
φανή· Ποίος δε ούτός εστιν ο προφήτης ο και εμφανής εξ αφανών
γενόμενος, και τας χείρας εκπετάσας επί σταυρού; Τών μεν ουν
δικαίων ουδείς, μόνος δε ο του Θεού Λόγος, ο ασώματος ων την φύσιν
και δι ημάς σώματι φανείς και υπέρ ημών παθών.
Ή ει μηδέ τούτο αύταρκες αυτοίς, καν εξ ετέρων δυσωπείσθωσαν,
ούτως εναργή τον έλεγχον ορώντες· φησί γαρ η γραφή· "Ισχύσατε
χείρες ανειμέναι και γόνατα παραλελυμένα· παρακαλέσατε οι
ολιγόψυχοι τη διανοία· ισχύσατε, μη φοβείσθε· ιδού ο Θεός ημών
κρίσιν ανταποδίδωσιν, αυτός ήξει και σώσει ημάς· τότε ανοιχθήσονται
οφθαλμοί τυφλών, και ώτα κωφών ακούσονται· τότε αλείται ως
έλαφος ο χωλός, και τρανή έσται γλώσσα μογγιλάλων."
Τι τοίνυν και περί τούτου δύνανται λέγειν, ή Πως όλως και προς
τούτο τολμώσιν αντιβλέπειν; Η μεν γαρ προφητεία Θεόν επιδημείν
σημαίνει, τα δε σημεία και τον χρόνον της παρουσίας γνωρίζει· το τε
γαρ τυφλούς αναβλέπειν, και χωλούς περιπατείν, και κωφούς ακούειν,
και τρανούσθαι μογγιλάλων την γλώσσαν, επί τη γενομένη θεία
παρουσία λέγουσι. Πότε τοίνυν γέγονε τοιαύτα σημεία εν τω Ισραήλ
ή που τοιούτόν τι γέγονεν εν τη Ιουδαία, λεγέτωσαν.
Λεπρός εκαθαρίσθη Ναιμάν, αλλ ου κωφός ήκουσεν, ουδέ χωλός
περιεπάτησε. Νεκρόν ήγειρεν Ηλίας και Ελισσαίος, αλλ ουκ εκ γενετής
ανέβλεψε τυφλός. Μέγα μεν γαρ και το εγείραι νεκρόν αληθώς, αλλ ου
τοιούτον, οποίον το παρά του Σωτήρος θαύμα. Πλήν ει το περί του
λεπρού και του νεκρού της χήρας ου σεσιώπηκεν η γραφή, πάντως ει
εγεγόνει και χωλόν περιπατείν και τυφλόν αναβλέπειν, ουκ αν παρήκε
του δηλώσαι και ταύτα ο λόγος. Επειδή δε σεσιώπηται εν ταις
γραφαίς, δήλόν εστι μη γεγενήσθαι ταύτα πρότερον.
Πότε ουν γέγονε ταύτα, ει μη ότε αυτός ο του Θεού Λόγος εν σώματι
παραγέγονε; Πότε δε παραγέγονεν, ει μη ότε χωλοί περιεπάτησαν,
και μογγιλάλοι ετρανώθησαν, και κωφοί ήκουσαν, και τυφλοί εκ
γενετής ανέβλεψαν; Δια τούτο γαρ και οι τότε θεωρούντες Ιουδαίοι
έλεγον, ως ουκ άλλοτε ταύτα γενόμενα ακούσαντες· "Εκ του αιώνος
ουκ ηκούσθη, ότι ανέωξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου· ει μη ην
ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν."
   

Εάν βέβαια δεν τα θεωρούν αυτά αρκετά για να τους πείσουν, ας πεισθούν
τουλάχιστον από άλλες προφητείες που αυτοί πάλι έχουν. Διότι, για ποιόν λένε
οι προφήτες: «Φανερώθηκα σ’ αυτούς που δεν με αναζητούσαν· βρέθηκα απ’
αυτούς που δεν ρωτούσαν για μένα· είπα, να εγώ είμαι σε έθνος που δεν
αποκαλεί το όνομά μου· άπλωσα τα χέρια μου σ’ έναν απειθή λαό που αντιδρά»;
Θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος τους Ιουδαίους: ποιός είναι λοιπόν αυτός
που εμφανίστηκε; Εάν είναι προφήτης, ας μας πουν πότε κρυβόταν, για να
εμφανιστεί έπειτα. Και ποιός είναι αυτός ο προφήτης που κρυβόταν κι
εμφανίστηκε έπειτα, και άπλωσε τα χέρια του πάνω στο σταυρό; Δεν είναι
κανείς από τους δίκαιους· είναι μόνον ο Λόγος του Θεού, που είναι ασώματος
στη φύση του, αλλά για χάρη μας πήρε σώμα και έπαθε για τη σωτηρία μας.
Εάν και αυτό δεν τους ικανοποιεί, τουλάχιστον ας ντραπούν από τα υπόλοιπα,
διότι θα δουν σ’ αυτά φανερή την απόδειξη. Διότι λέει η Αγία Γραφή: «Πάρτε
δύναμη τα αποκαμωμένα χέρια και τα παράλυτα πόδια· να πείτε σ’ όσους
φοβούνται: να είστε δυνατοί, μη φοβόσαστε· διότι, να, ο Θεός μας θα ρθει να
εκδικηθεί, αυτός θα έρθει και θα μας σώσει. Τότε τα μάτια των τυφλών θ’
ανοιχτούν και τ’ αυτιά των κουφών θ’ ακούσουν· τότε θα πηδάει σαν ελάφι
ο κουτσός και η γλώσσα των μουγγών θα λέει πολλά».
Τι λοιπόν μπορούν να πουν και γι’ αυτή την προφητεία, ή Πως τολμούν να τη
βλέπουν μπροστά τους; Διότι η προφητεία δηλώνει ότι ο Θεός θα ενανθρωπίσει
και κάνει γνωστά τα σημάδια και το χρόνο της παρουσίας του. Το ότι οι τυφλοί
βλέπουν, οι κουτσοί περπατούν, οι κουφοί ακούν και η γλώσσα των μουγγών
λέει πολλά, όλα αυτά (τα θαυμαστά σημεία) τα λέει για το γεγονός της
σαρκώσεως του Θεού. Ας πουν, πότε συνέβησαν τέτοια μεγάλα σημεία στο
(βασίλειο του) Ισραήλ ή σε κάποιο μέρος (του βασιλείου) της Ιουδαίας;
Καθαρίστηκε βέβαια από τη λέπρα ο Ναιμάν, αλλά κανείς κουφός δεν άκουσε
ούτε κουτσός περπάτησε. Ανάστησαν νεκρό ο Ηλίας και ο Ελισσαίος, αλλά δεν
είδε το φως τυφλός από γεννησιμιού του. Είναι σπουδαίο πράγματι ν’
αναστηθεί νεκρός, αλλ’ όχι τόσο σπουδαίο σαν τα θαύματα του Σωτήρα.
Μάλιστα,εφόσον η Γραφή δεν αποσιώπησε το θαύμα του λεπρού και του
νεκρού παιδιού της χήρας, σίγουρα δεν θα παρέλειπε να πει κι αν συνέβαινε
κουτσός να
περπατήσει και τυφλός να δει. Επειδή όμως δεν τα αναφέρει η Αγία
Γραφή, είναι φανερό ότι δεν είχαν συμβεί αυτά προηγουμένως.
Πότε λοιπόν συνέβησαν αυτά, παρά μόνον όταν ενανθρώπισε ο Λόγος του
Θεού; Και πότε ήρθε, παρά όταν οι κουτσοί περπάτησαν, οι μουγγοί
μίλησαν, οι κουφοί άκουσαν και οι τυφλοί από τη γέννα τους είδαν το φως;
Γι’ αυτό το λόγο και οι Ιουδαίοι που τα έβλεπαν αυτά τότε έλεγαν, ότι δεν
έχουν ακούσει να γίνονται τέτοια θαυμαστά γεγονότα παλαιότερα: «Ποτέ δεν
ακούστηκε ότι άνοιξε κάποιος τα μάτια εκ γενετής τυφλού· εάν αυτός που το
έκανε δεν ήταν από το Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε».

39. Αλλ ίσως και αυτοί μη δυνάμενοι προς τα φανερά διαμάχεσθαι,
ουκ αρνήσονται μεν τα γεγραμμένα, προσδοκάν δε ταύτα και μηδέπω
παραγεγενήσθαι τον Θεόν Λόγον διαβεβαιώσονται. Τούτο γαρ άνω
και κάτω θρυλλούντες, ουκ ερυθριώσιν αναιδευόμενοι προς τα
φαινόμενα.
Αλλά περί τούτου και προ πάντων μάλλον ελεγχθήσονται, ου παρ
ημών, αλλά παρά του σοφωτάτου Δανιήλ σημαίνοντος και τον
παρόντα καιρόν, και την θείαν του Σωτήρος επιδημίαν, λέγοντος·
"Εβδομήκοντα εβδομάδες συνετμήθησαν επί τον λαόν σου, και επί την
πόλιν την αγίαν, του συντελεσθήναι αμαρτίαν, και του σφραγισθήναι
αμαρτίας, και απαλείψαι τας αδικίας, και του εξιλάσασθαι τας αδικίας,
και του αγαγείν δικαιοσύνην αιώνιον, και του σφραγίσαι όρασιν και
προφήτην, και του χρίσαι άγιον αγίων· και γνώση και συνήσεις από
εξόδου λόγου του αποκριθήναι, και του οικοδομήσαι Ιερουσαλήμ, έως
Χριστού ηγουμένου."
Ίσως επί τοις άλλοις καν προφάσεις ευρίσκειν δύνανται, και εις
μέλλοντα χρόνον αναβάλλεσθαι τα γεγραμμένα. Τι δε προς ταύτα
λέγειν ή όλως αντωπήσαι δύνανται; όπουγε και ο Χριστός σημαίνεται,
και ο χριόμενος ουκ άνθρωπος απλώς αλλ Άγιος αγίων είναι
καταγγέλλεται, και έως της παρουσίας αυτού Ιερουσαλήμ συνίσταται,
και λοιπόν παύεται προφήτης και όρασις εν τω Ισραήλ.
Εχρίσθη πάλαι Δαβίδ, και Σολομών, και Εζεκίας, αλλά και πάλιν
Ιερουσαλήμ και ο τόπος συνειστήκει, και προφήται προεφήτευον, Γάδ,
και Ασάφ, και Νάθαν, και μετ αυτούς Ησαΐας, και Ωσήε, και Αμώς,
και άλλοι. Έπειτα και αυτοί οι χρισθέντες άνθρωποι άγιοι εκλήθησαν,
και ουχ άγιοι αγίων.
Αλλ εάν την αιχμαλωσίαν προβάλλωνται, και δι αυτήν μη είναι
λέγωσι την Ιερουσαλήμ, τι και περί των προφητών αν είποιεν; και
γαρ πάλαι καταβαίνοντος του λαού εις Βαβυλώνα, ήσαν εκεί Δανιήλ
και Ιερεμίας· προεφήτευον δε Ιεζεκιήλ και Αγγαίος και Ζαχαρίας.
   

Ίσως όμως κι αυτοί, επειδή δεν μπορούν φανερά ν’ αντιμάχονται, δεν θ’
αρνηθούν όσα λέει η Αγία Γραφή· θα υποστηρίξουν όμως ότι αυτά ακόμη τα
περιμένουν να γίνουν, και θα βεβαιώσουν ότι δεν ήλθε ακόμη ο Λόγος του
Θεού. Αυτά τα διαδίδουν δεξιά κι αριστερά και δεν ντρέπονται που
αμφισβητούν τα γεγονότα.
Γι’ αυτό όμως θα δεχθούν πάνω απ’ όλα σφοδρό έλεγχο, όχι από μας, αλλά
από τον σοφότατο προφήτη Δανιήλ, ο οποίος καθορίζει και τον ακριβή
χρόνο της θείας ενανθρωπήσεως του Σωτήρα· λέει συγκεκριμμένα:
«Εβδομήντα εβδομάδες ορίστηκαν για το λαό σου και για την αγία πόλη σου,
ώστε να συντελεστεί η παράβαση και να τελειώσουν όλες οι αμαρτίες·
ν’ απαλειφτούν οι αδικίες και να γίνει εξιλέωση για την ανομία·
να εισαχθεί αιώνια δικαιοσύνη, να σφραγιστεί η όραση και η προφητεία και
να χριστεί ο Άγιος των αγίων. Γνώρισε λοιπόν και εννόησε ότι από την έκδοση
του διατάγματος, για ν’ ανοικοδομηθεί πάλι η Ιερουσαλήμ, έως που θα έρθει
ο Χριστός Ηγήτορας…».
Ίσως για τα άλλα να μπορούν να βρουν προφάσεις και ν’ αναβάλλουν για
μελλοντικό χρόνο την εκπλήρωση των προφητειών. Γι’ αυτά όμως τι μπορεί να
πουν ή Πως να τ’ αντιμετωπίσουν; Εδώ ολοφάνερα προφητεύεται ο Χριστός,
και ο χριόμενος δεν ομολογείται απλός άνθρωπος αλλά Άγιος των αγίων·
η Ιερουσαλήμ υπάρχει έως την παρουσία του, και στο εξής σταματούν να
υπάρχουν προφήτες και (μελλοντικά) οράματα στον Ισραήλ.
Χρίστηκε παλαιότερα ο Δαβίδ, ο Σολομών, ο Εζεκίας, αλλά και πάλι η
Ιερουσαλήμ και ο τόπος της εξακολουθούσαν να υπάρχουν· οι προφήτες
συνέχιζαν να προφητεύουν, όπως ο Γάδ, ο Ασάφ, ο Νάθαν, μετέπειτα ο Ησαΐας,
ο Ωσηέ, ο Αμώς και άλλοι. Έπειτα κι αυτοί που χρίστηκαν ονομάστηκαν άγιοι
άνθρωποι, όχι όμως άγιοι των αγίων.
Αλλά, εάν προβάλλουν ως επιχείρημα την αιχμαλωσία και ισχυρίζονται ότι
εξαιτίας της δεν θα υπάρχει η Ιερουσαλήμ, τι μπορούν να πουν και για τους
προφήτες (ότι δεν θα υπάρχουν); Διότι και παλαιότερα, όταν ο λαός εξοριζόταν
στη Βαβυλώνα, παρ’ όλ’ αυτά ήταν μαζί εκεί ο Δανιήλ και ο Ιερεμίας· και
προφήτευαν επίσης ο Ιεζεκιήλ, ο Αγγαίος και ο Ζαχαρίας.

40. Ουκούν μυθολογούσιν Ιουδαίοι, και παρόντα τον νυν καιρόν
υπερτίθενται. Πότε γαρ επαύσατο προφήτης ή όρασις από του
Ισραήλ, ει μη νυν ότε ο Άγιος των αγίων Χριστός παρεγένετο;
σημείον γαρ και μέγα γνώρισμα της του Θεού Λόγου παρουσίας, το
μηκέτι μήτε την Ιερουσαλήμ εστάναι, μήτε προφήτην εγερθήναι, μήτε
όρασιν αποκαλύπτεσθαι τούτοις, και μάλα εικότως.
Ελθόντος γαρ του σημαινομένου, τις έτι χρεία των σημαινόντων ην;
Και παρούσης της Αληθείας, τις έτι χρεία της σκιάς ην; Δια τούτο γαρ
και προεφήτευον έως αν έλθη η Αυτοδικαιοσύνη και ο λυτρούμενος τας
πάντων αμαρτίας. Δια τούτο και Ιερουσαλήμ επί τοσούτον
συνειστήκει, ίν εκεί προμελετώσι της αληθείας τους τύπους.
Παρόντος τοίνυν του Αγίου των αγίων, εικότως εσφραγίσθη και
όρασις και προφητεία, και η της Ιερουσαλήμ βασιλεία πέπαυται. Επί
τοσούτον γαρ εχρίοντο παρ αυτοίς βασιλείς, έως αν εχρίσθη ο Άγιος
των αγίων· και Μωϋσής δε έως αυτού την Ιουδαίων ίστασθαι
βασιλείαν προφητεύει λέγων· "Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα, και
ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως αν έλθη τα αποκείμενα αυτώ,
και αυτός προσδοκία εθνών."
Όθεν και αυτός ο Σωτήρ εβόα λέγων· "Ο νόμος και οι προφήται έως
Ιωάννου προεφήτευσαν." Ει μεν ουν εστί παρά Ιουδαίοις νυν
βασιλεύς ή προφήτης ή όρασις, καλώς αρνούνται τον ελθόντα
Χριστόν. Ει δε μήτε βασιλεύς μήτε όρασις, αλλ εσφράγισται λοιπόν και
πάσα προφητεία, και η πόλις και ο ναός εάλω, τι τοσούτον ασεβούσι
και παραβαίνουσιν, ως τα μεν γενόμενα οράν, τον δε ταύτα
πεποιηκότα Χριστόν αρνείσθαι;
τι δε και τους από των εθνών θεωρούντες καταλιμπάνοντας τα
είδωλα, και επί τον Θεόν Ισραήλ δια του Χριστού έχοντας την ελπίδα,
αρνούνται τον εκ της ρίζης Ιεσσαί κατά σάρκα γενόμενον Χριστόν και
βασιλεύοντα λοιπόν; ει μεν γαρ άλλον εθρήσκευον τα έθνη θεόν, αλλά
μη τον Θεόν Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ και Μωϋσέως ωμολόγουν,
καλώς αν πάλιν προεφασίζοντο μη εληλυθέναι τον Θεόν.
Ει δε τον Μωϋσή δεδωκότα τον νόμον και τω Αβραάμ
επαγγειλάμενον Θεόν, και ου τον λόγον ητίμασαν Ιουδαίοι, τούτον
τα έθνη σέβουσι, δια τι μη γινώσκουσι, μάλλον δε δια τι εκόντες
παρορώσιν, ότι ο προφητευόμενος υπό των γραφών Κύριος επέλαμψε
τη οικουμένη και επεφάνη σωματικώς αυτή, καθώς είπεν η γραφή·
"Κύριος ο Θεός επέφανεν ημίν", και πάλιν· "Εξαπέστειλε τον Λόγον
αυτού και ιάσατο αυτούς", και πάλιν· "Ου πρέσβυς, ουκ άγγελος, αλλ
αυτός ο Κύριος έσωσεν αυτούς."
Όμοιον δε πάσχουσιν, ως ει τις παραπεπληγώς την διάνοιαν, την μεν
γην φωτιζομένην υπό του ηλίου βλέποι, τον δε ταύτην φωτίζοντα
ήλιον αρνείται. Τι γαρ και πλείον ελθών ο προσδοκώμενος παρ αυτοίς
έχει ποιήσαι; Καλέσαι τα έθνη; Αλλ έφθασαν κληθήναι. Αλλά παύσαι
προφήτην, και βασιλέα, και όρασιν; Γέγονεν ήδη και τούτο. Τήν
ειδώλων αθεότητα διελέγξαι; Διηλέγχθη ήδη και κατεγνώσθη. Αλλά
τον θάνατον καταργήσαι; Κατήργηται ήδη.
Τι τοίνυν ου γέγονεν, ό δεί τον Χριστόν ποιήσαι; ή τι περιλείπεται, ό
μη πεπλήρωται, ίνα νυν χαίρωσιν Ιουδαίοι και απιστώσιν; Ει γαρ δη,
ώσπερ ουν και ορώμεν, ούτε βασιλεύς, ούτε προφήτης, ούτε
Ιερουσαλήμ, ούτε θυσία, ούτε όρασίς εστι παρ αυτοίς· αλλά και πάσα
πεπλήρωται η γη της γνώσεως του Θεού, και οι από των εθνών
καταλιμπάνοντες την αθεότητα, λοιπόν προς τον Θεόν Αβραάμ
καταφεύγουσι δια του Λόγου, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού·
δήλον αν είη και τοις λίαν αναισχυντούσιν εληλυθέναι τον Χριστόν,
και αυτόν πάντας απλώς τω εαυτού φωτί καταλάμψαντα, και
διδάξαντα περί του εαυτού Πατρός την αληθή και θείαν διδασκαλίαν.
Ιουδαίους μεν ουν αν τις εκ τούτων και των πλειόνων παρά των
θείων γραφών εικότως ελέγξειεν.
   

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, λένε παραμύθια και ενώ (οι προφητείες) εκπληρώθηκαν
στον παρόντα χρόνο, αυτοί τις τοποθετούν στο μέλλον. Διότι, πότε έπαψαν οι
προφητείες και τα οράματα στον Ισραήλ παρά μόνον όταν ήλθε ο Χριστός, ο
Άγιος των αγίων; Μεγάλη απόδειξη και γνώρισμα της παρουσίας του Λόγου
του Θεού είναι ότι η Ιερουσαλήμ δεν θα υπάρχει πλέον ούτε προφήτης θ’
αναδειχθεί ούτε οράματα θ’ αποκαλύπτονται, και αυτά είναι πολύ φυσιολογικά.
Διότι, αφού ήλθε αυτός, για τον οποίο λέγονταν οι προφητείες, τι χρειάζονται
πλέον αυτές; Όταν είναι παρούσα η Αλήθεια, τι χρειάζεται η σκιά της. Γι’ αυτό
και δίκαια προφήτευαν έως ότου έλθει η ίδια η Δικαιοσύνη και ο Λυτρωτής
των αμαρτιών όλων. Και η Ιερουσαλήμ υπήρχε για τόσο καιρό, για να
προσχεδιάζονται εκεί οι προτυπώσεις της αλήθειας.
Όταν λοιπόν ήρθε ο Άγιος των αγίων, εύλογα σταμάτησαν και τα οράματα και
οι προφητείες· και καταργήθηκε η βασιλεία της Ιερουσαλήμ. Μέχρι τότε
χρίονταν σ’ αυτούς βασιλείς, έως ότου χρίστηκε ο Άγιος των αγίων.
Και ο Μωϋσής προφητεύει ότι θα υφίσταται η βασιλεία των Ιουδαίων μέχρι
αυτόν (το Χριστό), λέγοντας: «Δεν θα λείψει άρχοντας από τη φυλή του Ιούδα
και Ηγήτορας από τη γενιά του, έως ότου έλθει ο αναμενόμενος· αυτός θα
είναι η προσδοκία των εθνών».
Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Σωτήρας έλεγε ξεκάθαρα: «Ο νόμος και οι προφήτες
είχαν ισχύ έως τον Ιωάννη (Πρόδρομο)». Εάν, λοιπόν, υπάρχει τώρα στους
Ιουδαίους βασιλιάς, προφήτης ή όραμα, καλά κάνουν και αρνούνται το Χριστό
που ήλθε. Εάν όμως δεν έχουν ούτε βασιλιά ούτε οράματα, αλλά έχει
σταματήσει κάθε προφητεία και έχει κυριευθεί η πόλη και ο ναός (του
Σολομώντα), γιατί τόσο ασεβούν και γίνονται παραβάτες; Ενώ βλέπουν
καθαρά τα γεγονότα, τον Χριστό όμως που τα κάνει τον αρνούνται.
Και ενώ βλέπουν τους ειδωλολάτρες να εγκαταλείπουν τα είδωλα και να
ελπίζουν μέσω του Χριστού στο Θεό του Ισραήλ, γιατί αρνούνται τον
Χριστό που σαρκώθηκε από τη γενιά του Ιεσσαί και είναι στο εξής ο βασιλιάς
τους; Διότι, εάν οι ειδωλολάτρες λάτρευαν άλλο θεό και δεν πίστευαν το Θεό
του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ και του Μωϋσή, καλά θα έκαναν πάλι και
θα προφασίζονταν ότι δεν σαρκώθηκε ο αληθινός Θεός.
Εάν όμως οι ειδωλολάτρες προσκυνούν το Θεό που έδωσε το νόμο στον
Μωϋσή και τις υποσχέσεις στον Αβραάμ, και του οποίου το λόγο οι Ιουδαίοι
τον περιφρόνησαν, γιατί δεν γνωρίζουν ή, καλύτερα, γιατί με τη θέλησή τους
παραβλέπουν ότι ο Κύριος, τον οποίο προφήτευσαν οι Γραφές, έλαμψε στον
κόσμο και φανερώθηκε με σώμα σ’ αυτόν, όπως το είπε η Αγία Γραφή:
«Ο Θεός Κύριος φανερώθηκε σε μας»· και αλλού λέει: «Έστειλε στη γη το
Λόγο του και τους θεράπευσε»· και αλλού πάλι λέει: «Όχι πρεσβευτής ούτε
αγγελιαφόρος αλλά ο ίδιος ο Κύριος τους έσωσε»;
Παθαίνουν κάτι παρόμοιο με έναν που είναι διανοητικά ανάπηρος: ενώ βλέπει
τη γη να φωτίζεται από τον ήλιο, αρνείται όμως τον ήλιο που τη φωτίζει.
Διότι, τι περισσότερο μπορεί να κάνει αυτός τον οποίο εκείνοι προσδοκούν να
έλθει; Να προσκαλέσει τα έθνη; Αλλά πρόφθασαν να κληθούν. Να σταματήσει
τις προφητείες, τη βασιλεία, τα οράματα; Κι αυτό ήδη έχει γίνει. Μήπως να
ελέγξει την αθεΐα των ειδώλων; Ελέγχθηκε ήδη και έχει καταδικαστεί. Αλλά
μήπως να καταργήσει το θάνατο; Ήδη έχει καταργηθεί.
Τι, λοιπόν, δεν έχει γίνει και πρέπει να το κάνει ο Χριστός; Τι λείπει, για να
συμπληρωθεί; ώστε, να μη χαιρεκακούν οι Ιουδαίοι και απιστούν; Διότι εάν,
πράγμα που και το βλέπουμε, δεν υπάρχει σ’ αυτούς ούτε βασιλιάς ούτε
προφήτης ούτε Ιερουσαλήμ ούτε θυσίες ούτε οράματα· αλλά, έχει γεμίσει όλη
η γη τη γνώση του Θεού· και οι ειδωλολάτρες αφήνουν την αθεΐα των
ειδώλων και καταφεύγουν προς το Θεό του Αβραάμ, με την πίστη στο Λόγο,
δηλαδή τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Μετά απ’ όλ’ αυτά, είναι ολοφάνερο,
ακόμη και στους πιο ξεδιάντροπους, ότι έχει έλθει στη γη ο Χριστός·
έχει φωτίσει με το φως του όλους γενικά και δίδαξε την αληθινή θεία
διδασκαλία για τον Πατέρα του.
Μ’ αυτά, λοιπόν, και με άλλα περισσότερα επιχειρήματα, που περιέχει η Αγία
Γραφή, εύλογα μπορεί κάποιος να ελέγξει τους Ιουδαίους.

41. Έλληνας δε και πάνυ τις θαυμάσειε γελώντας μεν τα αχλεύαστα,
πεπηρωμένους δε επί τη εαυτών αισχύνη, ην εν λίθοις και ξύλοις
αναθέντες ουχ ορώσι.
Πλήν ουκ απορούντος εν αποδείξεσι του παρ ημίν λόγου, φέρε και
τούτους εκ των ευλόγων δυσωπήσωμεν, μάλιστα αφ ων και αυτοί
ημείς ορώμεν. Τι γαρ άτοπον, ή τι χλεύης παρ ημίν άξιον; Ή πάντως
ότι τον Λόγον εν σώματι πεφανερώσθαι λέγομεν; Αλλά τούτο και
αυτοί συνομολογήσουσι μη ατόπως γεγενήσθαι, εάνπερ της αληθείας
γένωνται φίλοι. Ει μεν ουν όλως αρνούνται Λόγον είναι Θεού,
περιττώς ποιούσι, περί ου μη ίσασι χλευάζοντες.
Ει δε ομολογούσιν είναι Λόγον Θεού, και τούτον Ηγεμόνα του
παντός, και εν αυτώ τον Πατέρα δεδημιουργηκέναι την κτίσιν, και τη
τούτου προνοία τα όλα φωτίζεσθαι και ζωογονείσθαι και είναι, και επί
πάντων αυτόν βασιλεύειν, ως εκ των έργων της προνοίας
γινώσκεσθαι αυτόν και δι αυτού τον Πατέρα· σκόπει, παρακαλώ,
ει μη την χλεύην καθ εαυτών κινούντες αγνοούσι.
Τόν κόσμον σώμα μέγα φασίν είναι οι των Ελλήνων φιλόσοφοι, και
αληθεύουσι λέγοντες. Ορώμεν γαρ αυτόν και τα τούτου μέρη ταις
αισθήσεσιν υποπίπτοντα. Ει τοίνυν εν τω κόσμω σώματι όντι ο του
Θεού Λόγος εστί, και εν όλοις και τοις κατά μέρος αυτού πάσιν
επιβέβηκε, τι θαυμαστόν ή τι άτοπον ει και εν ανθρώπω φαμέν αυτόν
επιβεβηκέναι;
Ει γαρ άτοπον όλως εν σώματι αυτόν γενέσθαι, άτοπον αν είη και εν
τω παντί τούτον επιβεβηκέναι, και τα πάντα τη προνοία εαυτού
φωτίζειν και κινείν· σώμα γαρ εστι και το όλον.
Ει δε τω κόσμω τούτον επιβαίνειν και εν όλω αυτόν γνωρίζεσθαι
πρέπει, πρέποι αν και εν ανθρωπίνω σώματι αυτόν επιφαίνεσθαι, και
υπ αυτού τούτο φωτίζεσθαι και ενεργείν. Μέρος γαρ του παντός και
το ανθρώπων εστί γένος. Και ει το μέρος απρεπές εστιν όργανον
αυτού γίνεσθαι προς την της θεότητος γνώσιν, ατοπώτατον αν είη
και δι όλου του κόσμου γνωρίζεσθαι τον τοιούτον.
   

Είναι ν’ απορεί κανείς με τους ειδωλολάτρες διότι από τη μια κοροϊδεύουν
αυτά που δεν πρέπει, κι από την άλλη τυφλώνονται από τα πάθη τους και
λατρεύουν πέτρες και ξύλα.
Όμως, επειδή δεν είναι φτωχός ο λόγος μας σε αποδείξεις, ας επιχειρήσουμε
να πείσουμε κι αυτούς από τα ευνόητα, και μάλιστα απ’ αυτά τα οποία
βλέπουμε οι ίδιοι. Διότι, τι το άτοπο άξιο χλευασμού υπάρχει σε μας, εκτός του
ότι λέμε ότι ο Λόγος φανερώθηκε με σώμα; Αλλά θα συμφωνήσουν και οι
ίδιοι ότι το γεγονός αυτό (της σαρκώσεως) δεν είναι παράλογο, εφόσον βέβαια
αγαπούν την αλήθεια. Διότι, εάν αρνούνται τελείως ότι υπάρχει ο Λόγος του
Θεού, είναι περιττό να χλευάζουν αυτό που δεν παραδέχονται.
Εάν όμως παραδέχονται ότι υπάρχει ο Λόγος του Θεού και εξουσιάζει τα
πάντα· ότι με Αυτόν ο Πατέρας δημιούργησε τον κόσμο· ότι με τη δική του
πρόνοια έχουν το φωτισμό, τη ζωή και την ύπαρξη όλα τα κτίσματα· και ότι
Αυτός όλα τα κυβερνά, ώστε να γίνεται γνωστός ο ίδιος από τα έργα της
πρόνοιάς του, και μέσω αυτού ο Πατέρας· εξέτασε μετά απ’ όλα αυτά, σε
παρακαλώ, μήπως δεν γνωρίζουν ότι επισύρουν τον χλευασμό σε βάρος τους.
Οι φιλόσοφοι των Ελλήνων λένε ότι ο κόσμος είναι ένα μεγάλο σώμα· κι αυτό
είναι αλήθεια. Διότι βλέπουμε ότι ο κόσμος και τα μέρη του γίνονται αντιληπτά
από τις αισθήσεις μας. Εάν λοιπόν ο Λόγος του Θεού βρίσκεται στον κόσμο,
που είναι ένα σώμα, και βρίσκεται και σ’ όλα τα σώματα και στα τμήματά τους,
γιατί να είναι παράδοξο και αδύνατο αυτό που λέμε εμείς ότι ο Λόγος μπήκε
και μέσα σε άνθρωπο;
Εάν, λοιπόν, είναι γενικά άτοπο να μπει ο Λόγος σε σώμα,
θα ήταν άτοπο να
βρίσκεται και μέσα στο σύμπαν, να φωτίζει και να κινεί τα πάντα με την
πρόνοιά του. Διότι και το σύμπαν αποτελεί ένα σώμα.
Εάν όμως πρέπει ο Λόγος να βρίσκεται μέσα στον κόσμο και ν’ αναγνωρίζεται
στο σύμπαν, θα έπρεπε αυτός να εμφανιστεί και στο ανθρώπινο σώμα, για να
το φωτίζει και να του δίνει ενέργεια. Διότι και το ανθρώπινο γένος αποτελεί
μέρος του σύμπαντος. Και αν δεν αρμόζει το μέρος να γίνει όργανο του Λόγου,
για να γίνει γνωστή η θεότητά του, θα ήταν ακόμη πιο άτοπο και ανάρμοστο
να γνωρίζουμε το Θεό απ’ όλο τον κόσμο.

42. Ώσπερ γαρ όλου του σώματος υπό του ανθρώπου ενεργουμένου
και φωτιζομένου, ει τις λέγοι άτοπον είναι και εν τω δακτύλω του
ποδός την δύναμιν είναι του ανθρώπου, ανόητος αν νομισθείη, ότι
διδούς εν τω όλω αυτόν διϊκνείσθαι και ενεργείν, κωλύει και εν τω μέρει
αυτόν είναι· ούτως ο διδούς και πιστεύων τον του Θεού Θεόν Λόγον
εν τω παντί είναι, και το παν υπ αυτού φωτίζεσθαι και κινείσθαι, ουκ
άτοπον αν ηγήσηται και σώμα εν ανθρώπινον υπ αυτού κινείσθαι και
φωτίζεσθαι.
Ει δε ότι γενητόν εστι, και εξ ουκ όντων γέγονε το ανθρώπινον γένος,
δια τούτο ουκ ευπρεπή νομίζουσιν ημάς λέγειν την εν ανθρώπω του
Σωτήρος επιφάνειαν, ώρα και της κτίσεως αυτούς αυτόν εκβάλλειν·
και γαρ και αύτη εκ του μη όντος εις το είναι δια του Λόγου γέγονεν.
Ει δε και γενητής ούσης της κτίσεως, ουκ άτοπον εν αυτή τον Λόγον
είναι, ουκ άρα ουδέ εν ανθρώπω αυτόν είναι άτοπον. Οποία γαρ αν
περί του όλου νοήσειαν, τοιαύτα ανάγκη και περί του μέρους αυτούς
ενθυμείσθαι. Μέρος γαρ, ως προείπον, του όλου και ο άνθρωπός εστιν.
Ουκούν όλως ουκ απρεπές το εν ανθρώπω είναι τον Λόγον, και
πάντα υπ αυτού και εν αυτώ φωτίζεσθαι και κινείσθαι και ζήν,
καθώς και οι παρ αυτοίς συγγραφείς φασιν, ότι "εν αυτώ ζώμεν,
και κινούμεθα, και εσμέν".
Τι λοιπόν χλεύης άξιον λέγομεν, ει εν ω έστιν ο Λόγος, τούτω προς
φανέρωσιν ως οργάνω κέχρηται ο Λόγος; Ει μεν γαρ ουκ ην εν αυτώ,
ουδέ χρήσασθαι αν ηδυνήθη τούτω. Ει δε προαποδεδώκαμεν εν τω
παντί και εν τοις κατά μέρος είναι τούτον, τι άπιστον ει εν οίς εστίν, εν
τούτοις εαυτόν και επιφαίνει;
Ώσπερ γαρ ταις εαυτού δυνάμεσιν όλος εν εκάστω και πάσιν
επιβαίνων, και πάντα διακοσμών αφθόνως, ει ήθελε, δια ηλίου ή
σελήνης ή ουρανού ή γης ή υδάτων ή πυρός ουκ αν τις ατόπως αυτόν,
φωνή χρήσασθαι και γνωρίσαι εαυτόν και τον αυτού Πατέρα, έφησε
πεποιηκέναι· άπαξ πάντα αυτού συνέχοντος και μετά πάντων και εν
αυτώ τω μέρει τυγχάνοντος και αοράτως εαυτόν δεικνύντος· ούτως
ουκ άτοπον αν είη διακοσμούντα αυτόν τα πάντα και τα όλα
ζωοποιούντα, και θελήσαντα δι ανθρώπων γνωρίσαι, ει οργάνω
κέχρηται ανθρώπου σώματι προς φανέρωσιν αληθείας και
γνώσιν του Πατρός. Μέρος γαρ του όλου και η ανθρωπότης τυγχάνει.
Και ώσπερ ο νους, δι όλου του ανθρώπου ων, από μέρους του
σώματος, της γλώττης λέγω, σημαίνεται, και ου δήπου τις
ελαττούσθαι την ουσίαν του νού δια τούτο λέγει· ούτως ο Λόγος,
δια πάντων ων, ει ανθρωπίνω κέχρηται οργάνω, ουκ απρεπές αν
φαίνοιτο τούτο. Ει γαρ, ως προείπον, απρεπές οργάνω χρήσασθαι
σώματι, απρεπές και εν τω όλω αυτόν είναι.
   

Συμβαίνει όπως με το ανθρώπινο σώμα, που φωτίζεται και τίθεται σε ενέργεια
από τον άνθρωπο. Θα θεωρηθεί, λοιπόν ανόητος κάποιος που λέει ότι είναι
αδύνατο η δύναμη του ανθρώπου να βρίσκεται και στο δάχτυλο του ποδιού του·
διότι, ενώ παραδέχτηκε ότι αυτός εισέρχεται κει ενεργεί στο σύνολο, τον
εμποδίζει όμως να είναι και στο μέρος. Έτσι κι αυτός που παραδέχεται και
πιστεύει ότι ο Θεός Λόγος του Πατέρα βρίσκεται στο σύμπαν και το φωτίζει
και το κινεί, δεν θα θεωρήσει αδύνατο να φωτίζει και να κινεί και ένα
ανθρώπινο σώμα.
Εάν όμως, επειδή το ανθρώπινο γένος είναι γεννητό και δημιουργήθηκε από το
μηδέν, γι’ αυτό το λόγο θεωρούν ότι είναι αναξιοπρεπές να λέμε για την
ενανθρώπηση του Σωτήρα, τότε είναι η ώρα να διώξουν το Λόγο και έξω από
τη δημιουργία· διότι και η κτίση ήρθε στην ύπαρξη από το μηδέν, με δημιουργό
το Λόγο.
Εάν όμως, ενώ είναι δημιουργημένη η κτίση, δεν είναι απαγορευμένο να
βρίσκεται σ’ αυτήν ο Λόγος, είναι επόμενο να επιτρέπεται να είναι και μέσα
στον άνθρωπο. Διότι, όσα στοχάζονται για το όλο, τα ίδια πρέπει να σκέφτονται
και το μέρος. Και όπως προείπα, μέρος του όλου είναι και ο άνθρωπος.
Λοιπόν, δεν είναι καθόλου αναξιοπρεπές να βρίσκεται ο Λόγος μέσα στον
άνθρωπο· να φωτίζει, να κινεί και να ζωοποιεί ως αίτιός τους τα πάντα,
όπως το λένε και οι δικοί τους (ειδωλολάτρες) συγγραφείς, ότι «μέσα σ’ αυτόν
ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε».
Ποιό είναι, λοιπόν, το άξιο κοροϊδίας που λέμε, εάν ο Λόγος, όπου βρίσκεται,
αυτό να το χρησιμοποιεί και ως όργανο φανέρωσής του; Διότι, αν δεν ήταν
μέσα σ’ αυτό, ούτε να το χρησιμοποιήσει θα μπορούσε. Εφόσον όμως
προηγουμένως παραδεχθήκαμε ότι Αυτός υπάρχει στο σύμπαν και τα μέρη του,
ποιό είναι το αναξιόπιστο, εάν παρουσιάζεται με αυτά στα οποία υπάρχει;
Διότι αυτός, με όλη τη δύναμη που έχει, βρίσκεται όλος και στο καθένα και σε
όλα· όλα τα διακοσμεί πλουσιοπάροχα· εάν ήθελε να μιλήσει και να
γνωρίσει τον εαυτό του και τον Πατέρα του είτε με τον ήλιο ή τη σελήνη ή
τον ουρανό ή τη γη ή τα νερά ή τη φωτιά, κανείς δεν θα του έλεγε ότι κακώς το
έκαμε.
Διότι αυτός όλα τα συγκρατεί και βρίσκεται και με όλα και με το μέρος
του καθένα, και αόρατα φανερώνει τον εαυτό του. Έτσι Αυτός που διακοσμεί
και ζωοποιεί τα πάντα και θέλησε μέσω των ανθρώπων να γίνει γνωστός,
δεν θα ήταν άτοπο, αν χρησιμοποιούσε σαν όργανο ανθρώπινο σώμα,
ώστε να φανερώσει την αλήθεια και να καταστήσει γνωστό τον Πατέρα του.
Διότι η ανθρωπότητα είναι μέρος του όλου.
Και όπως ο νους, ενώ υπάρχει σ’ όλο τον άνθρωπο, γίνεται γνωστός μόνο από
ένα μέρος του σώματος, εννοώ τη γλώσσα· και κανείς βέβαια δεν λέει ότι
εξαιτίας αυτού μειώνεται η ουσία του νου. Έτσι και ο Λόγος, εφόσον είναι
μέσα σ’ όλα, δεν φαίνεται καθόλου αναξιοπρεπές, αν χρησιμοποίησε
ανθρώπινο όργανο. Διότι εάν, όπως είπα παραπάνω, είναι απρεπές να
χρησιμοποιήσει ως όργανο το σώμα, είναι το ίδιο απρεπές να υπάρχει και
στο σύμπαν.

43. Διατί ουν, εάν λέγωσιν, ουχί δι άλλων μερών καλλιόνων της
κτίσεως εφάνη, και καλλίονι οργάνω οίον ηλίω ή σελήνη ή άστροις ή
πυρί ή αιθέρι ου κέχρηται, αλλά ανθρώπω μόνω, γινωσκέτωσαν ότι
ουκ επιδείξασθαι ήλθεν ο Κύριος, αλλά θεραπεύσαι και διδάξαι τους
πάσχοντας.
Επιδεικνυμένου μεν γαρ ην μόνον επιφανήναι και καταπλήξαι τους
ορώντας· θεραπεύοντος δε και διδάσκοντός εστι, μη απλώς επιδημήσαι,
αλλ επ ωφελεία των δεομένων γενέσθαι, και ως οι χρήζοντες φέρουσιν
επιφανήναι, ίνα μη τω υπερβάλλοντι την χρείαν των πασχόντων
αυτούς τους δεομένους ταράξη, και ανωφελής τούτοις η επιφάνεια του
θείου γένηται.
Ουδέν τοίνυν των εν τη κτίσει πεπλανημένον ην εις τας περί Θεού
εννοίας, ει μη μόνος ο άνθρωπος. Αμέλει, ουχ ήλιος, ου σελήνη, ουκ
ουρανός, ου τα άστρα, ουχ ύδωρ, ουκ αιθήρ παρήλλαξαν την τάξιν,
αλλ ειδότες τον εαυτών δημιουργόν και βασιλέα Λόγον μένουσιν ως
γεγόνασιν· άνθρωποι δε μόνοι αποστραφέντες το καλόν, λοιπόν τα
ουκ όντα αντί της αληθείας επλάσαντο, και την εις Θεόν τιμήν και την
περί αυτού γνώσιν δαίμοσι και ανθρώποις εν λίθοις ανατεθείκασιν.
Όθεν εικότως, επειδή παριδείν το τηλικούτον ουκ άξιον ην της του
Θεού αγαθότητος, αλλά και εν τω όλω αυτόν διέποντα και
ηγεμονεύοντα ουκ ηδυνήθησαν αυτόν γνώναι οι άνθρωποι, μέρος του
όλου λαμβάνει εαυτώ όργανον το ανθρώπινον σώμα, και επιβαίνει
τούτω, ίν επειδή εν τω όλω αυτόν ουκ ηδυνήθησαν γνώναι, καν εν τω
μέρει μη αγνοήσωσιν αυτόν· και επειδή αναβλέψαι ουκ ηδυνήθησαν εις
την αόρατον αυτού δύναμιν, καν εκ των ομοίων λογίσασθαι και
θεωρήσαι δυνηθώσιν αυτόν.
Άνθρωποι γαρ όντες, δια του καταλλήλου σώματος και των δι
αυτού θείων έργων, ταχύτερον και εγγύτερον τον τούτου Πατέρα
γινώσκειν δυνήσονται, συγκρίνοντες ως ουκ ανθρώπινα, αλλά Θεού
έργα εστί, τα υπ αυτού γινόμενα.
Και εάν άτοπον ην κατ αυτούς δια των του σώματος έργων τον
Λόγον γνωρίζεσθαι, πάλιν άτοπον αν είη εκ των έργων του παντός
γινώσκεσθαι τούτον. Ώσπερ γαρ εν τη κτίσει ων, ουδέν τι της κτίσεως
μεταλαμβάνει, αλλά μάλλον τα πάντα της αυτού δυνάμεως
μεταλαμβάνει, ούτως και τω σώματι οργάνω χρώμενος, ουδενός των
του σώματος μετείχεν, αλλά μάλλον αυτός ηγίαζε και το σώμα.
Ει γαρ δη και ο παρά τοις Έλλησι θαυμαζόμενος Πλάτων φησίν ότι
ορών τον κόσμον ο γεννήσας αυτόν χειμαζόμενον και κινδυνεύοντα εις
τον της ανομοιότητος δύνειν τόπον, καθίσας επί τους οίακας της
Ψυχής βοηθεί, και πάντα τα πταίσματα διορθούται· τι άπιστον
λέγεται παρ ημίν, ει πλανωμένης της ανθρωπότητος εκάθισεν ο
Λόγος επί ταύτην, και άνθρωπος επεφάνη, ίνα χειμαζομένην αυτήν
περισώση δια της κυβερνήσεως αυτού και αγαθότητος;
   

Εάν πάλι λένε, γιατί δεν φανερώθηκε (ο Λόγος) μέσω άλλων δημιουργημάτων
της κτίσεως που είναι πιο ωραία, και μέσω ωραιότερου οργάνου όπως είναι ο
ήλιος, η σελήνη, τα άστρα, η φωτιά, ο αιθέρας και όχι μόνο μέσω του
ανθρώπου,ας μάθουν ότι ο Κύριος δεν ήλθε για επίδειξη, αλλά για να
θεραπεύσει και διδάξει τους ασθενείς.
Διότι αυτός που επιδεικνύεται φαντάζει απλά και εντυπωσιάζει τους θεατές·
ενώ, χαρακτηριστικό του ιατρού και δασκάλου είναι, όχι απλά να παρουσιαστεί,
αλλά και να ωφελήσει αυτούς που τον χρειάζονται· να εμφανιστεί σύμφωνα με
τις δυνάμεις αυτών που τον έχουν ανάγκη, ώστε να μην τους ταράξει με μέσα
υπερβολικά που ξεπερνούν τις ανάγκες των ασθενών· και αποβεί έτσι η
ενανθρώπηση του Θεού ανώφελη γι’ αυτούς.
Διότι κανένα κτίσμα δεν είχε πλανεμένη αντίληψη για το Θεό, παρά μόνον
ο άνθρωπος. Αναμφίβολα, ούτε ο ήλιος ούτε η σελήνη ούτε ο ουρανός ούτε
τα άστρα ούτε τα νερά ούτε ο αιθέρας διάστρεψαν την τάξη της δημιουργίας.
Αλλά, αναγνωρίζουν το Δημιουργό τους και Λόγο που τους κυβερνά και μένουν
όπως δημιουργήθηκαν. Μόνον οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν από το καλό και
έβαλαν στη θέση της αλήθειας αυτά που δεν υπάρχουν· απέδωσαν την τιμή και
τη γνώση που ανήκει στο Θεό σε δαίμονες και πέτρινα αγάλματα ανθρώπων.
Γι’ αυτό, επειδή δεν ήταν αντάξιο της καλωσύνης του Θεού να παραβλέψει
αυτό το τόσο μεγάλο γεγονός (της διαστροφής των ανθρώπων) και επειδή δεν
μπόρεσαν οι άνθρωποι να γνωρίσουν Αυτόν που ρυθμίζει και κυβερνά τα
σύμπαντα, λαμβάνει ως όργανο ένα μέρος του όλου, το ανθρώπινο σώμα·
σαρκώνεται στο σώμα, ώστε, αφού δεν μπόρεσαν να τον αναγνωρίσουν στο
σύνολο, τουλάχιστον να μην τον αγνοήσουν στο μέρος·
και επειδή δεν
μπόρεσαν να δουν την αόρατη δύναμή του, να μπορέσουν τουλάχιστον από το
όμοιο να σκεφτούν και δουν αυτόν.
Διότι, επειδή είναι άνθρωποι, με το κατάλληλο σώμα και με τα θεία έργα του,
πιο γρήγορα και από κοντά θα μπορέσουν να γνωρίσουν τον Πατέρα του·
θα συγκρίνουν και θα διαπιστώσουν ότι αυτά που κάνει αυτός είναι έργα του
Θεού και όχι ανθρώπινα.
Κι αν ήταν άτοπο γι’ αυτούς να γνωρίσουν το Λόγο με τα έργα του σώματός
του, πάλι άτοπο θα ήταν να γίνει γνωστός από τα έργα του σύμπαντος.
Διότι, όπως με το να είναι μέσα στην κτίση, δεν παίρνει τίποτε από την κτίση,
αλλά, αντίθετα, όλα δέχονται τη δική του δύναμη,
έτσι, χρησιμοποιώντας και το σώμα σαν όργανο, δεν παίρνει τίποτε από το
σώμα, αλλά μάλλον αυτός αγιάζει και το σώμα.
Διότι, εάν ακόμη και ο Πλάτων, που όλοι οι Έλληνες τον θαυμάζουν, λέει ότι
αυτός που δημιούργησε τον κόσμο βλέποντάς τον να ταλαιπωρείται και να
κινδυνεύει να χαθεί στην αφάνεια, κάθισε στο πηδάλιο της ψυχής και τη βοηθεί
και διορθώνει όλα τα σφάλματά της. Ποιό είναι, λοιπόν, το παράδοξο που λέμε
εμείς, εάν ο Λόγος ήλθε στην πλανεμένη ανθρωπότητα και
έγινε άνθρωπος, για να την σώσει από τα δεινοπαθήματα
με την εξουσία και την καλωσύνη του;

44. Αλλ ίσως συγκαταθήσονται μεν τούτοις αισχυνόμενοι, θελήσουσι
δε λέγειν, ότι έδει τον Θεόν, παιδεύσαι και σώσαι θέλοντα τους
ανθρώπους, νεύματι μόνον ποιήσαι, και μη σώματος άψασθαι τον
τούτου Λόγον, ώσπερ ουν και πάλαι πεποίηκεν, ότε εκ του μη όντος
αυτά συνίστη.
Πρός δε ταύτην αυτών την αντίθεσιν εικότως αν λεχθείη ταύτα, ότι
πάλαι μεν ουδενός ουδαμή υπάρχοντος, νεύματος γέγονε χρεία και
βουλήσεως μόνης εις την του παντός δημιουργίαν. Ότε δε γέγονεν ο
άνθρωπος, και χρεία απήτησεν ου τα μη όντα αλλά τα γενόμενα
θεραπεύσαι, ακόλουθον ην εν τοις ήδη γενομένοις τον Ιατρόν και
Σωτήρα παραγενέσθαι, ίνα και τα όντα θεραπεύση. Γέγονε δε
άνθρωπος δια τούτο, και ανθρωπείω οργάνω κέχρηται τω σώματι.
Επεί ει μη τούτον έδει γενέσθαι τον τρόπον, Πως έδει τον Λόγον,
οργάνω θέλοντα χρήσασθαι παραγενέσθαι; Ή πόθεν έδει τούτο
λαβείν αυτόν, ει μη εκ των ήδη γενομένων και χρηζόντων της αυτού
θειότητος δια του ομοίου; ουδέ γαρ τα ουκ όντα έχρηζε σωτηρίας,
ίνα και προστάξει μόνον αρκεσθή, αλλ ο ήδη γενόμενος άνθρωπος
εφθείρετο και παραπώλλυτο. Όθεν εικότως ανθρωπίνω κέχρηται
καλώς οργάνω, και εις πάντα εαυτόν ήπλωσεν ο Λόγος.
Έπειτα και τούτο ιστέον, ότι η γενομένη φθορά ουκ έξωθεν ην του
σώματος, αλλ αυτώ προσεγεγόνει, και ανάγκη ην αντί της φθοράς
ζωήν αυτώ προσπλακήναι, ίνα ώσπερ εν τω σώματι γέγονεν ο
θάνατος, ούτως εν αυτώ γένηται και η ζωή.
Ει μεν ουν έξωθεν ην ο θάνατος του σώματος, έξωθεν έδει και την
ζωήν αυτού γεγονέναι. Ει δε εν τω σώματι συνεπλάκη ο θάνατος,
και ως συνών αυτώ κατεκράτει τούτου, ανάγκη και την ζωήν
συμπλακήναι τω σώματι, ίνα αντενδυθέν το σώμα την ζωήν,
αποβάλη την φθοράν. Άλλως τε ει και εγεγόνει έξω του σώματος ο
Λόγος, και μη εν αυτώ, ο μεν θάνατος ηττάτο υπ αυτού φυσικώτατα,
άτε δη μη ισχύοντος του θανάτου κατά της ζωής, ουδέν ήττον δε
έμενεν εν τω σώματι η προσγενομένη φθορά.
Δια τούτο εικότως ενεδύσατο σώμα ο Σωτήρ, ίνα συμπλακέντος του
σώματος τη ζωή, μηκέτι ως θνητόν απομείνη εν τω θανάτω· αλλ ως
ενδυσάμενον την αθανασίαν, λοιπόν αναστάν αθάνατον διαμείνη.
Άπαξ γαρ ενδυσάμενον φθοράν ουκ αν ανέστη, ει μη ενεδύσατο την
ζωήν· και πάλιν θάνατος καθ εαυτόν ουκ αν φανείη, ει μη εν τω
σώματι· δια τούτο ενεδύσατο σώμα, ίνα τον θάνατον εν τω σώματι
ευρών απαλείψη. Πως γαρ αν όλως ο Κύριος εδείχθη ζωή, ει μη το
θνητόν εζωοποίησε;
Και ώσπερ της καλάμης υπό πυρός φύσει φθειρομένης, ει κωλύει τις το
πυρ από της καλάμης, ου καίεται μεν η καλάμη, μένει δε όλως πάλιν
καλάμη η καλάμη υποπτεύουσα την του πυρός απειλήν· φύσει γαρ
εστιν αναλωτικόν αυτής το πυρ· ει δε τις ενδιδύσκοι την καλάμην
αμιάντω πολλώ, ό δη λέγεται αντιπαθές είναι του πυρός, ουκ έτι το
πυρ φοβείται η καλάμη, έχουσα την ασφάλειαν εκ του ενδύματος του
ακαύστου·
τον αυτόν δη τρόπον και επί του σώματος και επί του θανάτου αν τις
είποι· ότι ει προστάξει μόνον κωλυθείς ην ο θάνατος υπ αυτού, ουδέν
ήττον πάλιν ην θνητόν και φθαρτόν κατά τον των σωμάτων λόγον.
Αλλ ίνα μη τούτο γένηται, ενεδύσατο τον ασώματον του Θεού
Λόγον· και ούτως ουκ έτι τον θάνατον ουδέ την φθοράν φοβείται, έχον
ένδυμα την ζωήν, και εν αυτώ αφανιζομένης της φθοράς.
   

Αλλ’ ίσως συμφωνήσουν από ντροπή με αυτά· θελήσουν όμως να πουν ότι,
εάν ο Θεός ήθελε να παιδαγωγήσει και να σώσει τους ανθρώπους,
έπρεπε μόνο μ’ ένα νεύμα να το κάνει, όπως το έκανε και παλαιά,
όταν δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν· και να μην αγγίξει καθόλου
ανθρώπινο σώμα ο Λόγος.
Γι’ αυτή τους την αντίθετη θέση εύλογα μπορεί να πούμε τα εξής: την παλαιά
εποχή, επειδή δεν υπήρχε τίποτε, χρειαζόταν μόνο ένα νεύμα και μόνο μια
απόφαση, για να δημιουργηθούν όλα. Όταν όμως δημιουργήθηκε ο άνθρωπος,
και χρειάστηκε (ο Λόγος) να θεραπεύσει όχι τα ανύπαρκτα αλλά τα
δημιουργημένα, ήταν επόμενο να έλθει στα δημιουργήματα ο Ιατρός και
Σωτήρας, για να τα θεραπεύσει. Γι’ αυτό και έγινε άνθρωπος και
χρησιμοποίησε το σώμα ως ανθρώπινο όργανο.
Διότι, αν δεν ερχόταν μ’ αυτόν τον τρόπο ο Λόγος, Πως έπρεπε να έλθει αφού
ήθελε να χρησιμοποιήσει ένα όργανο; Ή από που έπρεπε αυτός να το λάβει,
αν όχι από αυτά που είχε ήδη δημιουργήσει και είχαν ανάγκη τη θεότητά του,
καθώς ήταν όμοιά του; Διότι, δεν είχαν ανάγκη σωτηρίας τα ανύπαρκτα,
για ν’ αρκεστεί μόνο σε προσταγή, αλλά ο ήδη δημιουργημένος άνθρωπος που
καταστραφόταν και χανόταν. Γι’ αυτό δικαιολογημένα ο Λόγος χρησιμοποίησε
ως όργανο το ανθρώπινο σώμα και άπλωσε τον εαυτό του σε όλα.
Έπειτα πρέπει να γνωρίσουμε και το εξής, ότι η φθορά που επήλθε στο σώμα
δεν ήταν έξω απ’ αυτό, αλλά επιβλήθηκε σ’ αυτό· και ήταν ανάγκη, αντί για τη
φθορά, να ενωθεί η ζωή μ’ αυτό, ώστε, όπως συνέβη στο σώμα ο θάνατος,
έτσι να δοθεί σ’ αυτό και η ζωή.
Εάν λοιπόν ο θάνατος ήταν έξω από το σώμα, απέξω έπρεπε να δοθεί και η
ζωή. Εάν όμως ο θάνατος μπλέχτηκε με το σώμα και υπάρχοντας μέσα του
είχε γίνει κατακτητής του, χρειαζόταν και η ζωή να μπλεχτεί με το σώμα,
ώστε να ντυθεί το σώμα τη ζωή και ν’ αποβάλλει τη φθορά.
Άλλωστε, εάν ο Λόγος έμενε έξω από το σώμα και όχι μέσα του,
ο θάνατος από τη μια θα νικιόταν απ’ αυτόν φυσιολογικά,
επειδή δεν μπορεί να νικήσει ο θάνατος τη ζωή, αλλά από την άλλη θα έμενε
οπωσδήποτε στο σώμα η φθορά που δημιουργήθηκε.
Γι’ αυτό, δικαιολογημένα ο Σωτήρας προσέλαβε σώμα, για να συμπλεχτεί το
σώμα με τη ζωή και να μην εγκαταλειφθεί πλέον σαν θνητό στην τύχη του
θανάτου· αλλά, αφού ντυθεί την αθανασία, ν’ αναστηθεί και να παραμείνει
αθάνατο. Διότι, αφού ντύθηκε τη φθορά, δεν θ’ ανασταινόταν, εάν δεν
ντυνόταν και τη ζωή. Και πάλι ο θάνατος δεν θα φαινόταν μόνος του παρά στο
το σώμα. Γι’ αυτό (ο Λόγος) πήρε το σώμα, για να συναντήσει το θάνατο στο
σώμα και να τον εξαφανίσει. Γενικά, Πως θ’ απόδειχνε ο Κύριος ότι είναι η
ζωή, εάν δεν έδινε ζωή στους θνητούς;
Και συμβαίνει ό,τι με το καλάμι που φυσιολογικά καταστρέφεται με τη φωτιά·
εάν κάποιος το προφυλάξει από τη φωτιά, δεν καίγεται βέβαια το καλάμι, αλλά
πάλι παραμένει το καλάμι που απειλείται συνεχώς από τη φωτιά· διότι από τη
φύση του καίγεται στη φωτιά. Εάν όμως κάποιος επενδύσει το καλάμι με
μπόλικο αμίαντο, ο οποίος λέγεται ότι αντέχει στη φωτιά, τότε πλέον το καλάμι
καθόλου δεν φοβάται τη φωτιά, διότι είναι εξασφαλισμένο από το άκαυστο
περιτίλυγμα.
Το ίδιο ακριβώς μπορεί να πει κάποιος ότι ισχύει και με τη σχέση του σώματος
με το θάνατο. Εάν, δηλαδή, εμποδιζόταν ο θάνατος να πλησιάσει το σώμα μόνο
με διαταγή (του Λόγου), το σώμα θα παρέμενε εξίσου θνητό και φθαρτό,
σύμφωνα με τη φύση του. Για να μη συμβεί όμως κάτι τέτοιο, ντύθηκε το σώμα
τον ασώματο Λόγο του Θεού. Κι έτσι, δεν φοβάται πλέον ούτε το θάνατο ούτε
τη φθορά, διότι έχει ντυθεί τη ζωή, η οποία εξαφανίζει τη φθορά στο σώμα.

45. Ουκούν ακολούθως ο του Θεού Λόγος σώμα ανέλαβε, και
ανθρωπίνω οργάνω κέχρηται, ίνα και ζωοποιήση το σώμα, και ίν,
ώσπερ εν τη κτίσει δια των έργων γνωρίζεται, ούτως και εν ανθρώπω
εργάσηται, και δείξη εαυτόν πανταχού, μηδέν έρημον της εαυτού
θειότητος και γνώσεως καταλιμπάνων.
Πάλιν γαρ το αυτό φημι, τοις πρότερον επαναλαβών, ότι τούτο
πεποίηκεν ο Σωτήρ, ίνα ώσπερ τα πάντα πανταχόθεν πληροί παρών,
ούτως και τα πάντα της περί αυτού γνώσεως πληρώση, ή φησι και η
θεία γραφή· "Επληρώθη η σύμπασα του γνώναι τον Κύριον."
Είτε γαρ τις αναβλέπειν εις τον ουρανόν βούλεται, ορά την τούτου
διακόσμησιν· είτε ου δύναται μεν εις τον ουρανόν, εις ανθρώπους δε
μόνον ανακύπτει, ορά δια των έργων την ασύγκριτον αυτού προς
ανθρώπους δύναμιν, και γινώσκει τούτον εν ανθρώποις μόνον Θεόν
Λόγον. Είτε εν δαίμοσί τις απεστράφη, και περί τούτου επτόηται, ορά
τούτον ελαύνοντα τούτους, και κρίνει τούτον αυτών είναι δεσπότην·
είτε εις την υδάτων βεβύθισται φύσιν, και νομίζει ταύτα Θεόν είναι,
ώσπερ Αιγύπτιοι σέβουσι το ύδωρ, ορά ταύτην μεταβαλλομένην υπ
αυτού, και γινώσκει τούτων είναι κτίστην τον Κύριον.
Ει δε και εις άδην τις κατέβη, και προς τους εκεί κατελθόντας ήρωας
επτόηται ως θεούς, αλλ ορά την τούτου γενομένην ανάστασιν, και
την κατά του θανάτου νίκην, και λογίζεται και εν εκείνοις μόνον είναι
τον Χριστόν αληθινόν Κύριον και Θεόν.
Πάντων γαρ των της κτίσεως μερών ήψατο ο Κύριος, και τα πάντα
πάσης απάτης ηλευθέρωσε και ήλεγξεν, ως Παύλός φησιν·
"Απεκδυσάμενος τας αρχάς και τας εξουσίας εθριάμβευσεν εν τω
σταυρώ", ίνα μηκέτι τις απατηθήναι δυνηθή, αλλά πανταχού τον
αληθινόν του Θεού Λόγον εύρη.
Ούτω γαρ λοιπόν πανταχόθεν συγκλειόμενος ο άνθρωπος και
πανταχού, τούτ έστιν εν ουρανώ, εν άδη, εν ανθρώπω, επί γης
ηπλωμένην την του Λόγου θειότητα βλέπων, ουκ έτι μεν απατάται
περί Θεού, μόνον δε τούτον προσκυνεί, και δι αυτού καλώς τον
Πατέρα γινώσκει. Τούτοις μεν ουν και Έλληνες εικότως
δυσωπηθήσονται παρ ημών εκ των ευλόγων· ει δε μη αυτάρκεις είναι
τους λόγους ηγούνται προς αισχύνην αυτών, καν εκ των επ όψεσι
πάντων φαινομένων πιστούσθωσαν τα λεγόμενα.
   

Ο Λόγος του Θεού, λοιπόν, έλαβε κατ’ ανάγκη σώμα και χρησιμοποίησε
ανθρώπινο όργανο, για να δώσει ζωή στο σώμα (στους ανθρώπους)· και επίσης,
όπως γίνεται γνωστός στην κτίση με τα έργα του, έτσι και στην ανθρωπότητα
να εργαστεί και να φανερώσει τον εαυτό του παντού, χωρίς ν’ αφήσει κανέναν
που να μη γνωρίσει τη θεότητά του.
Επαναλαμβάνω και πάλι το ίδιο που είπα παραπάνω, ότι ο Σωτήρας έκαμε
το εξής: όπως τα πάντα γεμίζει με την παρουσία του παντού, κατά παρόμοιο
τρόπο να γεμίσει τα πάντα με την αποκάλυψη της γνώσεώς του, όπως το λέει
και η Αγία Γραφή: «Γέμισε όλη η γη από τη γνώση του Κυρίου».
Έτσι, εάν κάποιος θέλει να βλέπει τον ουρανό, αντικρίζει την πρόνοια του
Θεού· εάν δεν μπορεί να δει τον ουρανό, ρίχνει το βλέμμα του στους
ανθρώπους και βλέπει έμπρακτα την ασύγκριτη δύναμη του Θεού προς αυτούς·
αναγνωρίζει έτσι ότι στους ανθρώπους Αυτός είναι ο μόνος Θεός Λόγος.
Είτε ακόμη κανείς στράφηκε προς τους δαίμονες και φοβήθηκε, βλέπει ότι
Αυτός τους διώχνει· τον αναγνωρίζει λοιπόν ως μόνο που μπορεί να τους εξουσιάζει.
Είτε ακόμη βυθιστεί κανείς στα ύδατα και θεωρεί ότι αυτά είναι
Θεός, όπως οι Αιγύπτιοι λατρεύουν τα νερά, διαπιστώνει ότι Αυτός μεταβάλλει
τη φύση των νερών κι έτσι αναγνωρίζει ότι ο Κύριος είναι ο Δημιουργός τους.
Είτε ακόμη κατέβει στον άδη, στους ήρωες που είναι εκεί και τους λατρεύει
ως θεούς, βλέπει όμως την ανάστασή του (του Χριστού) και την νίκη του πάνω
στο θάνατο, και σκέφτεται ότι και μόνο μ’ αυτά ο Χριστός είναι ο μόνος
αληθινός Κύριος και Θεός.
Διότι, ο Κύριος αγκάλιασε όλα τα μέρη της κτίσεως· τα ελευθέρωσε όλα
από κάθε παρανομία και νίκησε, όπως το λέει ο απόστολος Παύλος:
«Απογύμνωσε τις αρχές και εξουσίες και θριάμβευσε πάνω στο σταυρό».
Έτσι, κανείς πλέον δεν μπορεί να ξεγελαστεί, αλλά παντού μπορεί να βρει
τον αληθινό Λόγο του Θεού.
Έτσι, λοιπόν, από παντού περικυκλώνεται ο άνθρωπος· σε κάθε τόπο,
στον ουρανό δηλαδή, στον άδη, στους ανθρώπους, στη γη βλέπει ν’
απλώνεται η θεότητα του Λόγου· δεν απατάται πλέον για το Θεό,
μόνον Αυτόν (το Χριστό) προσκυνεί και μέσω αυτού γνωρίζει καλά και
τον Πατέρα του. Μ’ αυτά, λοιπόν τα επιχειρήματα είναι εύλογο να φέρουμε
σε δύσκολη θέση τους ειδωλολάτρες. Εάν δεν θεωρούνται αρκετά τα λόγια μας
για να τους ντροπιάσουν, τουλάχιστον να πειστούν στα λόγια μας απ’ αυτά
που ολοφάνερα τα βλέπουν με τα μάτια τους.

46. Πότε την των ειδώλων θρησκείαν ήρξαντο καταλιμπάνειν οι
άνθρωποι, ει μη αφ ου γέγονεν ο αληθινός του Θεού Θεός Λόγος εν
ανθρώποις; πότε δε τα παρ Έλλησι και πανταχού μαντεία πέπαυται
και κεκένωται, ει μη ότε μέχρι γης πεφανέρωκεν εαυτόν ο Σωτήρ;
Πότε δε καταγινώσκεσθαι ήρξαντο οι παρά ποιηταίς λεγόμενοι θεοί
και ήρωες, ως μόνον όντες άνθρωποι θνητοί, ει μη αφ ου ο Κύριος το
κατά του θανάτου τρόπαιον ειργάσατο, και όπερ έλαβε σώμα
τετήρηκεν άφθαρτον, αναστήσας αυτό εκ των νεκρών;
Πότε δε η δαιμόνων απάτη και μανία κατεφρονήθη, ει μη ότε η του
Θεού Δύναμις ο Λόγος, ο πάντων και τούτων Δεσπότης, δια την
των ανθρώπων ασθένειαν συγκαταβάς, επί γης εφάνη; Πότε δε της
μαγείας η τέχνη και τα διδασκαλεία ήρξαντο καταπατείσθαι, ει μη ότε
τα θεοφάνια του Λόγου γέγονεν εν ανθρώποις; Και όλως, πότε των
Ελλήνων η σοφία μεμώραται, ει μη ότε η αληθής του Θεού Σοφία επί
γης εαυτήν εφανέρωσε;
Πάλαι μεν γαρ πάσα η οικουμένη και πας τόπος τη θρησκεία των
ειδώλων επλανάτο, και ουδέν άλλο ή τα είδωλα θεούς ενόμιζον οι
άνθρωποι. Νυν δε κατά πάσαν την οικουμένην, την μεν των ειδώλων
δεισιδαιμονίαν καταλιμπάνουσιν οι άνθρωποι, επί δε τον Χριστόν
καταφεύγουσι, και Θεόν αυτόν προσκυνούντες, δι αυτού και ον ουκ
ήδεισαν Πατέρα γινώσκουσι.
Και το γε θαυμαστόν, διαφόρων όντων και μυρίων σεβασμάτων, και
εκάστου τόπου το ίδιον έχοντος είδωλον, και μη ισχύοντος του παρ
αυτοίς λεγομένου θεού τον πλησίον υπερβήναι τόπον, ώστε και τους
εκ γειτόνων πείσαι σέβειν αυτόν, αλλά μόλις και εν τοις ιδίοις
θρησκευομένου ουδείς γαρ άλλος τον του γείτονος εσέβετο θεόν, αλλ
έκαστος το ίδιον εφύλαττεν είδωλον, νομίζων των πάντων αυτό
κύριον είναι, μόνος ο Χριστός παρά πάσιν εις και πανταχού ο αυτός
προσκυνείται· και ό μη δεδύνηται των ειδώλων η ασθένεια ποιήσαι,
ώστε καν τους πλησίον οικούντας πείσαι, τούτο ο Χριστός πεποίηκεν,
ου μόνον τους πλησίον αλλά και πάσαν απλώς την οικουμένην πείσας
ένα και τον αυτόν Κύριον σέβειν, και δι αυτού Θεόν τον αυτού
Πατέρα.
   

Πότε οι άνθρωποι άρχισαν να εγκαταλείπουν τη θρησκεία των ειδώλων,
παρά από τότε που ενανθρώπισε ο αληθινός Λόγος του Θεού;
Πότε τα μαντεία των ειδωλολατρών που είναι διασκορπισμένα παντού
άδειασαν και σταμάτησαν, παρά μόνον όταν φανερώθηκε στη γη ο Σωτήρας;
Πότε άρχισαν να καταδικάζονται σαν κοινοί θνητοί οι θεωρούμενοι από τους
ποιητές θεοί και ήρωες, παρά μόνον αφότου ο Κύριος έφερε αυτό το τρόπαιο
της νίκης ενάντια στο θάνατο; Και το σώμα που προσέλαβε, αφού το ανάστησε
από τους νεκρούς, το διατήρησε άφθαρτο!
Πότε περιφρονήθηκε η απάτη και η μανία των δαιμόνων, παρά αφότου ο
Λόγος ως η Δύναμη του Θεού και ο άρχοντας όλων και αυτών ακόμη (των
δαιμόνων), από συγκατάβαση για την αδυναμία των ανθρώπων, φανερώθηκε
στη γη; Πότε η τέχνη και τα σχολεία της μαγείας έκλεισαν, παρά μόνον
όταν ο Θεός Λόγος φανερώθηκε ως άνθρωπος; Και γενικά, πότε ξεμώρανε
η σοφία των ειδωλολατρών, παρά όταν η αληθινή Σοφία του Θεού
παρουσιάστηκε στη γη;
Διότι παλαιότερα όλη η γη και κάθε τόπος είχε παρασυρθεί στη θρησκεία
των ειδώλων· οι άνθρωποι τίποτε άλλο δεν πίστευαν ως θεό παρά μόνον
τα είδωλα. Τώρα όμως σε όλη την οικουμένη, οι άνθρωποι εγκαταλείπουν
τη δεισιδαιμονία των ειδώλων και καταφεύγουν στο Χριστό τον οποίο
προσκυνούν ως Θεό· και μέσω του Χριστού γνωρίζουν και τον Πατέρα του,
τον οποίο αγνοούσαν.
Και το πιο θαυμαστό! Υπήρχαν μυριάδες και διαφορετικά σεβάσματα και
κάθε τόπος είχε το δικό του είδωλο. Δεν μπορούσε όμως ο λατρευόμενος θεός
κάθε τόπου να ξεπεράσει τα τοπικά του όρια, ώστε και να πείσει και τους
γειτονικούς λαούς να τον λατρεύουν· μόλις και με δυσκολία λατρευόταν στον
δικό του τόπο. Κανένας δεν προσκυνούσε τους γειτονικούς θεούς, αλλά
σεβόταν μόνο το δικό του είδωλο, θεωρώντας ότι αυτό είναι πάνω από τους
άλλους θεούς. Μόνον ο Χριστός λατρεύεται ως ένας και μοναδικός απ’ όλους
και παντού. Αυτό που δεν μπόρεσε να πετύχει η αδυναμία των ειδώλων, να
πείσει δηλαδή τους γείτονες να τα λατρεύουν, αυτό το πέτυχε ο Χριστός·
έπεισε όχι μόνον τους γείτονες αλλά και όλη γενικά την οικουμένη να λατρεύει
τον ένα και μοναδικό Κύριο και Θεό και μέσω αυτού να λατρεύει και το Θεό
Πατέρα του.

47. Και πάλαι μεν τα πανταχού της απάτης των μαντείων
επεπλήρωτο, και τα εν Δελφοίς και Δωδώνη και Βοιωτία και Λυκία
και Λιβύη και Αιγύπτω και Καβίροις μαντεύματα και η Πυθία
εθαυμάζοντο τη φαντασία παρά των ανθρώπων· νυν δε αφ ου
Χριστός καταγγέλλεται πανταχού, πέπαυται και τούτων η μανία,
και ουκ έστιν έτι λοιπόν εν αυτοίς ο μαντευόμενος.
Και πάλαι μεν δαίμονες εφαντασιοκόπουν τους ανθρώπους,
προκαταλαμβάνοντες πηγάς ή ποταμούς ή ξύλα ή λίθους, και ούτως
ταις μαγγανείαις εξέπληττον τους άφρονας. Νυν δε της θείας
επιφανείας του Λόγου γεγενημένης πέπαυται τούτων η φαντασία.
Τω γαρ σημείω του σταυρού και μόνον ο άνθρωπος χρώμενος,
απελαύνει τούτων τας απάτας.
Και πάλαι μεν τους παρά ποιηταίς λεγομένους θεούς, Δία και Κρόνον
και Απόλλωνα και ήρωας, ενόμιζον οι άνθρωποι θεούς, και τούτους
επλανώντο σέβοντες· άρτι δε του Σωτήρος εν ανθρώποις φανέντος,
εκείνοι μεν εγνώσθησαν όντες άνθρωποι θνητοί, μόνος δε ο Χριστός εν
ανθρώποις εγνωρίσθη Θεός αληθινού Θεού Θεός Λόγος.
Τι δε περί της θαυμαζομένης παρ αυτοίς μαγείας αν τις είποι; Ότι
πριν μεν επιδημήσαι τον Λόγον, ίσχυε και ενήργει παρ Αιγυπτίοις
και Χαλδαίοις και Ινδοίς αύτη και εξέπληττε τους ορώντας· τη δε
παρουσία της αληθείας και τη επιφανεία του Λόγου διηλέγχθη και
αύτη, και κατηργήθη παντελώς.
Περί δε της Ελληνικής σοφίας και της των φιλοσόφων μεγαλοφωνίας,
νομίζω μηδένα του παρ ημών δείσθαι λόγου, επ όψει πάντων όντος
του θαύματος, ότι τοσαύτα γραψάντων των παρ Έλλησι σοφών
και μη δυνηθέντων πείσαι καν ολίγους εκ των πλησίον τόπων περί
αθανασίας και του κατ αρετήν βίου, μόνος ο Χριστός δι ευτελών
ρημάτων, και δι ανθρώπων ου κατά την γλώτταν σοφών, κατά
πάσαν την οικουμένην παμπληθείς εκκλησίας έπεισεν ανθρώπων
καταφρονείν μεν θανάτου, φρονείν δε αθάνατα, και τα μεν πρόσκαιρα
παροράν, εις δε τα αιώνια αποβλέπειν, και μηδέν μεν ηγείσθαι την επί
γης δόξαν, μόνης δε της αθανασίας αντιποιείσθαι.
   

Παλαιότερα όλοι οι τόποι ήταν γεμάτοι από την απάτη των μαντείων·
οι άνθρωποι θαύμαζαν με τη φαντασία τους τους χρησμούς των Δελφών,
της Δωδώνης, Βοιωτίας, Λυκίας, Λιβύης και Αιγύπτου, των Καβείρων
και την Πυθία. Τώρα όμως, αφότου κηρύσσεται ο Χριστός παντού,
έχει σταματήσει η μανία των χρησμών στα μαντεία
και δεν υπάρχει πλέον σ’ αυτά μάντης.
Και παλαιά, επίσης, οι δαίμονες αναστάτωναν με φαντασίες τους ανθρώπους·
έστηναν παγίδα σε πηγές, σε ποτάμια, σε ξύλα ή πέτρες και με μαγικές
τελετές τρόμαζαν τους ανόητους! Τώρα όμως, μετά τη θεία εμφάνιση
του Λόγου στη γη, σταμάτησαν οι μαγικές φαντασιώσεις.
Ο άνθρωπος, κάνοντας χρήση και μόνο το σημείο του σταυρού, διώχνει
μακριά τις απάτες των δαιμόνων.
Παλαιότερα, ακόμη, οι άνθρωποι θεωρούσαν ως θεούς αυτούς που οι ποιητές
αποκαλούσαν θεούς· εννοώ το Δία, τον Κρόνο, τον Απόλλωνα και τους ήρωες·
και οι άνθρωποι βρίσκονταν σε πλάνη και τους λάτρευαν. Τώρα όμως που
ενανθρώπησε ο Σωτήρας, έγινε αντιληπτό ότι εκείνοι ήταν κοινοί θνητοί, ενώ
μόνον ο Χριστός αναγνωρίστηκε από τους ανθρώπους Θεός, ο Υιος και Λόγος
του αληθινού Θεού (Πατέρα).
Και τι να πει κανείς για τη μαγεία την οποία αυτοί θαυμάζουν; Να πει ότι,
πριν ενανθρωπίσει ο Λόγος, είχε δύναμη και δράση στους Αιγυπτίους,
τους Χαλδαίους και τους Ινδούς· προκαλούσε την έκπληξη στους θεατές. Με
τον ερχομό όμως της Αλήθειας και τη φανέρωση του Λόγου αυτή ανατράπηκε
και καταργήθηκε τελείως.
Όσον αφορά τώρα στην ελληνική φιλοσοφία και τη μεγαλοστομία των
φιλοσόφων,νομίζω ότι κανείς δεν χρειάζεται τα επιχειρήματά μου· διότι όλοι
βλέπουν μπροστά τους το θαύμα: ενώ οι Έλληνες σοφοί έγραψαν τόσα πολλά,
δεν μπόρεσαν όμως να πείσουν παρά ελάχιστους συμπατριώτες τους σχετικά
με την αθανασία και την ενάρετη ζωή. Αντίθετα, μόνος ο Χριστός, με απλά
λόγια και με αγράμματους ανθρώπους, όχι σοφούς και ρήτορες, έπεισε
σ’ ολόκληρη την οικουμένη μεγάλες ομάδες ανθρώπων να περιφρονούν
το θάνατο, να επιδιώκουν την αθανασία, να παραβλέπουν την πρόσκαιρη ζωή
και ν’ αποβλέπουν στην αιωνιότητα· να θεωρούν μηδαμινό γεγονός την επίγεια
δόξα και να επιδιώκουν μόνο την αθανασία.

48. Ταύτα δε τα λεγόμενα παρ ημών ουκ άχρι λόγων εστίν, αλλά και
εξ αυτής της πείρας έχει την της αληθείας μαρτυρίαν.
Παρίτω γαρ ο βουλόμενος και θεωρείτω της μεν αρετής το γνώρισμα
εν ταις Χριστού παρθένοις και εν τοις σωφροσύνην αγνεύουσι
νεωτέροις, της δε αθανασίας την πίστιν εν τω τοσούτω των
μαρτύρων αυτού χορώ.
Ηκέτω δε και ο πείραν των προλεχθέντων βουλόμενος λαβείν, και
επ αυτής της φαντασίας των δαιμόνων, και της των μαντείων
απάτης, και των της μαγείας θαυμάτων, χρησάσθω τω σημειώ του
γελωμένου παρ αυτοίς σταυρού, τον Χριστόν ονομάσας μόνον, και
όψεται Πως δι αυτού δαίμονες μεν φεύγουσι, μαντεία δε παύεται,
μαγεία δε πάσα και φαρμακεία κατήργηται.
Τις ουν άρα και πηλίκος εστίν ούτος ο Χριστός, ο τη εαυτού ονομασία
και παρουσία τα πάντα πανταχόθεν επισκιάσας και καταργήσας,
και μόνος κατά πάντων ισχύων, και πάσαν την οικουμένην της
εαυτού διδασκαλίας πληρώσας; Λεγέτωσαν οι πάνυ γελώντες
και ουκ ερυθριώντες Έλληνες.
Ει μεν γαρ άνθρωπός εστι, και Πως εις άνθρωπος την πάντων των
παρ αυτοίς θεών δύναμιν υπερήρε, και ουδέν εκείνους όντας τη εαυτού
δυνάμει διήλεγξεν; Ει δε μάγον αυτόν λέγουσι, Πως οίόν τέ εστιν υπό
μάγου καταργείσθαι πάσαν την μαγείαν, και μη μάλλον συνίστασθαι;
Ει μεν γαρ ανθρώπους μάγους ενίκα, ή καθ ενός ίσχυε μόνου, καλώς αν
ενομίσθη παρ αυτοίς κρείττονι τέχνη την των άλλων υπερβάλλων.
Ει δε κατά πάσης απλώς μαγείας και αυτού του ονόματος αυτής
ήρατο την νίκην ο τούτου σταυρός, δήλον αν είη μη είναι μάγον τον
Σωτήρα, ον και οι παρά των άλλων μάγων επικαλούμενοι δαίμονες
ως δεσπότην φεύγουσι.
Τις ουν άρα εστί λεγέτωσαν οι μόνον εν τω χλευάζειν έχοντες την
σπουδήν Έλληνες. Ίσως αν φήσαιεν δαίμονα και αυτόν γεγενήσθαι,
και ούτως ισχύειν. Τούτο δε και πάνυ λέγοντες οφλήσουσι χλεύην,
πάλιν ταις προτέραις αποδείξεσι δυσωπείσθαι δυνάμενοι. Πως γαρ
οίόν τέ εστι δαίμονα είναι τον τους δαίμονας απελαύνοντα;
Ει μεν γαρ απλώς δαίμονας ήλαυνε, καλώς αν ενομίσθη τω άρχοντι
των δαιμονίων ισχύειν αυτόν κατά των ελαττόνων, οποία και
Ιουδαίοι θέλοντες αυτόν υβρίζειν έλεγον αυτώ. Ει δε πάσα των
δαιμόνων μανία εξίσταται τη τούτου ονομασία και διώκεται, φανερόν
αν είη και εν τούτω πλανάσθαι αυτούς, και μη είναι ως νομίζουσι
δαιμονικήν τινα δύναμιν τον Κύριον ημών και Σωτήρα Χριστόν.
Ουκούν ει μήτε άνθρωπος απλώς μήτε μάγος μήτε δαίμων τις εστιν
ο Σωτήρ, αλλά και την παρά ποιηταίς υπόνοιαν και δαιμόνων
φαντασίαν και Ελλήνων σοφίαν τη εαυτού θειότητι κατήργησε και
επεσκίασε, φανερόν αν είη και παρά πάσιν ομολογηθήσεται ότι ούτος
αληθώς Θεού Υιος εστι, Λόγος και Σοφία και Δύναμις του Πατρός
υπάρχων. Δια τούτο γαρ ουδέ ανθρώπινά εστιν αυτού τα έργα, αλλ
υπέρ άνθρωπον, και Θεού τω όντι γινώσκεται ταύτα, και απ αυτών
των φαινομένων και από της προς ανθρώπους συγκρίσεως.
   

Αυτά τα οποία λέμε, δεν είναι μόνο λόγια, αλλά μαρτυρούνται ως αληθινά
και από την ίδια την εμπειρία.
Όποιος, λοιπόν, θέλει, ας πλησιάσει για να δει το γνώρισμα της αρετής
στις παρθένες του Χριστού και στους νέους που μένουν αγνοί και σώφρονες·
να δει επίσης την πίστη στην αθανασία που έχει τόσο μεγάλο
πλήθος μαρτύρων του.
Ας έλθει, λοιπόν, κι αυτός που θέλει να μάθει εμπειρικά όσα είπαμε
προηγουμένως για τα φανταστικά κατασκευάσματα των δαιμόνων, για την
απάτη των μαντείων και για τα ψευτοθαύματα της μαγείας· ας κάνει μόνο το
σημείο του σταυρού, το οποίο το περιγελούν, και να προφέρει μόνο το όνομα
του Χριστού· τότε θα δει Πως φεύγουν με τ’ όνομά του οι δαίμονες, Πως
κλείνουν τα μαντεία και Πως καταργείται κάθε μαγεία και μαγγανεία.
Ποιος είναι, λοιπόν, και πόσο μεγάλος είναι αυτός ο Χριστός, ο οποίος με το
όνομα και την παρουσία του επισκίασε τα πάντα παντού και τα κατάργησε;
Πως μόνος τους νικά όλους και γέμισε με τη διδασκαλία του όλη την
οικουμένη; Ας μας απαντήσουν οι ειδωλολάτρες που κοροϊδεύουν πολύ
και δεν κοκκινίζουν από ντροπή.
Διότι, εάν είναι άνθρωπος, τότε Πως ένας άνθρωπος νίκησε τη δύναμη όλων
των θεών τους και με τη δική του δύναμη απόδειξε ότι εκείνοι δεν είναι τίποτε;
Εάν πάλι τον θεωρούν μάγο, Πως είναι δυνατόν ένας μάγος να καταργεί
κάθε είδος μαγείας, αντί να την υποστηρίζει; Διότι, αν νικούσε όλους τους
μάγους ή μόνον έναν απ’ αυτούς, θα πίστευαν αυτοί ότι διαθέτει καλύτερη
μαγική τέχνη, κι έτσι νικά την τέχνη των υπολοίπων (μάγων).
Εφόσον όμως ο σταυρός του νίκησε όλη γενικά τη μαγεία και το όνομά της
ακόμη, είναι φανερό ότι δεν είναι μάγος ο Σωτήρας· διότι, τον αποφεύγουν
ως κυρίαρχο ακόμη και οι δαίμονες, τους οποίους επικαλούνται οι άλλοι μάγοι.
Ποιος επιτέλους είναι; Ας μας πουν οι ειδωλολάτρες, που το μόνο που κάνουν
είναι να κοροϊδεύουν. Ίσως θα πουν ότι ήταν κι αυτός δαίμονας, γι’ αυτό
και είναι ισχυρός. Λέγοντας όμως κάτι τέτοιο, θα χλευαστούν πάρα πολύ,
καθώς θ’ αποστομωθούν με τις προηγούμενες αποδείξεις. Διότι, Πως
είναι δυνατόν ο δαίμονας να διώχνει τους δαίμονες;
Εάν βέβαια απλά έδιωχνε τους δαίμονες, καλώς θα θεωρούσαν ότι από τον
άρχοντα των δαιμόνων έχει τη δύναμη πάνω στους ασθενέστερους· αυτό
λένε και οι Εβραίοι σε βάρος του, θέλοντας να τον προσβάλλουν. Εφόσον
όμως η μανία των δαιμόνων ταράζεται και εκδιώκεται με τ’ όνομά του,
είναι φανερό ότι και σ’ αυτό το σημείο βρίσκονται σε πλάνη· δεν είναι, όπως
νομίζουν, κάποια σατανική δύναμη ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός.
Ο Σωτήρας όμως δεν είναι ούτε ούτε απλός άνθρωπος ούτε μάγος ούτε κάποιος
δαίμονας· κατάργησε μάλιστα και επισκίασε με τη θεότητά του τις αντιλήψεις
των ποιητών, τα φαντάσματα των δαιμόνων και τη σοφία των Ελλήνων.
Είναι φανερό και όλοι θα το ομολογήσουν ότι αυτός είναι αληθινά ο Υιος
του Θεού, ο Λόγος, η Σοφία και η Δύναμη του Πατέρα. Γι’ αυτό το λόγο,
δεν είναι πλέον ανθρώπινα τα έργα του, αλλά ξεπερνούν τα ανθρώπινα·
τα έργα αυτά, από την εμφάνισή τους αλλά και από τη σύγκρισή τους με τα
ανθρώπινα, αναγνωρίζονται πράγματι ότι είναι έργα του Θεού.

49. Τις γαρ των πώποτε γενομένων ανθρώπων εκ παρθένου μόνης
εαυτώ συνεστήσατο σώμα; ή τις πώποτε ανθρώπων τοιαύτας νόσους
εθεράπευσεν, οίας ο κοινός πάντων Κύριος; Τις δε το τη γενέσει
ελλείπον αποδέδωκε, και εκ γενετής τυφλόν εποίησε βλέπειν;
Ασκληπιός εθεοποιήθη παρ αυτοίς, ότι την ιατρικήν ήσκησε, και
βοτάνας προς τα πάσχοντα των σωμάτων επενόει, ουκ αυτός ταύτας
πλάττων από γης, αλλά τη εκ φύσεως επιστήμη ταύτας εφευρίσκων.
Τι δε προς το υπό του Σωτήρος γενόμενον, ότι ου τραύμα
εθεράπευσεν, αλλά γένεσιν έπλασε και αποκατέστησε το πλάσμα;
Ηρακλής ως θεός προσκυνείται παρ Έλλησιν, ότι προς ίσους
ανθρώπους αντεμαχέσατο, και θηρία δόλοις ανείλε. Τι προς τα υπό
του Λόγου γενόμενα, ότι νόσους και δαίμονας και τον θάνατον αυτόν
απήλαυνε των ανθρώπων; Διόνυσος θρησκεύεται παρ αυτοίς, ότι
μέθης γέγονε διδάσκαλος τοις ανθρώποις. Ο δε Σωτήρ τω όντι και
Κύριος του παντός, σωφροσύνην διδάξας, χλευάζεται παρ εκείνων.
Αλλ έστω ταύτα. Τι και προς τα έτερα θαύματα της θεότητος
αυτού; Τίνος αποθνήσκοντος ανθρώπου, ο μεν ήλιος εσκοτίσθη, η δε
γη εσείετο; Ιδού μέχρι νυν αποθνήσκουσι και απέθανον έτι άνωθεν
άνθρωποι· πότε τι τοιούτον επ αυτοίς γέγονε θαύμα;
Ή, ίνα τας δια του σώματος αυτού πράξεις παραλίπω, και τας μετά
την ανάστασιν του σώματος αυτού μνημονεύσω, τίνος πώποτε των
γενομένων ανθρώπων η διδασκαλία, από περάτων έως περάτων γης
μία και η αυτή δι όλων ίσχυσεν, ώστε δια πάσης γης το σέβας αυτού
διαπτήναι;
Ή δια τι, είπερ άνθρωπός εστιν ο Χριστός και ου Θεός Λόγος κατ
αυτούς, ου κωλύεται υπό των παρ αυτοίς θεών εις την αυτήν χώραν,
ένθα εισί, το τούτου σέβας διαβήναι, αλλά μάλλον αυτός ο Λόγος
επιδημών τη διδασκαλία εαυτού την εκείνων θρησκείαν παύει, και την
φαντασίαν αυτών καταισχύνει;
   

Ποιος από τους ανθρώπους που μέχρι τώρα γεννήθηκαν, απόκτησε σώμα μόνον
από γυναίκα που δεν γνώρισε άνδρα; Ή, ποιός άνθρωπος θεράπευσε τέτοιες
ασθένειες, σαν αυτές που γιάτρεψε ο Κύριός μας; Ποιος συμπλήρωσε σε
άνθρωπο αυτό που του έλειπε από τη γέννα του και έκανε τον εκ γενετής τυφλό
να βλέπει;
Αυτοί (οι ειδωλολάτρες) θεοποίησαν τον Ασκληπιό, διότι εξάσκησε την
ιατρική και βρήκε βότανα για τα άρρωστα σώματα· δεν τα έφτιαχνε βέβαια
αυτός από τη γη, αλλά τα έβρισκε με την φυσική επιστήμη.
Πως να συγκριθεί αυτό με το έργο του Σωτήρα, ο οποίος δεν θεράπευσε απλό
τραύμα, αλλά ανάπλασε και αποκατάστησε το ίδιο το ανθρώπινο πλάσμα;
Οι Έλληνες προσκυνούν τον Ηρακλή ως θεό, διότι πολέμησε ισάξιους
αντίπαλους και σκότωσε με δόλο θηρία. Πως να συγκριθούν αυτά με όσα
έκανε ο Λόγος, ο οποίος απάλλαξε τους ανθρώπους από τις αρρώστιες, τους
δαίμονες και τον ίδιο το θάνατο; Λατρεύουν επίσης, αυτοί το Διόνυσο, διότι
δίδαξε στους ανθρώπους να μεθούν. Ενώ χλευάζουν τον όντως Σωτήρα και
Κύριο του σύμπαντος, που δίδαξε τη σωφροσύνη.
Αλλά, αρκούν αυτά. Τι λένε και για τα άλλα θαύματα της θεότητάς του;
Ποιού ανθρώπου ο θάνατος σκοτείνιασε τον ήλιο και ταρακούνησε με σεισμό
τη γη; Να, μέχρι σήμερα πεθαίνουν οι άνθρωποι, όπως πέθαιναν και
παλαιότερα· πότε συνέβη ένα παρόμοιο θαύμα σ’ αυτούς;
Ή, για ν’ αφήσω στην άκρη τις πράξεις του επίγειου βίου του και ν’ αναφέρω
αυτές που έγιναν μετά τη σωματική ανάστασή του: ποιού ανθρώπου, απ’ όσους
γεννήθηκαν μέχρι σήμερα, η μία και μοναδική διδασκαλία του ξεπέρασε όλες
τις άλλες διδαχές στα πέρατα της γης, ώστε να διαδοθεί η λατρεία του σ’ όλη
τη γη;
Ή γιατί, εάν είναι, όπως λένε, άνθρωπος και όχι Θεός Λόγος ο Χριστός,
δεν εμποδίζουν οι θεοί τους την λατρεία του να εισέλθει στη δική τους χώρα,
που υπάρχουν αυτοί; Γιατί γίνεται το αντίθετο, ο ίδιος ο Λόγος
να έρχεται
στη χώρα τους με τη διδασκαλία του, να καταργεί τη θρησκεία τους και να
ντροπιάζει τις φαντασιώσεις τους;

50. Πολλοί προ τούτου γεγόνασι βασιλείς και τύραννοι γης, πολλοί
παρά Χαλδαίοις ιστορούνται και παρ Αιγυπτίοις και Ινδοίς γενόμενοι
σοφοί και μάγοι· τις τούτων ποτέ, ου λέγω μετά θάνατον, αλλά και
έτι ζων ηδυνήθη τοσούτον ισχύσαι, ώστε την σύμπασαν αυτόν γην
πληρώσαι της αυτού διδασκαλίας, και τοσούτον πλήθος παιδεύσαι
από της των ειδώλων δεισιδαιμονίας, όσους ο ημέτερος Σωτήρ εις
εαυτόν από των ειδώλων μετήνεγκεν;
Ελλήνων οι φιλόσοφοι μετά πιθανότητος και τέχνης λόγων πολλά
συνέγραψαν· τι ουν τοσούτον όσον ο του Χριστού σταυρός
επεδείξαντο; Άχρι γαρ τελευτής αυτών τα παρ αυτών σοφίσματα
το πιθανόν έσχεν· αλλά και ό έδοξαν ζώντες ισχύειν εν αλλήλοις έσχον
την άμιλλαν, και κατ αλλήλων μελετώντες εφιλονείκουν.
Ο δε του Θεού Λόγος, το παραδοξότατον, πτωχοτέραις ταις λέξεσι
διδάξας, τους πάνυ σοφιστάς επεσκίασε, και τας μεν εκείνων
διδασκαλίας κατήργησε, πάντας έλκων προς εαυτόν, τας δε εαυτού
εκκλησίας πεπλήρωκε· και το γε θαυμαστόν, ότι ως άνθρωπος εις τον
θάνατον καταβάς, την των σοφών μεγαλοφωνίαν περί ειδώλων
κατήργησε.
Τίνος γαρ ποτε θάνατος απήλασε δαίμονας; ή τίνος ποτέ θάνατον
εφοβήθησαν δαίμονες ως τον Χριστού; Ένθα γαρ ονομάζεται το
όνομα του Σωτήρος, εκείθεν πας δαίμων απελαύνεται. Τις δε ούτως
τα ψυχικά πάθη περιείλε των ανθρώπων, ώστε τους μεν πόρνους
σωφρονείν, τους δε ανδροφόνους μηκέτι ξίφος κρατείν, τους δε δειλία
προκατεχομένους ανδρίζεσθαι;
Και όλως, τις τους παρά βαρβάροις και τους κατά τόπον των εθνών
ανθρώπους έπεισεν αποθέσθαι μεν την μανίαν, ειρηναία δε φρονείν,
ει μη η του Χριστού πίστις, και το του σταυρού σημείον; Τις δε άλλος
περί αθανασίας ούτως επιστώσατο τους ανθρώπους, ως ο του
Χριστού σταυρός, και η του σώματος ανάστασις αυτού;
Καίπερ γαρ πάντα ψευσάμενοι Έλληνες, όμως ουκ ηδυνήθησαν
ανάστασιν των εαυτών ειδώλων πλάσασθαι, ουκ ενθυμούμενοι το
σύνολον, ει όλως δυνατόν μετά θάνατον είναι πάλιν το σώμα· εφ ω
και μάλιστα αν τις αυτούς αποδέξηται, ότι τοιαύτα λογισάμενοι την
μεν ασθένειαν της εαυτών ειδωλολατρίας ήλεγξαν, το δε δυνατόν
τω Χριστώ παρεχώρησαν, ίνα και εκ τούτου γνωσθή παρά πάσι
του Θεού Υιος.
   

Υπήρξαν πριν απ’ αυτόν (τον Χριστό) πολλοί βασιλιάδες και τύραννοι στη γη·
αναφέρουν οι ιστορικοί ότι υπήρξαν πολλοί σοφοί και μάγοι στους Χαλδαίους,
τους Αιγύπτιους και τους Ινδούς. Ποιος απ’ αυτούς ποτέ, δεν εννοώ μετά το
θάνατό του αλλά ενώ ζούσε ακόμη, μπόρεσε να δείξει τόσο μεγάλη δύναμη,
ώστε η διδασκαλία του να εξαπλωθεί σ’ όλη τη γη; Ποιος μπόρεσε να
διαφωτίσει τόσο πολλούς για τη δεισιδαιμονία των ειδώλων, όσους ο Σωτήρας
μετάφερε από τα είδωλα στην πίστη προς τον εαυτό του;
Οι φιλόσοφοι των Ελλήνων έγραψαν πολλά με πιθανολογίες και ρητορική
τέχνη. Τι όμως παρουσίασαν τόσο μεγάλο όσο ο σταυρός του Κυρίου;
Διότι, μέχρι το θάνατό τους, οι σοφιστείες τους βασιζόταν στις πιθανότητες·
αλλά και όταν ήταν ζωντανοί, όσα πίστευαν ότι έχουν μεγάλη ισχύ, ήταν
αντικείμενα ανταγωνισμού και φιλονικούσαν μεταξύ τους για τη θεωρία τους.
Και το πιο παράδοξο είναι ότι ο Λόγος του Θεού, ενώ δίδαξε με πιο φτωχές
λέξεις, επισκίασε τους μεγάλους σοφιστές· κατάργησε τις διδασκαλίες τους,
όλους τους τράβηξε προς τον εαυτό του και γέμισε τις εκκλησίες του.
Και το ακόμη πιο θαυμαστό είναι ότι με την κάθοδό του σαν άνθρωπος
στον άδη κατάργησε τα μεγάλα λόγια των σοφών για τα είδωλα.
Τίνος, στ’ αλήθεια, ο θάνατος έδιωξε τους δαίμονες; Ή τίνος ποτέ το θάνατο
φοβήθηκαν οι δαίμονες, όπως έγινε με του Χριστού; Διότι, όπου προφέρεται
το όνομα του Σωτήρα, από κει φεύγει μακριά κάθε δαίμονας. Και ποιός ήταν
εκείνος που καθάρισε τα ψυχικά πάθη των ανθρώπων, ώστε οι πόρνοι να
σωφρονούν, οι φονιάδες να μην κρατούν πλέον το φονικό ξίφος και οι πρώην
δειλοί να γίνονται ανδρείοι;
Και γενικά, ποιός έπεισε βαρβάρους και τα τοπικά έθνη να εγκαταλείψουν
τη μανία τους και να ειρηνεύουν; Δεν είναι τίποτε άλλο παρά
η πίστη στο Χριστό και το σημείο του σταυρού. Και ποιός άλλος
έπεισε τόσο πολύ τους ανθρώπους για την αθανασία όσο ο σταυρός
του Χριστού και η σωματική ανάστασή του;
Διότι, οι ειδωλολάτρες αν και χρησιμοποίησαν κάθε είδους ψέμα, όμως δεν
μπόρεσαν να ξαναδώσουν ζωή στα είδωλα· δεν μπόρεσαν καθόλου να
συλλάβουν την ιδέα ότι είναι δυνατόν ν’ αναστηθεί πάλι το σώμα μετά το
θάνατο. Πολύ περισσότερο μάλιστα μπορεί κάποιος ν’ αποδείξει ότι μ’ αυτές
τις ιδέες τους φανέρωσαν την αδυναμία της ειδωλολατρίας· και έδωσαν αυτή
τη δυνατότητα (της αναστάσεως) μόνο στο Χριστό, για ν’ αναγνωρίσουν όλοι
απ’ αυτή ότι είναι ο Υιος του Θεού.

51. Τις ουν ανθρώπων μετά θάνατον ή όλως ζων περί παρθενίας
εδίδαξε, και ουκ ενόμισεν αδύνατον είναι την αρετήν ταύτην εν
ανθρώποις; Αλλ ο ημέτερος Σωτήρ και των πάντων Βασιλεύς
Χριστός τοσούτον ίσχυσεν εν τη περί ταύτης διδασκαλία, ως και
παιδία μήπω της νομίμης ηλικίας επιβάντα την υπέρ τον νόμον
επαγγέλλεσθαι παρθενίαν.
Τις πώποτε ανθρώπων ηδυνήθη διαβήναι τοσούτον, και εις Σκύθας
και Αιθίοπας, ή Πέρσας, ή Αρμενίους, ή Γότθους, ή τους επέκεινα του
Ωκεανού λεγομένους, ή τους υπέρ την Υρκανίαν όντας, ή όλως τους
Αιγυπτίους και Χαλδαίους παρελθείν, τους φρονούντας μεν μαγικά,
δεισιδαίμονας δε υπέρ την φύσιν και αγρίους τοις τρόποις, και όλως
κηρύξαι περί αρετής και σωφροσύνης και της κατά ειδώλων θρησκείας,
ως ο πάντων Κύριος, η του Θεού Δύναμις, ο Κύριος ημών Ιησούς
Χριστός;
Ος ου μόνον εκήρυξε δια των εαυτού μαθητών, αλλά γαρ και έπεισεν
αυτούς κατά διάνοιαν, την μεν των τρόπων αγριότητα μεταθέσθαι,
μηκέτι δε τους πατρίους σέβειν θεούς, αλλ αυτόν επιγινώσκειν, και δι
αυτού τον Πατέρα θρησκεύειν.
Πάλαι μεν γαρ ειδωλολατρούντες, Έλληνες και βάρβαροι κατ
αλλήλων επολέμουν, και ωμοί προς τους συγγενείς ετύγχανον.
Ουκ ην γαρ τινα το σύνολον ούτε την γην ούτε την θάλασσαν
διαβήναι χωρίς του την χείρα ξίφεσιν οπλίσαι, ένεκα της προς
αλλήλους ακαταλλάκτου μάχης.
Και γαρ και η πάσα του ζήν αυτοίς διαγωγή δι όπλων εγίνετο, και
ξίφος ην αυτοίς αντί βακτηρίας, και παντός βοηθήματος έρεισμα·
καίτοι, ως προείπον, ειδώλοις ελάτρευον, και δαίμοσιν έσπενδον
θυσίας, και όμως ουδέν εκ της ειδώλων δεισιδαιμονίας ηδυνήθησαν οι
τοιαύτα φρονούντες μεταπαιδευθήναι.
Ότε δε εις την Χριστού διδασκαλίαν μεταβεβήκασι, τότε δη
παραδόξως ως τω όντι κατά διάνοιαν κατανυγέντες, την μεν
ωμότητα των φόνων απέθεντο, και ουκ έτι πολέμια φρονούσι,
πάντα δε αυτοίς ειρηναία, και τα προς φιλίαν καταθύμια λοιπόν εστι.
   

Ποιος, λοιπόν, από τους ανθρώπους μετά το θάνατό του ή έστω ζώντας δίδαξε
για την παρθενία και δεν θεώρησε ότι είναι αδύνατο οι άνθρωποι να
κατορθώσουν αυτή την αρετή; Αλλά, ο δικός μας Σωτήρας και βασιλιάς των
όλων, ο Χριστός, τόσο πολύ τα κατάφερε σ’ αυτή τη διδασκαλία, ώστε και
ανήλικα παιδιά να ασκούνται στην παρθενία, που υπερβαίνει το νόμο
(και τη φύση).
Ποιος πάλι από τους ανθρώπους μπόρεσε να περιοδεύσει και να πάει σε τόσο
μακρινά μέρη, στους Σκύθες, τους Αιθίοπες, τους Πέρσες,τους Αρμένιους, τους
Γότθους, σ’ αυτούς που είναι πέρα από τον Ωκεανό (εννοεί τους Βρεττανούς),
ή σ’ αυτούς που είναι πέρα από την Υρκανία (εννοεί τη νότια της Κασπίας
χώρα), ή γενικά στους Αιγύπτιους και Χαλδαίους; Να πάει να κηρύξει την
αρετή, τη σωφροσύνη και ενάντια στην ειδωλολατρία σ’ αυτούς που πίστευαν
στα μάγια και ήταν υπερβολικά δεισιδαίμονες και άγριοι στους τρόπους; Να
να κηρύξει όπως ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, η Δύναμη του Θεού και Κύριος
του σύμπαντος;
Ο Κύριος, όχι μόνο κήρυξε σ’ αυτούς με τους μαθητές του, αλλά τους έπεισε
κιόλας να μεταβάλλουν την αγριότητα της συμπεριφοράς τους,
να μην
λατρεύουν πλέον τους πατροπαράδοτους θεούς, αλλά αυτόν ν’ αναγνωρίζουν
και μέσω αυτού να προσκυνούν τον Θεό Πατέρα.
Διότι, όταν παλαιότερα οι Έλληνες και οι βάρβαροι ήταν ειδωλολάτρες,
πολεμούσαν αναμεταξύ τους και ήταν σκληροί απέναντι στους συγγενείς τους.
Εξαιτίας της αδιάλλακτης διαμάχης μεταξύ τους, κανείς απολύτως
δεν μπορούσε να διαβεί ούτε γη ούτε θάλασσα
χωρίς να είναι οπλισμένος
με ξίφος στο χέρι.
Διότι όλη τους η ζωή κυλούσε με πολέμους και κρατούσαν πάντα στο χέρι,
για να τους στηρίζει και βοηθεί, ξίφος αντί για ραβδί.
Παρόλο που οι ειδωλολάτρες, όπως προείπα, προσκυνούσαν τα είδωλα και
έκαναν θυσίες στους δαίμονες, όμως σε τίποτε δεν μπόρεσαν να μορφωθούν
από τη δεισιδαιμονία των ειδώλων.
Όταν όμως προσήλθαν στη διδασκαλία του Χριστού, τότε, πράγματι
παράδοξα, κατανύχθηκαν στην καρδιά τους και απέβαλαν την
ωμότητα των φόνων· έπαψαν πλέον να σκέφτονται εχθρικά·
όλα σ’ αυτούς είναι ειρηνικά και επιθυμούν στο εξής μόνο τη φιλία (αγάπη).

52. Τις ουν ο ταύτα ποιήσας, ή τις ο τους μισούντας αλλήλους εις
ειρήνην συνάψας, ει μη ο αγαπητός του Πατρός Υιος, ο κοινός
πάντων Σωτήρ Ιησούς Χριστός, ος τη εαυτού αγάπη πάντα υπέρ
της ημών σωτηρίας υπέστη; Και γαρ και άνωθεν ην προφητευόμενον
περί της παρ αυτού πρυτανευομένης ειρήνης, λεγούσης της γραφής·
"Συγκόψουσι τας μαχαίρας αυτών εις άροτρα, και τας ζιβύνας αυτών
εις δρέπανα, και ου λήψεται έθνος επ έθνος μάχαιραν, και ου μη
μάθωσιν έτι πολεμείν."
Και ουκ άπιστόν γε τοιούτον, όπου και νυν οι το άγριον των τρόπων
έμφυτον έχοντες βάρβαροι, έτι μεν θύοντες παρ αυτοίς τοις ειδώλοις,
μαίνονται κατ αλλήλων, και χωρίς ξίφους ουδεμίαν ώραν ανέχονται
μένειν.
Ότε δε της Χριστού διδασκαλίας ακούουσιν, ευθέως αντί μεν πολέμων
εις γεωργίαν τρέπονται, αντί δε του ξίφεσι τας χείρας οπλίζειν, εις
ευχάς εκτείνουσι· και όλως, αντί του πολεμείν προς εαυτούς, λοιπόν
κατά διαβόλου και κατά δαιμόνων οπλίζονται, σωφροσύνη και ψυχής
αρετή τούτους καταπολεμούντες.
Τούτο δε της μεν θειότητος του Σωτήρός εστι γνώρισμα· ότι ό μη
δεδύνηνται εν ειδώλοις μαθείν οι άνθρωποι, τούτο παρ αυτού
μεμαθήκασι· της δε δαιμόνων και της ειδώλων ασθενείας και ουθενείας
έλεγχος ουκ ολίγος εστίν ούτος. Ειδότες γαρ εαυτών οι δαίμονες την
ασθένειαν, δια τούτο συνέβαλον πάλαι τους ανθρώπους καθ εαυτών
πολεμείν, ίνα μη παυσάμενοι της κατ αλλήλων έριδος, εις την κατά
δαιμόνων μάχην επιστρέψωσιν.
Αμέλει, μη πολεμούντες προς εαυτούς, οι Χριστώ μαθητευόμενοι
κατά δαιμόνων τοις τρόποις και ταις κατ αρετήν πράξεσιν
αντιπαρατάσσονται, και τούτους μεν διώκουσι, τον δε τούτων
αρχηγόν διάβολον καταπαίζουσιν, ώστε εν νεότητι μεν σωφρονείν, εν
πειρασμοίς δε υπομένειν, εν πόνοις δε καρτερείν, και υβριζομένους μεν
ανέχεσθαι, αποστερουμένους δε καταφρονείν, και το γε θαυμαστόν,
ότι και θανάτου καταφρονούσι, και γίνονται μάρτυρες Χριστού.
   

Ποιος λοιπόν είναι αυτός που τα έκανε αυτά, και ένωσε ειρηνικά αυτούς που
μισούσε ο ένας τον άλλον παρά ο αγαπητός Υιος του Θεού Πατέρα, ο Ιησούς
Χριστός, ο κοινός Σωτήρας όλων; Αυτός που από την αγάπη του υπέστη τα
πάντα για τη σωτηρία μας. Διότι από την παλαιά εποχή υπήρχε η προφητεία
για την ειρήνη που ο Χριστός θα φέρει· λέει η Αγία Γραφή: «Θα ακονίσουν τα
μαχαίρια τους σε άροτρα και τις λόγχες τους σε δρεπάνια· δεν θα πολεμήσει
πλέον έθνος εναντίον έθνους, ούτε θα μάθουν πλέον τον πόλεμο».
Και ασφαλώς δεν είναι απίστευτο αυτό, αφού και τώρα οι βάρβαροι που έχουν
έμφυτη την αγριότητα των τρόπων, θυσιάζουν ακόμη στα είδωλα,
συμπεριφέρονται ως παράφρονες μεταξύ τους και δεν αποχωρίζονται ούτε για
μια ώρα το ξίφος τους.
Όταν όμως ακούσουν τη διδασκαλία του Χριστού, αμέσως αντί για πόλεμο
στρέφονται στη γεωργία· αντί να οπλίζουν τα χέρια τους με ξίφη, τα σηκώνουν
για προσευχή. Και γενικά, αντί να πολεμούν μεταξύ τους, εξοπλίζονται
ενάντια στο διάβολο και τους δαίμονες και τους πολεμούν με τη σωφροσύνη
και την αρετή της ψυχής τους.
Και αυτό από τη μια είναι γνώρισμα της θεότητας του Σωτήρα· διότι, αυτό που
δεν μπόρεσαν να μάθουν οι άνθρωποι από τα είδωλα, αυτό το έμαθαν απ’ Αυτόν.
Από την άλλη, είναι μεγάλη απόδειξη της αδυναμίας και μηδαμινότητας των
δαιμόνων και των ειδώλων. Επειδή γνωρίζουν οι δαίμονες την αδυναμία τους,
παρακίνησαν στην αρχαιότητα τους ανθρώπους να μάχονται ο ένας τον άλλον,
για να μην σταματήσουν την μεταξύ τους φιλονικία και στραφούν στον
πόλεμο ενάντια στους δαίμονες.
Αναμφίβολα, όταν οι μαθητές του Χριστού δεν πολεμούν μεταξύ τους,
αντιπαρατάσσονται ενάντια στους δαίμονες με τρόπους και ενάρετες πράξεις.
Και αυτούς τους διώχνουν μακριά, ενώ τον αρχηγό τους διάβολο τον
περιπαίζουν, ώστε οι νέοι να είναι σώφρονες, να υπομένουν τους πειρασμούς,
να δείχνουν καρτερία στους πόνους, ν’ ανέχονται τις ύβρεις και να
περιφρονούν ό,τι στερούνται. Και το πιο αξιοθαύμαστο είναι
ότι και το θάνατο καταφρονούν και γίνονται μάρτυρες τους Χριστού.

53. Και ίνα εν ό και πάνυ θαυμαστόν εστι γνώρισμα της θειότητος του
Σωτήρος είπω· τις πώποτε άνθρωπος απλώς ή μάγος, ή τύραννος,
ή βασιλεύς, εφ εαυτού τοσούτον ηδυνήθη βαλείν, και καθ όλης της
ειδωλολατρίας και πάσης δαιμονικής στρατίας και πάσης μαγείας και
πάσης σοφίας Ελλήνων, τοσούτον ισχυόντων και έτι ακμαζόντων και
εκπληττόντων πάντας, αντιμάχεσθαι και μια ροπή κατά πάντων
αντιστήναι, ως ο ημέτερος Κύριος, ο του Θεού αληθής Λόγος, ος
αοράτως εκάστου την πλάνην ελέγχων, μόνος παρά πάντων τους
πάντας ανθρώπους σκυλεύει, ώστε τους μεν τα είδωλα
προσκυνούντας λοιπόν αυτά καταπατείν, τους δε μαγείαις
θαυμασθέντας τας βίβλους κατακαίειν, τους δε σοφούς την των
Ευαγγελίων προκρίνειν πάντων ερμηνείαν.
Ους μεν γαρ πρότερον προσεκύνουν, τούτους καταλιμπάνουσιν·
ον δε εχλεύαζον εσταυρωμένον· τούτον προσκυνούσι Χριστόν, Θεόν
αυτόν ομολογούντες· Και οι μεν παρ αυτοίς λεγόμενοι θεοί τω σημείω
του σταυρού διώκονται· ο δε σταυρωθείς Σωτήρ εν πάση τη
οικουμένη Θεός αναγορεύεται και Θεού Υιος. Και οι μεν παρ Έλλησι
προσκυνούμενοι θεοί ως αισχροί διαβάλλονται παρ αυτών· οι δε την
Χριστού λαμβάνοντες διδασκαλίαν, σωφρονέστερον εκείνων έχουσι
τον βίον.
Ταύτα ουν, και τα τοιαύτα, ει μεν ανθρώπινά εστι, δεικνύτω τις ο
βουλόμενος και τα των προτέρων τοιαύτα, και πειθέτω. Ει δε μη
ανθρώπων αλλά Θεού έργα ταύτα φαίνεται και εισι, δια τι τοσούτον
ασεβούσιν οι άπιστοι, μη επιγινώσκοντες τον ταύτα εργασάμενον
Δεσπότην;
Όμοιον γαρ πάσχουσιν, ως ει τις εκ των έργων της κτίσεως μη
γινώσκοι τον τούτων δημιουργόν Θεόν. Ει γαρ εκ της εις τα όλα
αυτού δυνάμεως εγίνωσκον αυτού την θεότητα, έγνωσαν αν ότι και
τα δια του σώματος έργα του Χριστού ουκ ανθρώπινα, αλλά του
πάντων Σωτήρός εστι του Θεού Λόγου. Γινώσκοντες δε ούτως,
καθάπερ είπεν ο Παύλος, "ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν".
   

Και για να πω ένα, το οποίο είναι το πιο θαυμαστό γνώρισμα της θεότητας του
Σωτήρα· μέχρι σήμερα ποιός απλός άνθρωπος ή μάγος ή τύραννος ή βασιλιάς
μπόρεσε μόνος του να επιτεθεί εναντίον όλης της ειδωλολατρίας και
εναντίον κάθε δαιμονικής στρατιάς, κάθε μαγείας και εναντίον όλης της
σοφίας των Ελλήνων; Ποιος μπόρεσε να πολεμήσει και ν’ αντισταθεί με μιας
εναντίον όλων των Ελλήνων, που είχαν τόση δύναμη και ακόμη προοδεύουν
και όλους τους εκπλήσσουν; Ποιος μπόρεσε να κάνει όπως ο Κύριός μας, ο
αληθινός Λόγος του Θεού, ο οποίος ελέγχει αόρατα την πλάνη του καθένα και
μόνος απ’ όλους κατανικά όλους τους ανθρώπους; Ώστε αυτοί που προσκυνούν
τα είδωλα στο εξής να τα καταπατούν, όσοι θαυμάζουν τις μαγείες να καίνε
βιβλία τους, ενώ οι σοφοί να προτιμούν πάνω απ’ όλα την ερμηνεία
των Ευαγγελίων;
Αυτούς που προηγούμενα προσκυνούσαν, αυτούς τους εγκαταλείπουν·
Ενώ, Αυτόν που χλεύαζαν πάνω στο σταυρό, αυτόν τον Χριστό τον προσκυνούν
και ομολογούν Θεό. Οι θεωρούμενοι θεοί τους φυγαδεύονται με το σημείο
του σταυρού· ενώ ο σταυρωμένος Σωτήρας ανακηρύσσεται σ’ όλη την
οικουμένη Θεός και Υιος του Θεού. Οι θεοί, τους οποίους προσκυνούσαν οι
ειδωλολάτρες κατηγορούνται για αισχρότητες· αντίθετα, όσοι μαθητεύουν στη
διδασκαλία του Χριστού, έχουν πιο σώφρονα ζωή από εκείνους.
Αν, λοιπόν, αυτά και τα παρόμοια είναι ανθρώπινα κατορθώματα , ας μας
υποδείξει όποιος θέλει τέτοια ίδια και από προηγούμενες περιπτώσεις για να
μας πείσει. Ειδάλλως, εάν αυτά και φαίνονται και είναι έργα Θεού και όχι
ανθρώπων, γιατί δείχνουν τόσο μεγάλη ασέβεια οι άπιστοι και δεν
παραδέχονται τον Δεσπότη που τα έκανε;
Παθαίνουν κάτι παρόμοιο μ’ εκείνον που δεν αναγνωρίζει από τα έργα της
κτίσεως το Δημιουργό Θεό. Διότι, αν από τη δύναμή του που φαίνεται στο
σύμπαν, αναγνώριζαν τη θεότητά του, θ’ αντιλαμβάνονταν ότι και τα
σωματικά κατορθώματα του Χριστού δεν είναι ανθρώπινα, αλλά ενέργειες
του Σωτήρα όλων και Λόγου του Θεού. Και εάν είχαν αυτή την αντίληψη τότε,
«δεν θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξης», όπως το είπε ο απόστολος Παύλος.

54. Ώσπερ ουν ει τις αόρατον όντα τη φύσει τον Θεόν και μηδόλως
ορώμενον ει θέλοι οράν, εκ των έργων αυτόν καταλαμβάνει και
γινώσκει, ούτως ο μη ορών τη διανοία τον Χριστόν, καν εκ των έργων
του σώματος καταμανθανέτω τούτον, και δοκιμαζέτω ει ανθρώπινά
εστιν ή Θεού.
Και εάν μεν ανθρώπινα ή, χλευαζέτω· ει δε μη ανθρώπινά εστιν αλλά
Θεού γινώσκεται, μη γελάτω τα αχλεύαστα, αλλά μάλλον
θαυμαζέτω, ότι δια τοιούτου πράγματος ευτελούς τα θεία ημίν
πεφανέρωται, και δια του θανάτου η αθανασία εις πάντας έφθασε, και
δια της ενανθρωπήσεως του Λόγου η των πάντων εγνώσθη πρόνοια,
και ο ταύτης χορηγός και Δημιουργός αυτός ο του Θεού Λόγος.
Αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν· και αυτός
εφανέρωσεν εαυτόν δια σώματος, ίνα ημείς του αοράτου Πατρός
έννοιαν λάβωμεν· και αυτός υπέμεινε την παρ ανθρώπων ύβριν, ίνα
ημείς αφθαρσίαν κληρονομήσωμεν. Εβλάπτετο μεν γαρ αυτός ουδέν,
απαθής και άφθαρτος και Αυτολόγος ων και Θεός· τους δε πάσχοντας
ανθρώπους, δι ους και ταύτα υπέμεινεν, εν τη εαυτού απαθεία ετήρει
και διέσωζε.
Και όλως τα κατορθώματα του Σωτήρος τα δια της ενανθρωπήσεως
αυτού γενόμενα, τοιαύτα και τοσαύτά εστιν, α ει διηγήσασθαί τις
εθελήσειεν, έοικε τοις αφορώσιν εις το πέλαγος της θαλάσσης και
θέλουσιν αριθμείν τα κύματα ταύτης. Ως γαρ ου δύναται τοις
οφθαλμοίς περιλαβείν τα όλα κύματα, των επερχομένων παριόντων
την αίσθησιν του πειράζοντος, ούτως και τω βουλομένω πάντα τα εν
σώματι του Χριστού κατορθώματα περιλαβείν αδύνατον τα όλα καν
τω λογισμώ δέξασθαι, πλειόνων όντων των παριόντων αυτού την
ενθύμησιν, ων αυτός νομίζει περιειληφέναι.
Κάλλιον ουν μη προς τα όλα αφορώντα λέγειν, ων ουδέ μέρος εξειπείν
τις δύναται, αλλ έτι ενός μνημονεύσαι, και σοί καταλιπείν τα όλα
θαυμάζειν. Πάντα γαρ επίσης έχει το θαύμα, και όποι δ αν τις
αποβλέψη, εκείθεν του Λόγου την θειότητα βλέπων υπερεκπλήττεται.
   

Όπως, λοιπόν, εάν κάποιος θέλει να δει το Θεό που είναι από τη φύση του
αόρατος και καθόλου ορατός, τον αναγνωρίζει και τον αντιλαμβάνεται από τα
έργα του, έτσι αυτός που δεν βλέπει με τον νου το Θεό, τουλάχιστον ας τον
γνωρίσει από τα έργα του σώματος· και να δοκιμάσει αν είναι έργα ανθρώπινα
ή θεϊκά.
Εάν βέβαια είναι έργα ανθρώπινα, ας τα χλευάσει· αν δεν είναι ανθρώπινα
αλλά του Θεού, να μη χλευάζει τα αχλεύαστα. Αλλά, μάλλον να τα θαυμάζει,
διότι μας φανερώθηκε ο Θεός με τόσο ευτελές μέσον·
με το θάνατό του έφτασε σε όλους η αθανασία· με την ενανθρώπηση του
Λόγου έγινε γνωστή η πρόνοιά του για όλα· έγινε γνωστός ο χορηγός της και
Δημιουργός, ο ίδιος ο Λόγος του Θεού.
Διότι, αυτός ενανθρώπησε για να θεοποιηθούμε εμείς. Φανέρωσε ο ίδιος
τον εαυτό του με ανθρώπινο σώμα, για ν’ αποκτήσουμε εμείς ορθή αντίληψη
για τον αόρατο Πατέρα του. Υπέμεινε την ατίμωση από τους ανθρώπους, για
να κληρονομήσουμε την αφθαρσία. Αυτός βέβαια δεν έπαθε καμιά ζημιά,
επειδή είναι απαθής, άφθαρτος, ο ίδιος ο Λόγος και Θεός.
Τους ανθρώπους
όμως που ήταν σε αδυναμία, με όσα υπόφερε, λόγω της απάθειάς του τους
διαφύλαξε και έσωσε.
Και γενικά, τα κατορθώματα του Σωτήρα που έκαμε με την ενανθρώπησή του,
τέτοια και τόσα πολλά είναι· αν θελήσει κάποιος να τα εξιστορήσει,
θα μοιάζει μ’ αυτούς που κοιτούν το πέλαγος της θάλασσας και προσπαθούν
ν’ αριθμήσουν τα κύματά της. Όπως δεν μπορούν τα μάτια να μετρήσουν
όλα τα κύματα, διότι τα επερχόμενα ξεπερνούν την αίσθηση του παρατηρητή,
έτσι κι αυτός που θέλει ν’ απαριθμήσει όλα τα σωματικά κατορθώματα του
Χριστού είναι αδύνατο να το κάνει, ακόμη να τα δεχθεί και με τη σκέψη·
διότι, αυτά που υπερβαίνουν τη σκέψη του είναι περισσότερα απ’ αυτά που
αυτός νομίζει ότι έχει συμπεριλάβει στο νου του.
Είναι, λοιπόν, προτιμότερο να σιωπά κανείς όταν τα βλέπει όλα· διότι δεν
μπορεί ούτε για ένα μέρος τους να μιλήσει· καλύτερα ν’ αναφέρει μόνο ένα
και ν’ αφήσει σε σένα να θαυμάζεις το σύνολο. Διότι όλα εξίσου περιέχουν το
θαύμα, και όπου κανείς στρέψει το βλέμμα, βλέπει από κει τη θεότητα του
Λόγου και εκπλήσσεται.

55. Τούτο ουν μετά τα προειρημένα καταμαθείν σε άξιόν εστιν και ως
αρχήν των μη λεχθέντων θέσθαι, και θαυμάσαι λίαν ότι του Σωτήρος
επιδημήσαντος ουκ έτι μεν ηύξησεν η ειδωλολατρία, και η ούσα δε
ελαττούται, και κατ ολίγον παύεται· και ουκ έτι μεν η Ελλήνων σοφία
προκόπτει, και η ούσα δε λοιπόν αφανίζεται· και δαίμονες μεν ουκ έτι
φαντασίαις και μαντείαις και μαγείαις απατώσι, μόνον δε τολμώντες
και επιχειρούντες καταισχύνονται τω σημείω του σταυρού.
Και συλλήβδην ειπείν, θεώρει Πως η μεν του Σωτήρος διδασκαλία
πανταχού αύξει· πάσα δε ειδωλολατρία και πάντα τα εναντιούμενα
τη Χριστού πίστει καθ ημέραν ελαττούται και εξασθενεί και πίπτει.
Ούτω δε θεωρών προσκύνει μεν τον επί πάντων Σωτήρα και
δυνατόν Θεόν Λόγον· καταγίνωσκε δε των ελαττουμένων και
αφανιζομένων υπ αυτού.
Ως γαρ ηλίου παρόντος ουκ έτι το σκότος ισχύει, αλλά και ει που εστι
περιλειπόμενον απελαύνεται· ούτως ελθούσης της θείας επιφανείας του
Θεού Λόγου, ουκ έτι μεν ισχύει το των ειδώλων σκότος, πάντα δε τα
πανταχού της οικουμένης μέρη τη τούτου διδασκαλία καταλάμπεται.
Και ώσπερ βασιλεύοντός τινος και μη φαινομένου εν τινι χώρα, αλλ
ένδον όντος εν τω εαυτού οίκω, πολλάκις τινές άτακτοι καταχρώμενοι
τη τούτου αναχωρήσει εαυτούς αναγορεύουσι, και έκαστος
κατασχηματισάμενος τους ακεραίους φαντασιοκοπεί ως βασιλεύς,
και ούτως πλανώνται οι άνθρωποι τω ονόματι, ακούοντες μεν είναι
βασιλέα, ουχ ορώντες δε αυτόν, δια το μάλιστα μηδέ δύνασθαι αυτούς
έσω του οίκου χωρήσαι, επειδάν δε ο αληθώς βασιλεύς προέλθη και
φανή, τότε οι μεν απατώντες άτακτοι ελέγχονται τη τούτου
παρουσία, οι δε άνθρωποι ορώντες τον αληθώς βασιλέα,
καταλιμπάνουσι τους πάλαι πλανώντας αυτούς·
ούτως και πάλαι μεν ηπάτων οι δαίμονές τε και άνθρωποι, Θεού τιμήν
εαυτοίς περιτιθέντες· ότε δε επεφάνη ο του Θεού Λόγος εν σώματι, και
εγνώρισεν ημίν τον εαυτού Πατέρα, τότε δη η μεν των δαιμόνων
απάτη αφανίζεται και παύεται· οι δε άνθρωποι, αφορώντες εις τον
αληθινόν του Πατρός Θεόν Λόγον, καταλιμπάνουσι τα είδωλα, και
λοιπόν επιγινώσκουσι τον αληθινόν Θεόν.
Τούτο δε γνώρισμα του είναι τον Χριστόν Θεόν Λόγον και Θεού
Δύναμίν εστι· των γαρ ανθρωπίνων παυομένων, και μένοντος του
ρήματος του Χριστού, δήλόν εστι παρά πάσι, τα μεν παυόμενα είναι
πρόσκαιρα, τον δε μένοντα είναι Θεόν και Θεού Υιόν αληθινόν
μονογενή Λόγον.
   

Μετά απ’ όσα είπαμε, αξίζει να μάθεις και το εξής και να το θέσεις ως αρχή
αυτών που δεν λέχτηκαν: να θαυμάσεις πολύ ότι, αφότου ήλθε στη γη ο
Σωτήρας, καθόλου δεν αυξήθηκε η ειδωλολατρία· κι αυτή που υπάρχει
ελαττώνεται και σιγά σιγά σταματά. Η σοφία των Ελλήνων δεν προοδεύει
πλέον και αυτή που υπάρχει στο εξής εξαφανίζεται. Οι δαίμονες πάλι δεν
εξαπατούν με τις φαντασίες, τα μαντέματα και τις μαγείες τους· μόλις
τολμήσουν να επιχειρήσουν κάτι, κατατροπώνονται με το σημείο του σταυρού.
Και για να συνοψίσουμε, πρόσεξε Πως η διδασκαλία του Σωτήρα παντού
αυξάνει· κάθε ειδωλολατρία και όλα όσα εναντιώνονται στην πίστη του
Χριστού καθημερινά ελαττώνονται, εξασθενούν και πέφτουν.
Έτσι θεωρώντας τα πράγματα, προσκύνησε τον Σωτήρα όλων και παντοδύναμο
Θεό Λόγο. Περιφρόνησε όλα εκείνα τα οποία Αυτός ελαττώνει και εξαφανίζει.
Διότι, όπως όταν ανατέλλει ο ήλιος, δεν έχει καμιά ισχύ το σκοτάδι, αλλά και
αν κάπου παραμένει, διώχνεται από κει· έτσι, αφότου ήλθε η ενανθρώπηση του
Λόγου του Θεού, δεν ισχύει πλέον το σκοτάδι της ειδωλολατρίας και όλα τα
μέρη της οικουμένης φωτίζονται από τη διδασκαλία του.
Και όπως σε μια χώρα όπου υπάρχει βασιλιάς αλλά δεν εμφανίζεται και
παραμένει μέσα στο ανάκτορό του, συμβαίνει ορισμένοι επαναστάτες να
εκμεταλλεύονται την απουσία του και ν’ αναγορεύουν βασιλιά τον εαυτό τους·
και ο καθένας ντύνεται βασιλιάς και με την εμφάνισή του σαν βασιλιάς
πείθει τους απλοϊκούς. Και έτσι πλανώνται οι άνθρωποι με το όνομα· διότι
ακούν ότι υπάρχει βασιλιάς αλλά δεν τον βλέπουν, διότι δεν μπορούν να
εισέλθουν μέσα στο παλάτι. Όταν όμως βγεί έξω και εμφανιστεί ο πραγματικός
βασιλιάς, τότε από τη μια οι απατεώνες επαναστάτες ξεσκεπάζονται με την
παρουσία του, κι από την άλλη οι υπήκοοι του βασιλιά εγκαταλείπουν
εκείνους που προηγούμενα τους απατούσαν.
Έτσι και παλαιότερα οι δαίμονες και οι άνθρωποι εξαπατούσαν, αποδίδοντας
στον εαυτό τους θεϊκές τιμές. Όταν όμως φανερώθηκε σωματικά ο Λόγος του
Θεού και μας γνώρισε τον Πατέρα του, τότε εξαφανίζεται και σταματά η απάτη
των δαιμόνων· και οι άνθρωποι, αποβλέποντας στον αληθινό Υιό και Λόγο
του Θεού Πατέρα, εγκαταλείπουν τα είδωλα και στο εξής αναγνωρίζουν
τον αληθινό Θεό.
Αυτό αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι ο Χριστός είναι ο Θεός Λόγος
και η Δύναμη του Θεού· διότι, όταν τα ανθρώπινα σταματούν και διατηρείται
ο λόγος του Χριστού, γίνεται φανερό σ’ όλους ότι αυτά που σταμάτησαν είναι
προσωρινά, ενώ αυτός που μένει αιώνια είναι Θεός, ο αληθινός και μονογενής
Υιος Λόγος του Θεού.

56. Ταύτα μεν σοι παρ ημών δι ολίγων, όσον προς στοιχείωσιν και
χαρακτήρα της κατά Χριστόν πίστεως και της θείας αυτού προς ημάς
επιφανείας, ανατεθείσθω, ω φιλόχριστε άνθρωπε, συ δε την πρόφασιν
εκ τούτων λαβών, ει εντυγχάνοις τοις των γραφών γράμμασι,
γνησίως αυτοίς εφιστάνων τον νουν, γνώση παρ αυτών τελειότερον
μεν και τρανότερον των λεχθέντων την ακρίβειαν.
Εκείναι μεν γαρ δια θεολόγων ανδρών παρά Θεού ελαλήθησαν και
εγράφησαν. Ημείς δε παρά των αυταίς εντυγχανόντων θεολόγων
διδασκάλων, οί και μάρτυρες της Χριστού θεότητος γεγόνασι,
μαθόντες μεταδίδομεν και τη ση φιλομαθεία.
Γνώση δε και την δευτέραν αυτού πάλιν προς ημάς ένδοξον και θείαν
αληθώς επιφάνειαν, ότε ουκ έτι μετ ευτελείας, αλλ εν τη ιδία δόξη· ότε
ουκ έτι μετά ταπεινότητος, αλλ εν τη ιδία μεγαλειότητι· ότε ουκ έτι
παθείν, αλλά λοιπόν του ιδίου σταυρού τον καρπόν αποδούναι πάσιν
έρχεται, φημί δη την ανάστασιν και την αφθαρσίαν· και ουκ έτι μεν
κρίνεται, κρινεί δε τους πάντας, προς α έκαστος έπραξε δια του
σώματος, είτε αγαθά, είτε φαύλα· ένθα τοις μεν αγαθοίς απόκειται
βασιλεία ουρανών, τοις δε τα φαύλα πράξασι, πυρ αιώνιον και σκότος
εξώτερον.
Ούτω γαρ και αυτός ο Κύριός φησι· "Λέγω υμίν, απ άρτι όψεσθε τον
Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως, και ερχόμενον
επί των νεφελών του ουρανού, εν τη δόξη του Πατρός."
Διο δη και σωτήριός εστι λόγος ευτρεπίζων ημάς εις εκείνην την
ημέραν και λέγων· "Γίνεσθε έτοιμοι και γρηγορείτε, ότι ή ουκ οίδατε
ώρα έρχεται." Κατά γαρ τον μακάριον Παύλον, "τους πάντας ημάς
παραστήναι δεί έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσηται
έκαστος, προς α δια του σώματος έπραξεν, είτε αγαθόν, είτε φαύλον".
   

Αυτά τα λίγα είχα να σου πω, φιλόχριστε άνθρωπε, όσα χρειάζονται για να
μυηθείς στοιχειωδώς και να γνωρίσεις την πίστη στο Χριστό και τη θεία του
φανέρωση στη γη. Συ να λάβεις απ’ αυτά την αφορμή,
για να εντρυφήσεις στα κείμενα της Αγίας Γραφής,
προσέχοντας σ’ αυτά με ειλικρίνεια· έτσι, θα κατανοήσεις απ’ αυτά πιο τέλεια
και πιο καθαρά την ακρίβεια όσων είπαμε.
Διότι, φωτισμένοι από το Θεό άνδρες υπαγόρευσαν και έγραψαν τις άγιες
Γραφές. Και εμείς τις μάθαμε από τους θεόπνευστους δασκάλους των
Γραφών, οι οποίοι αποτελούν και τους μάρτυρες της θεότητος του Χριστού·
και τις μεταδίδουμε σε σένα που θέλεις να τις μάθεις.
Θα μάθεις ακόμη και τη δεύτερη, ένδοξη και θεία πράγματι παρουσία του που
θα γίνει πάλι σε μας· τότε δεν θα έλθει απλοϊκά αλλά με όλη του τη δόξα· δεν
θα έλθει με την ταπείνωση αλλά με τη μεγαλειότητά του· τότε έρχεται όχι
για να σταυρωθεί και πάλι, αλλά ν’ αποδώσει την καρποφορία του σταυρού
του σε όλους· εννοώ την ανάσταση και αφθαρσία. Τότε δεν κριθεί εκείνος,
αλλά αυτός θα κρίνει όλους σύμφωνα με τα έργα τους τα σωματικά, ανάλογα
αν είναι καλά ή κακά. Και στους καλούς θ’ αποδώσει τη βασιλεία των
ουρανών, ενώ σ’ όσους εργάστηκαν τα κακά, θα τους στείλει στο αιώνιο πυρ
και το βαθύ σκοτάδι.
Διότι, έτσι το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος: «Σας λέω, ότι στο εξής θα βλέπετε
τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά της δυνάμεως (του Πατέρα) και να
έρχεται πάνω στα σύννεφα με τη δόξα του Πατέρα του».
Γι’ αυτό και πάλι ο λόγος του Σωτήρα μας προετοιμάζει για εκείνη την ημέρα
λέγοντας: «Να είστε έτοιμοι και να βρίσκεστε σε ετοιμότητα, διότι δεν
γνωρίζετε την ώρα που έρχεται». Και ο μακάριος απόστολος Παύλος λέει:
«πρέπει όλοι μας να παρουσιαστούμε μπροστά στο θρόνο του Χριστού, για ν’
απολάβει ο καθένας ανάλογα με τις σωματικές του πράξεις, καλές ή κακές».

57. Αλλά προς την εκ των γραφών έρευναν και γνώσιν αληθή, χρεία
βίου καλού και ψυχής καθαράς και της κατά Χριστόν αρετής, ίνα δι
αυτής οδεύσας ο νους τυχείν ων ορέγεται και καταλαβείν δυνηθή,
καθ όσον εφικτόν εστι τη ανθρώπων φύσει περί του Θεού Λόγου
μανθάνειν.
Άνευ γαρ καθαράς διανοίας και της προς τους αγίους του βίου
μιμήσεως, ουκ αν τις καταλαβείν δυνηθείη τους των αγίων λόγους.
Ώσπερ γαρ ει τις εθελήσειεν ιδείν το του ηλίου φως, πάντως τον
οφθαλμόν αποσμήχει και λαμπρύνει, σχεδόν όμοιον τω ποθουμένω
εαυτόν διακαθαίρων, ίνα ούτως φως γενόμενος ο οφθαλμός το του
ηλίου φως ίδη, ή ως ει τις θελήσειεν ιδείν πόλιν ή χώραν, πάντως επί
τον τόπον αφικνείται της θέας ένεκεν·
ούτως ο θέλων των θεολόγων την διάνοιαν καταλαβείν, προαπονίψαι
και προαποπλύναι τω βίω την ψυχήν οφείλει, και προς αυτούς τους
αγίους αφικέσθαι τη ομοιότητι των πράξεων αυτών, ίνα συν αυτοίς
τη αγωγή της συζήσεως γενόμενος, τα και αυτοίς αποκαλυφθέντα
παρά Θεού κατανοήση, και λοιπόν ως εκείνοις συναφθείς εκφύγη μεν
τον των αμαρτωλών κίνδυνον και το τούτων πυρ εν τη ημέρα της
κρίσεως, απολάβη δε τα τοις αγίοις αποκείμενα εν τη των ουρανών
βασιλεία, "α οφθαλμός ουκ είδεν, ουδέ ους ήκουσεν, ουδέ επί καρδίαν
ανθρώπων ανέβη, όσα ητοίμασται τοις" κατ αρετήν βιούσι, και
"αγαπώσι τον Θεόν" και Πατέρα, εν Χριστώ Ιησού Κυρίω ημών,
δι ου και μεθ ου αυτώ τω Πατρί συν αυτώ τω Υιώ εν αγίω
Πνεύματι, τιμή και κράτος και δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
   

Αλλά για την έρευνα των Γραφών και την αληθινή γνώση τους χρειάζεται
έντιμος βίος, καθαρή ψυχή και χριστιανική αρετή· ώστε ο νους να βαδίζει
το δρόμο της, για να πετύχει αυτά που επιθυμεί και να τα καταλάβει, όσο
είναι δυνατόν η φύση των ανθρώπων να μάθει για το Λόγο του Θεού.
Διότι, χωρίς καθαρή καρδιά και τη μίμηση του βίου των Αγίων,
δεν μπορεί κανείς να εννοήσει τους λόγους των Αγίων.
Διότι, όπως κάποιος θελήσει να δει το φως του ήλιου, οπωσδήποτε καθαρίζει
και λαμπικάρει τα μάτια του· τα καθαρίζει σχεδόν σαν το φως που ποθεί για
τον εαυτό του, ώστε να γίνουν τα μάτια του φως και να αντικρίσουν το φως
του ήλιου. Ή, όπως όταν κάποιος θελήσει να δει μια πόλη ή χώρα, οπωσδήποτε
επισκέπτεται τον τόπο τους για να τις δει.
Έτσι, αυτός που θέλει να εννοήσει τη σκέψη των θεολόγων, πρέπει πρώτα να
καθαρίσει και να πλύνει την ψυχή του με το βίο του· και να ομοιάσει στους
Αγίους με τη μίμηση των πράξεών τους· ώστε, με τη συναναστροφή με τους
Αγίους, να κατανοήσει αυτά που ο Θεός αποκάλυψε σ’ εκείνους·
και στο εξής,
επειδή θα έχει συνδεθεί με τους Αγίους, να ξεφεύγει από τους κινδύνους των
αμαρτωλών και το πυρ της κολάσεως που τους αναμένει την ημέρα της
κρίσεως. Και ν’ απολαύσει τα αγαθά που προορίζονται για τους Αγίους στη
Βασιλεία των Ουρανών, «τα οποία δεν έχουν δει τα μάτια, ούτε άκουσαν τ’
αυτιά, ούτε τα σκέφτηκε ποτέ ο άνθρωπος· είναι όλα όσα έχουν ετοιμαστεί για
τους ενάρετους κι αυτούς που αγαπούν το Θεό» Πατέρα μαζί με Κύριό μας
Ιησού Χριστό· σ’ αυτόν και μέσω αυτού αρμόζει τιμή, δύναμη και δόξα στον
Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα στους παντοτινούς αιώνες.
Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου